Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Πελαγία Κουκίδου/Ερεθίσματα της ψυχής/ " Αυστηρώς Ακατάλληλα 2 "/τέσσερα ποιήματα


« ηθελημένα τον ερέθιζε »

ήξερε την ώρα που επιστρέφει
από τη δουλειά του κατάκοπος
και έπαιζε η σκρόφα με την μοναξιά του

κι αυτός, παραδομένος στην κούραση
και στ`ανοιχτά της σκέλια
την λαχταρούσε μόνιμα
παίρνοντας την ίδια πάντα θέση
πίσω από την κουρτίνα

-τάχα να μην τον βλέπει
ενώ ξέρανε κι οι δυο-

τεστάροντας καθημερινά
την γενετήσια ανάγκη του
με παρατεταμένα αχ
ως να στραγγίσει την ύστατη σταγόνα

φόρο τιμής
σ` ό τι μπορούσε να διακρίνει
από την μικρή απόσταση
που τους χώριζε
ίσως και τίποτα στην ουσία
μόνο μια αίσθηση δέρματος
που σιγά σιγά τον τρέλαινε

έτσι την φχαριστιόταν πιότερο

δίχως να την αγγίζει..........


« πλάι - πλάι »

η γοητεία των πλαϊνών διαμερισμάτων
όπου μοιράζονται το ίδιο το ντουβάρι
και αναπνέουν τον δικό τους τον βαρδάρη
με τέτοιο πάθος θεριακλήδων ανιάτων,

πλάτη με πλάτη, στα κοινά τα μοιρασμένα
ζωές παράλληλες που ψάχνουνε το κάτι
όπως το κράσπεδο το βήμα του διαβάτη
μπορεί έναν έρωτα, μπορεί αυτός εσένα..


κι ανάμεσα μας,
μια φαντασίωση τρελή να σε ξεντύσω
τον χρόνο θέλω να τον φέρω πάλι πίσω
και στο κρεβάτι να σε ρίξω ονειρικά
να σε χαϊδέψω, τα δάχτυλα μου να οδηγήσω
στις πτυχές σου
να προσκυνήσω, να υγράνω τις σχισμές σου
και να χαθώ τόσο βαθιά, τόσο βαθιά


στη γοητεία των πλαϊνών διαμερισμάτων
το ρόλο παίζει το μεσαίο το ντουβάρι
που μια ζωή με αμηχανία του πρωτάρη
ζητά ο πόθος ν`ακουστεί μέσ`τη σιωπή..
ναι αυτά που βρήκα τα πέρασα

μέσα είναι στο βίντεο γραμμένα στην λέξη περισσότερα (αν την ανοίξεις)


« ένοχες αδυναμίες »

όλο έπαιρνε φαντάρους
έτσι λέγαν στην αλάνα
μια συνήθεια που μεθάει
και την βέρα κωλοτσέπη
σαν αρρώστια στο κορμί του
κι ας παντρεύτηκε την 'Αννα
όταν πάθος σιγοκαίει
γεύεται ό τι δεν του πρέπει

έτσι λέγαν στην αλάνα
και το ξέρανε κι οι πέτρες
πως γουστάρει να τον έχουν
τα φαντάρια στα κλεφτά
κι ας παντρεύτηκε την 'Αννα
οι δικές του οι φαρέτρες
θέλαν πάντα να γεμίζουν
από χάδια μουλωχτά

και το ξέρανε κι οι πέτρες
που τον ψάχναν στο σημάδι
τυλιγμένο στο σκοτάδι
για να κρύψει την ντροπή
οι δικές του οι φαρέτρες
λερωμένες κάθε βράδυ
άμμο, χώμα και ασβέστη
απ`το απέναντι γιαπί

αχ αχ Άννα, αχ αχ Άννα
πέτυχες στον άντρα διάνα..

« μ έ θ υ σ μ α »
 
ύστερα έσπρωξε από πάνω της το χάδι
να πέσει στο σεντόνι
ανάμεσα στα δυο της λαγόνια

το πήρε και το οδήγησε ακόμα πιο ψηλά
περίπου στο κέντρο της ηδονής της

μετά κουνήθηκε απαλά, με μαεστρία
έμπειρα ταυτίστηκε μ`εκείνο

σε λίγο το νέκταρ της, άλωσε το στόμα του

ανταλλαγή

δεν θα περιμένω ξανά σκέφτηκε
το τρύγησε ευλαβικά
και μετά της το κοινώνησε
βασανίζοντας την με το φιλί του

κι οι δυο μεθυσμένοι..



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου