Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Γεώργιος Βιζυηνός,σαν σήμερα πέθανε ο ¨Ελληνας πεζογράφος και ποιητής (1849-1896)

Γεώργιος Βιζυηνός: Το τραγικό τέλος ενός μεγάλου λογοτέχνη στο “Δρομοκαϊτειο Φρενοκομείο” – του Τάσου Κοντογιαννίδη

Αναρτήθηκε από τον/την christiannaloupa στο Μαΐου 14, 2010
Το τραγικό τέλος ενός μεγάλου λογοτέχνη στο “Δρομοκαϊτειο Φρενοκομείο” το 1896
-Δημοσιογράφος περιγράφει πώς είδε τον Γ. Βιζυηνό πριν πεθάνει
-Ο μεγάλος έρωτας σάλεψε τα μυαλά του…
Τις παραμονές των Χριστουγέννων του 1895 ένας δημοσιογράφος επισκέφθηκε στο «Δρομοκαϊτειον Φρενοκομείον» τον μεγάλο λογοτέχνη Γεώργιο Βιζυηνό, ξεχασμένο από όλους, όπως είναι σήμερα παρόμοιοι του «παρκαρισμένοι» σε ιδρύματα ( ψυχιατρεία) ή ηλικιωμένοι σε γηροκομεία. Ο δημοσιογράφος επισκέφθηκε τον Βιζυηνό για να του δώσει λίγη χαρά, στοργή, ζεστασιά όπως προσδοκούν οι δύσμοιροι τούτοι συνάνθρωποι μας τέτοιες μέρες…

«Ερράγησεν η ψυχή μου και δάκρυα επλημμύρρησαν τους οφθαλμούς μου μόλις είδον εις μίαν γωνίαν, εξηπλωμένον επι κλιντήρος ( σημ. συντ. πολυθρόνας ) και ατενώς προσβλέποντα εις το κενόν με μίαν αφατον μελαγχολίαν διαχεομένην επι του προσώπου τον Γεώργιον Βιζυηνόν».
Έτσι άρχισε ο δημοσιογράφος το ρεπορτάζ του. Σε λίγες γραμμές εδωσε την σκληρή εικόνα της κατάστασης που βρισκόταν ο μεγάλος εκείνος λογοτέχνης που πέρασε τα τελευταία του χρόνια στο «Δρομοκαϊτειον Φρενοκομείον, εις εξοχικήν υγιειονοτάτην, ελαττον ώρας απέχουσα των Αθηνών, κείται ως γνωστόν επί της αμαξωτής οδού Ελευσίνος, πλησίον του Δαφνίου και λειτουργεί ανελλιπώς από της 1ης Οκτωβρίου 1889».
Είναι το ίδρυμα που έφτιαξε ο Χιώτης μεγαλέμπορος Ζωρζής Δρομοκαΐτης και στο οποίο «φιλοξενήθηκαν» προσωπικότητες όπως ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Άριστος Καμπάνης, ο Γεράσιμος Βώκος και πολλοί άλλοι.
Δεν είναι τίποτα καινούργιο, όταν ερχεται η τρέλα στον άνθρωπο. Είναι η συνηθισμένη του κατάσταση, χωρίς τον έλεγχο… Ο τρελός είναι ο ίδιος, ο φρόνιμος, που παύει να κρύβεται… Ο Βιζυηνός, όταν το δρολάπι της αρρώστιας είχε φαρμακώσει το αίμα του και τσακίσει τα τελευταία φράγματα του ελέγχου, άφησε ακούσια την ψυχή του να παραδοθεί ανεμπόδιστα στο παραλήρημα της…
Ο άτυχος έρωταςΚαθηγητής της ρυθμικής και δραματολογίας στα 40 του το 1890, ερωτεύεται τη 16χρονη μαθήτριά του Μπετίνα Φραβασίλη, «το ξανθό και γαλανό και ουράνιο φώς του». Ο άτυχος αυτός έρωτας στάθηκε μοιραίος αφού τον οδήγησε στην ψυχασθένεια και στον εγκλεισμό του στο Δρομοκαϊτιο…
Ο Βιζυηνός, όταν έγινε δέκα χρόνων, οι γονείς του τον έδωσαν σε συγγενή τους ράφτη στην Κωνσταντινούπολη για να μάθει την τέχνη. Ο συγγενής πέθανε και ενας συντοπίτης του τον εστελε στον συγγενή του μητροπολίτη Κύπρου. Έκανε τον ψάλτη, του φόρεσαν ράσο κι έμαθε γράμματα δουλεύοντας ως παιδονόμος.
Μια μέρα τον τσάκωσαν να κρεμιέται απο το παράθυρο της κάμαράς του μ’ ένα σχοινί και να ξενυχτάει κάτω απο το αντικρυνό σπίτι, οπου μια ξανθή μαυροματούσα κοπελίτσα τον είχε γοητεύσει . Τότε ο “γέροντάς” του τον εβαλε σαράντα μέρες αυστηρή νηστεία (ψωμί ξερό και νεράκι) και εκατόν πενήντα μετάνοιες την ημέρα. Απο το σχολειό της Κύπρου βρέθηκε στη Σχολή της Χάλκης με καθηγητή τον τυφλό ποιητή, τον σοφό Ηλία Τρανταλίδη. Απο εκεί και επειτα ολα εξελίχθηκαν ομαλά για τον ανήσυχο Γεώργιο Βιζυηνό. Οι τριγμοί στας φρένας εμφανίστηκαν αργότερα…

«Το Δρομοκαίτειον Φρενοκομείον» όπως ήταν την εποχή του Βιζυηνού
Ο Δηλιγιάννης και τα… εκατομμύρια
Αλλά ας γυρίσουμε πίσω, στο Δρομοκαϊτειο και ας αφήσουμε τον δημοσιογράφο να συνεχίσει την περιγραφή του:
«Η φυσιογνωμία την οποίαν άλλοτε εγνωρίσαμεν, είναι ολίγον εξηντλημένη, το αυτό γένειον, η αυτή φαλάκρα. Το ζωηρόν των οφθαλμών απεξηράνθη και το πυρ των εσβέσθη μαζί με την δάδαν του νού. Εμειδίασε μόλις με είδε.
-Γνωστή φυσιογνωμία, παρετήρησεν, τείνων μοι συγχρόνως την χείρα. Ηθέλησα ευθύς εξ αρχής να τον προκαταλάβω, και αποσπάσω λογικήν τινα απάντησιν και δεν απέτυχον.
- Δεν ετυχε να μάθετε, οτι η “Εστία” δημοσιεύει τώρα τον “Μοσκώβ Σελήμ” σας ;
- “Η “Εστία” τον “Μοσκώβ Σελήμ” μου; Και εσιώπησεν επί τινας στιγμάς, ωσεί προσπαθών να θέση εις τάξιν τον λαβύρινθον της μνήμης του. Ναί, ναί, εχετε δίκαιον. Ετυχε μίαν απο αυτάς τας ημέρας να κρατή κάποιος εδώ πέρα το φύλλον της “Εστίας” και επειδή είδε το ονομά μου ήλθε και μου το εδειξεν. Αλήθεια, η “Εστία” έγινε καθημερινή ; Επαυσε το εύμορφον περιοδικόν της ; Όχι, του είπον, εκδίδεται όπως πριν κατά οκταήμερον, όταν είσθε συνεργάτης, τώρα ανέλαβε την διεύθυνσίν της ο Ξενόπουλος. “ Ο Γρηγόρης; Τον κακομοίρη! Θα του κάμω κι εγώ κανένα καλό ποίημα, οταν εβγω απ΄εδώ μέσα. Το ζήτημα είναι να πεισθή ο βασιλεύς οτι τα 700 εκείνα εκατομμύρια δεν θα τα δώσω εις τον Δηλιγιάννην…»
Οι σκηνές και οι εικόνες που περιγράφει ο δημοσιογράφος είναι συγκλονιστικές. Ο συγγραφέας των σπουδαιοτάτων εργων «το αμάρτημα της μητρός μου» και «ποίος ο φονεύς του αδελφού μου», μιλά ασυνάρτητα, αναφέρεται σε φανταστικές συναντήσεις του με τον Βασιλέα Γεώργιο τον Α΄ του υπόσχεται οτι δεν πρόκειται να δώσει τα εκατομμύρια που εχει στον πολιτικό αντίπαλο του Τρικούπη τον Δηλιγιάννη και απαγγέλει ενα ωραίο του ποίημα την “Μαργαρώ”, με τα κατάμαυρα μάτια του να σπινθηροβολούν και μετά να χάνουν την ζωντάνια τους, η διάνοιά του να θολούται και τα μάτια του να ξαναπαίρνουν την χαύνουσα εκφραση και να αρχίζει να γελά…
«Ηγέρθην να αναχωρήσω. “Μου κάμνετε την χάριν, είπε στρεφόμενος προς το μέρος μου, να προσφέρετε τους χαιρετισμούς μου, εις τον Παλαμάν και τον Δροσίνην…
-Υπάρχει καμία ελπίς ιατρέ, ήτο η πρώτη μου ερώτησις μόλις εξήλθομεν της αιθούσης.
“Δυστυχώς ουδεμία, ούδ’ η αμυδροτέρα ακτίς ελπίδος, Πάσχει εκ προϊούσης γενικής παραλύσεως και η νόσος του ευρίσκεται εις το τελευταίον της στάδιον…
Ο Γεώργιος Βιζυηνός, διαισθανόμενος το τέλος του ζήτησε παπά από τη Μονή Δαφνίου να τον μεταλάβει. Εγκατέλειψε τα εγκόσμια, αλλά τα κείμενα του παραμένουν αθάνατα.
Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009
Το άρθρο δημοσιεύεται στην εφημερίδα REAL NEWS (20-12-2009)
Ινφογνώμων Πολιτικά
Στίχοι του Φρενοκομείου
Μεσ’ στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα
σ’ ένα μνήμα!
Σαν μ’ αρπάχθηκε η χαρά
που εχαιρόμουν μια φορά
έτσι σε μιαν ώρα..
μεσ’ σ’ αυτήν την χώρα
όλα άλλαξαν τώρα!
Κι απο τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φώς μου,
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου.
Μεσ’ στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά,
σέρνω το βαρύ μου βήμα
σ’ ένα μνήμα…
Τον σταυρό τον αψηλό
αγκαλιά γλυκοφιλώ
το μυριάκριβο όνομά της
κι απ’ τα χώματά της
η φωνή της η χρυσή
με καλεί “έλα και σύ
δίπλα στο ξανθό παιδί σου
και κοιμήσου!”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου