Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Αφιέρωμα, στην Ζώγια Γραμματικοπούλου ,συγγραφέα με το ψευδώνυμο Ζώγια Μεταλλικιώτη.






Ζώγια Μεταλλικιώτη
Η Ζώγια Μεταλλικιώτη γνωστή στη Θεσσαλονίκη ως ιδιοκτήτρια των καφέ "Ζώγια ,βιβλίο τσάι και συμπάθεια " έχει εκδώσει μέχρι σήμερα δύο μυθιστορήματα "«Παράδρομοι της μνήμης»και ""Έρωτας στα δίσεκτα χρόνια".
Με την Ζώγια  γνωριστήκαμε σε κάμπινγκ της Χαλκιδικής .Ήταν η χαρακτηριστική περίπτωση βιβλιοφάγου  γυναίκας, που κυκλοφορούσε  μόνιμα με ένα βιβλίο στο χέρι , διαφορετικό κάθε φορά μέσα  λίγες μέρες .Δεν ήταν η περίπτωση του ατόμου που βρίσκεται στην παραλία με ένα βιβλίο ως επίδειξη του "διαβάζω" αλλά της γυναίκας που είχε τις ανησυχίες,  τις αναζητήσεις, την επιθυμία της να διαβάσει, αλλά και να μάθει, να αισθανθεί, να καταλάβει .Πολλές φορές είχαμε συγκεντρώσεις ,με κεντρικό θέμα κάποιο βιβλίο που επέλεξε η Ζώγια ,σαν μια μικρή λέσχη βιβλίου .Από τότε δεν χαθήκαμε , σήμερα κρατώ συγκινημένος  τα δύο της βιβλία, ενώ πληροφορήθηκα από την ίδια ότι έχει ήδη τελειώσει  το τρίτο της μυθιστόρημα που περιμένει να εκδοθεί ,ολοκληρώνοντας  την τριλογία της .
Παρακάτω έχω αναρτήσει δημοσιεύματα του τύπου την περίοδο που  εκδόθηκαν τα δύο μυθιστορήματα της .

Ζώγια Μεταλλικιώτη (συγγραφέας)

Το παραπάνω όνομα είναι ψευδώνυμο της Ζωής Γραμματικοπούλου (αν και περισσότερο γνωστή ως Ζώγια από τα καταστήματα που δημιούργησε με την επωνυμία Ζώγια -  Βιβλίο, τσάι και συμπάθεια) με το οποίο ψευδώνυμο υπογράφει το πρώτο της βιβλίο, το μυθιστόρημα «Παράδρομοι της μνήμης» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες. Η Ζώγια Μεταλλικιώτη έδωσε συνέντευξη στον Σωτήρη Ζήκο και το περιοδικό CITY.http://www.cityportal.gr/

Τι πραγματεύεται το μυθιστόρημά σου;
Αναφέρεται σε μια κοπέλα η οποία ψάχνει τις ρίζες της. Ήταν υιοθετημένη, δεν ήξερε ότι ήταν υιοθετημένη, κάποια στιγμή το έμαθε και από κει και πέρα ψάχνει τις ρίζες της. Φτάνει σε ένα χωριό του Κιλκίς και μέσα από την αναζήτησή της μαθαίνει όλη την ιστορία του πατέρα της, της μάνας της και εντέλει όλη την ιστορία του χωριού, όλων των ανθρώπων που ζήσανε δίπλα στη μάνα της και τον πατέρα της.

Ποια είναι τα βασικά πρόσωπα που εμφανίζονται στην αφήγηση;
Βασικά είναι η Ελένη, αυτή που ψάχνει τις ρίζες της, η οποία ανοίγει και κλείνει την ιστορία, αυτή που μπαίνει στο χωριό και θυμάται εικόνες από την παιδική της ηλικία στην αρχή… Και μετά εμφανίζεται η Τασία, η οποία, μαθαίνοντας ότι από εδώ κατάγεται η μάνα της, ενδιαφέρεται να αγοράσει ένα σπίτι στο χωριό… Είναι οι δύο γιαγιάδες, η Λέγκω και Φανή, οι οποίες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ιστορία… Είναι η Ειρήνη, η φίλη της μάνας της Τασίας από τα παλιά χρόνια, που ήξερε την ιστορία της… Είναι ο Τάσος, ο πατέρας της Τασίας τον οποίο τον σκότωσαν –τον σκότωσε ένας προδότης του χωριού την περίοδο της αντίστασης στους Γερμανούς… Αυτά είναι τα βασικά πρόσωπα και στο τέλος εμφανίζεται και ένα πρόσωπο-έκπληξη από το πουθενά.

Τα πρόσωπα αυτά και τα περιστατικά είναι πραγματικά;
Είναι πραγματικά. Απλώς όλες αυτές τις ιστορίες τις μετέφερα να συμβαίνουν μέσα σε ένα χωριό. Το οποίο χωριό το γνωρίζω, ξέρω την κάθε γωνία του, την κάθε πέτρα του, είναι το δικό μου χωριό, το Μεταλλικό του Κιλκίς. Εκεί λοιπόν μεταφέρω ιστορίες που έχουν συμβεί αλλού, από αφηγήσεις που έχω ακούσει –κι έχω ακούσει πάρα πολλές αφηγήσεις για εκείνη την περίοδο, από γνωστούς, από συγγενείς αλλά και αγνώστους με τους οποίους μετά γίναμε φίλοι… Ναι, είναι αληθινές ιστορίες.

Τις οποίες ιστορίες μόλις τις άκουγες τις κατ έγραφες κάπου;
Ναι, τις κατ έγραφα, κι ακόμα τις καταγράφω, σε ένα ειδικό αρχείο στον υπολογιστή μου, που το έχω ονομάσει «Οι ιστορίες των άλλων». Παλιά τα κατ έγραφα στα τετράδια μου, τα οποία όλα αυτά τα τετράδια τα μετέφερα εδώ και κάποια χρόνια, σκαναρισμένα, σε ένα αρχείο του υπολογιστή και κάθομαι τώρα και τα αντιγράφω σε κείμενα. Όπως και κάποιες συνεντεύξεις που έκανα ως έρευνα γι’ αυτά τα πρόσωπα, τα πέρασα σε αρχεία ήχου και μετά τα απομαγνητοφώνησα.

Αυτά τα τετράδια που είπες, από πότε τα γράφεις; Εγώ γράφω τις σκέψεις μου και διάφορα πράγματα που με εντυπωσιάζουν… από τα 22 μου χρόνια
Σχεδόν από την εποχή του γάμου μου, πριν από 42 χρόνια… Έγραφα τότε και κάποια τα έσκιζα βέβαια, τα περισσότερα όμως τα κράτησα… Βέβαια τώρα, τα διαβάζω και δεν μ’ αρέσουν καθόλου –άσχετα με αυτό όμως, τα κρατάω.

Σε αυτά τα τετράδια έγραφες με σκοπό να γίνεις συγγραφέας ή σαν να κρατούσες ημερολόγιο;
Όχι, όχι σαν συγγραφέας, ποτέ δεν πήγε εκεί το μυαλό μου… –σαν ημερολόγιο. Η απόφαση να βγάλω βιβλίο με αυτά που έγραφα ήρθε πριν από 3 χρόνια… Έχω μια φίλη, που είναι συγγραφέας, η Μαρία η Πάρλα, και σε κάποια στιγμή της είπα: «Να σου δώσω κάτι να διαβάσεις, να μου πεις;» και διάβασε τις ιστορίες μου και μου είπε: «Δεν έχεις δικαίωμα να τα κρατάς αυτά για τον εαυτό σου». Εκείνη με παρακίνησε να τα εκ δώσω, «για να τα μάθει ο κόσμος» όπως μου είπε. Τέλος πάντων, όχι ότι δεν τα ξέρει ο κόσμος, αλλά οι νεότεροι δεν τα ξέρουν. Ακόμα και ο γιος μου απόρησε και με ρώτησε: «Βρε μάνα, αυτά γίνονταν;» Έτσι βγήκε το βιβλίο. Με βοήθησε πάρα πολύ βέβαια η Μαρία, η οποία είναι και η διορθώτρια του βιβλίου… Βασικά με έμαθε να γράφω, με έμαθε να ανακαλύπτω τα περιττά… Έτσι τώρα, στο δεύτερο βιβλίο που γράφω, βλέπω πόσο εύκολα ανακαλύπτω τα περιττά και τα πετάω.

Εσύ, είσαι κάποιο από τα πρόσωπα αυτού του βιβλίου;
Εγώ;… Ναι, είμαι η Ελένη. Αυτή με την οποία αρχίζει και τελειώνει η αφήγηση.

Και τα βιογραφικά στοιχεία της Ελένης είναι αληθινά; Είχες αδερφή που πέθανε και πήρες το όνομά της;
Ναι, είχα αδερφή, αντάρτισσα, που πέθανε και πήρα το όνομά της. Η μάνα μου, όταν πέθανε η αδερφή μου, ήτανε στο όγδοο μήνα, σε μένα. Και όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, πήρα το όνομά της. Και ζούσα όντως κάτω απ’ τη σκιά της –γιατί, όπως μου λέγανε πάντα, ήταν πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος. Πέθανε 18 χρονών και τη λέγαν Ζωή κι εκείνη.

Και πέθανε από μηνιγγίτιδα, όπως η μεγάλη Ελένη στο βιβλίο;
Ναι, ναι, όπως τα λέει  έγιναν όλα… Θέριζαν και οι αρρώστιες τότε… Δεν είχε κυκλοφορήσει και η στρεπτομυκίνη… –μετά από ένα χρόνο ανακαλύφθηκε νομίζω.

Τα Ποντιακά, που υπάρχουν και στο βιβλίο, τα μιλάς κανονικά ή στα μετάφρασαν κι εσένα;
Και στο βιβλίο τα μιλάνε μόνο οι γιαγιάδες, τα νέα κορίτσια δεν μιλούσαν από τότε –γιατί υπήρχε η σκέψη ότι κάποια στιγμή θα πάνε να ζήσουν στην πόλη και δεν πρέπει να έχουν προφορά ποντιακή. Εμένα κάθε φορά που έλεγα λέξη ποντιακή η μάνα μου μού έδινε μπάτσο στο στόμα. Έτσι, εγώ τα καταλαβαίνω όλα, αλλά δεν έχω την ευχέρεια να τα μιλάω, να εκφράζομαι σε αυτά… Στο βιβλίο βοήθησε ο Θανάσης ο Γεωργιάδης από τις εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες που βγήκε το βιβλίο, ο οποίος είναι γνήσιος πόντιος και μου είπε: «Τα Ποντιακά σου θέλουν διόρθωμα» (γέλια). Και μου τα διόρθωσε. Και έχω και μια φίλη η οποία ξέρει πολύ καλά να χειρίζεται τη γλώσσα την Ποντιακή και κάθε τρεις την ώρα ήμουν στο τηλέφωνο και την ρωτούσα -πριν γνωρίσω τον Θανάση τον Γεωργιάδη-, της έλεγα κάνε μου αυτήν την πρόταση ποντιακή και στείλτη μου με μήνυμα (γέλια). Συνέχεια αυτό κάναμε, μου έστελνε μηνύματα εις την Ποντιακήν.

Γιατί είναι πολύ δύσκολο, άλλο να τα μιλάς και άλλο να τα αποδίδεις γραπτά, μπορεί να τρως σύμφωνα και φωνήεντα που στον προφορικό λόγο τα μασάς και εννοούνται…
Ναι, ναι, γι’ αυτό λέω πως όλα τα καταλαβαίνω αλλά δυσκολεύομαι να εκφραστώ σε αυτά. Τώρα, με αυτό το βιβλίο, άρχισα να ανακαλύπτω κι εγώ την ποντιακή γλώσσα σε βάθος. Υπήρχαν λέξεις που δεν μπορούσα να μεταφράσω στα Ελληνικά, διότι δεν μεταφράζονται με μία λέξη, σημαίνουν πολλά πράγματα μαζί.

Και στο δεύτερο βιβλίο που γράφεις, θα συνεχίσεις με τις ίδιες αφηγήσεις που έχεις καταγράψει ως τώρα;
Στο δεύτερο βιβλίο θα είναι οι ιστορίες που συνέβησαν στο χωριό την περίοδο του εμφυλίου, που είναι συνταρακτικές ιστορίες. Που κι εκεί η ερωτική ιστορία που αφηγούμαι βασίζεται στην αφήγηση μιας αντάρτισσας τότε, που κάτι έκανε κλικ ανάμεσα σε αυτή και κάποιον ταγματασφαλίτη, ο οποίος την έσωσε σε κάποια περίπτωση, αλλά βέβαια η ιστορία τους δεν συνεχίστηκε, ενώ εγώ την συνεχίζω.




Οι γυναίκες μιλούν για τον Εμφύλιο

Το πρωί η Ζώγια Μεταλλικιώτη εξυπηρετεί πελάτες στο καφέ της στη Θεσσαλονίκης και το απόγευμα γράφει το επόμενο μυθιστόρημά της
Έρωτας στα δίσεκτα χρόνια, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ.

"Ξέρεις, μερικά πράγματα ζυμώνονται και φουσκώνουν στα μυαλά των ανθρώπων σύμφωνα με τις συνθήκες ζωής του καθενός. Τους ανθρώπους της περιοχής μας, από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον εαυτό μου, τους θυμάμαι ν' αρμενίζουν δίχως άγκυρα σε φουρτουνιασμένες θάλασσες. Μετά ήρθε ο πόλεμος, εκείνος απέξω, κι ύστερα αυτός από τα μέσα. Κάποια στιγμή, κι ενώ οι γονείς μας πίστεψαν πως δεν υπήρχε διαφυγή από την αγριότητα, κάτι έγινε και τα ευνουχισμένα όνειρά τους βρήκαν μια χαραμάδα και πέρασαν... Κι οι φτωχοί δικαιούνται να κάνουν όνειρα, έτσι δεν είναι; Ποιος θα μπορούσε να τους κατηγορήσει γι' αυτό;" Ο συνδυασμός συγκίνησης, απλότητας και λογικής στον τόνο της φωνής της ήταν συγκλονιστικός, κι εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του απ' αυτό το πρόσωπο - για χάρη της παραβίασε τους νόμους που ως λίγο πριν υπηρετούσε. "Μάθε να μ' εμπιστεύεσαι", της είπε... Η ιστορία ενός άδολου έρωτα, με φόντο τα τραγικά χρόνια που γνώρισε η πατρίδα μας, σ' ένα βαθύτατα ανθρώπινο μυθιστόρημα.

Η Ζώγια Μεταλλικιώτη, ψευδώνυμο της Ζωής Γραμματικοπούλου, γεννήθηκε στο Μεταλλικό Κικλίς το 1946 και μεγάλωσε με διηγήσεις, απουσίες, βιώματα δύσκολα και μνήμες, δικές της και άλλων. Γρήγορα την κέρδισε ο κόσμος του βιβλίου (στην ανάγκη του βιβλίου βρίσκεται άλλωστε και η αφετηρία της δημιουργίας των καταστημάτων Ζώγια - βιβλίο, τάσι και συμπάθεια, στα οποία πίνοντας κανείς το τσάι ή τον καφέ του μπορεί να ξεφυλλίσει ή και να διαβάσει ένα βιβλίο) και έπειτα από πολύχρονες αναγνώσεις, αποφάσισε να τυπώσει και τις δικές της μνήμες σ’ ένα βιβλίο, που αποτέλεσε την πρώτη λογοτεχνική της προσπάθεια (Παράδρομοι της μνήμης, εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2009). Τα πρόσωπα και τα περιστατικά, που εκείνο το βιβλίο ζωντάνεψε και τα οποία προέρχονταν από τα τραγικά χρόνια που γνώρισε η πατρίδα μας, ήταν στην πλειονότητά τους αληθινά, και η περιγραφή τους βασίστηκε μόνο σε αυθεντικές διηγήσεις. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και το δεύτερο βιβλίο της.

Τα άγρια γεγονότα του Εμφυλίου σε ένα χωριό του Κιλκίς αφηγείται η Ζωή Γραμματικοπούλου στο δεύτερο μυθιστόρημά της, που θα κυκλοφορήσει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Η αφήγησή της, βασισμένη σε πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν στο Μεταλλικό του Κιλκίς και στα οποία είχαν ανάμειξη οι χωριανοί, η οικογένεια και οι συγγενείς της, εκτυλίσσεται γύρω από τον μύθο της ερωτικής σχέσης μιας αντάρτισσας με έναν ταγματασφαλίτη.
Οι πρωταγωνιστές της ζουν με τραγικό τρόπο την προσωπική τους ιστορία μέσα σε ένα εφιαλτικό σκηνικό από κρεμασμένα κεφάλια και σκληρές φρικιαστικές εικόνες που αναπαριστούν το κλίμα της εποχής.

Η Ζωή Γραμματικοπούλου εμφανίστηκε στα γράμματα με το μυθιστόρημα «Παράδρομοι της μνήμης» (Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2009) και το ψευδώνυμο Ζώγια Μεταλλικιώτη, όπως είναι γνωστή στους Θεσσαλονικείς: η Ζώγια, η ιδιοκτήτρια των καφέ «Ζώγια, βιβλίο, τσάι και συμπάθεια», που κατάγεται από το Μεταλλικό του Κιλκίς. Εκεί έζησε ώσπου τελείωσε το δημοτικό και μετακόμισε με τη μητέρα και τα αδέλφια της στη Θεσσαλονίκη.
Της αρέσει να παρατηρεί τους ανθρώπους και να ακούει τις ιστορίες τους. Αποθησαύριζε για χρόνια διηγήσεις των γερόντων του χωριού της, μαρτυρίες-ντοκουμέντα για την ιστορία του τόπου, μια ψηφίδα της ελληνικής προπολεμικής, κατοχικής, εμφυλιακής και μεταπολεμικής ιστορίας, τις οποίες κατέγραφε σχολιαστικά ή τις ηχογραφούσε.
Πριν από οκτώ χρόνια απέκτησε τον πρώτο της υπολογιστή και άρχισε να μεταφέρει εκεί όλο αυτό το υλικό. Κάποια στιγμή αποφάσισε να το συνθέσει σε μια ενιαία αφήγηση. «Εγραφα δειλά δειλά, δεν ήξερα πού θα πήγαινε αυτό».
Η Μαρία Πάλλα, φιλόλογος και συγγραφέας, πελάτισσα στο καφέ της, της ζήτησε να δει τα κείμενά της και την παρότρυνε να τα εκδώσει. «Τα περισσότερα πρόσωπα και τα περιστατικά που αναφέρονται στο βιβλίο είναι αληθινά και η περιγραφή τους βασίστηκε σε αυθεντικές αφηγήσεις» λέει για το πρώτο της βιβλίο.
Προσωπικές αφηγήσεις από διάφορα μέρη της Ελλάδας, οι οποίες στο μυθιστόρημα τοποθετούνται όλες σε ένα βορειοελλαδίτικο χωριό: Είναι τα πρώτα χρόνια της κυβέρνησης της «Αλλαγής». Μια γυναίκα ανακαλύπτει ότι είναι υιοθετημένη. Αναζητώντας τις ρίζες της καταλήγει σε ένα χωριό του Κιλκίς όπου μαθαίνει την ιστορία της μητέρας και του πατέρα της και συνθέτει σιγά σιγά την προσωπική της ιστορία μέσα από τις αφηγήσεις των ηλικιωμένων που έζησαν τον πόλεμο και τον Εμφύλιο.
Οι προδοσίες, οι βιαιότητες, οι δολοφονίες, οι βιασμοί, τα συνταρακτικά συμβάντα της τραγωδίας του Εμφυλίου στοιχειώνουν τη συγγραφέα. Σε αυτή την ιστορική περίοδο βρίσκεται και η απαρχή της δικής της προσωπικής ιστορίας.
Γεννήθηκε το 1946. Ο πατέρας της έφυγε πολιτικός εξόριστος για τη Βουδαπέστη όταν η ίδια ήταν τεσσάρων μηνών. Πέθανε στην εξορία το 1958. Δεν τον γνώρισε ποτέ. Τα κείμενά της είναι διάστικτα από στοιχεία αυτοβιογραφικά. Η Ελένη, η αφηγήτρια στους «Παράδρομους της μνήμης», είναι προσωπείο της ίδιας της συγγραφέως. Όπως κι εκείνη, είχε μια αδερφή που πέθανε προτού ή ίδια γεννηθεί. «Ήταν αντάρτισσα, πέθανε δεκαοχτώ χρόνων, όταν η μάνα μου ήταν έγκυος σε μένα. Την έλεγαν Ζωή και πήρα το όνομά της» μας λέει.
Αν στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ο σπαραγμός του Εμφυλίου μοιάζει μακρινός, για την ίδια τα γεγονότα παραμένουν αλησμόνητα. Με την καταγραφή και τη μυθιστορηματική ανάπλαση των μαρτυριών των ηλικιωμένων θέλει να διατηρήσει τη μνήμη μιας περιόδου τραυματικής, όπως παρουσιάζεται μέσα από τη φωνή των γυναικών που έμειναν πίσω στη ρημαγμένη επαρχία.

Καφές και βιβλία

Η Ζωή Γραμματικοπούλου γράφει από τα 20 της. «Εγραφα κι έσκιζα» λέει. Χαρακτηρίζει την εμπειρία της γραφής τρομακτική αλλά απελευθερωτική. Τώρα γράφει καθημερινά: «Τα Σαββατοκύριακα, όταν δεν είμαι στο καφέ, μπορεί να καθήσω και 12 ώρες μπροστά στον υπολογιστή».
Η ιδιότητα της συγγραφέως είναι κάτι νέο. Εκείνη που τη χαρακτηρίζει, λέει η ίδια, είναι «επαγγελματίας αναγνώστρια». Το βιβλίο ήταν το στήριγμά της σε δύσκολες εποχές. Περνούσε πολλές ώρες στα βιβλιοπωλεία της Θεσσαλονίκης, ψάχνοντας στα ράφια, ξεφυλλίζοντας βιβλία. Έτσι ξεκίνησε η ιδέα να ανοίξει ένα «καθιστικό βιβλιοπωλείο».
Το 1985 άνοιξε στην οδό Σβώλου το κατάστημα «Ζώγια, βιβλίο, τσάι και συμπάθεια», ένα καφέ με πολλά βιβλία, όπου μπορούσε να περάσει κανείς τον χρόνο του διαβάζοντας. «Ήταν η εποχή που σύνθετα μαγαζιά δεν υπήρχαν ακόμη και είχα πρόβλημα με την άδεια. Κάθε πρωί έβρισκα το κατάστημα σφραγισμένο από την αστυνομία», θυμάται.
Προσπάθησε να δει τη Μελίνα Μερκούρη, την τότε υπουργό Πολιτισμού. «Έκλεισα ένα ραντεβού μαζί της, δεν θυμάμαι τώρα πώς τα κατάφερα. Πήγα στην Αθήνα, τη συνάντησα στο γραφείο της, της έδειξα φωτογραφίες του μαγαζιού, με τα τραπέζια και τα καθίσματα και γύρω τα πέτρινα ράφια γεμάτα βιβλία. Ξαφνιάστηκε. “Με ποια αιτιολογία δεν σου δίνουν την άδεια;” με ρώτησε. Της είπα για λόγους υγειονομικούς, το επιχείρημα ήταν ότι τα βιβλία μπορεί να αποτελέσουν παράγοντα μόλυνσης για τον καφέ. “Mα είναι τρελοί οι άνθρωποι εκεί πάνω;” αναρωτήθηκε. Με δική της μεσολάβηση από
την επόμενη μέρα με άφησαν να δουλέψω το μαγαζί».
Ο κόσμος της Θεσσαλονίκης το στήριξε πολύ. Στα ράφια του καφέ βρίσκονταν οι νέες κυκλοφορίες και ενημερωτικά έντυπα για το βιβλίο, «κυρίως λογοτεχνία και πολύ πολιτικό βιβλίο». Ηταν η πρώτη δεκαετία μετά τη μεταπολίτευση και ο κόσμος ενδιαφερόταν για το δοκίμιο πολιτικού προβληματισμού.
Την ίδια εποχή αποφασίζει να διεξαγάγει διαγωνισμό διηγήματος για νέους συγγραφείς με χρηματικό έπαθλο και προσφορά βιβλίων. Ανάμεσα στα μέλη της κριτικής επιτροπής o Δημήτρης Λυπουρλής και ο Παναγιώτης Μουλλάς, καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, οι φιλόλογοι και συγγραφείς Γιάννης Ατζακάς, Μαρία Πάλλα.
Τα τρία καλύτερα διηγήματα τα εξέδιδε κάθε χρόνο σε έναν μικρό τόμο. «Ο διαγωνισμός κράτησε δεκαπέντε, ίσως και δεκαεπτά χρόνια. Σταμάτησε η διεξαγωγή του γιατί με τα χρόνια ελαττώθηκαν οι συμμετοχές».
Έχει αλλάξει, λέει, η σχέση των νέων με το βιβλίο. «Περισσότερο διαβάζουν τα κορίτσια» σημειώνει, επιβεβαιώνοντας από την καθημερινή της παρατήρηση στο κατάστημα τα στοιχεία που δίνουν και επίσημες έρευνες. Από το 2000 παρατηρεί ότι το ενδιαφέρον των νέων για το βιβλίο έχει πέσει κατακόρυφα: «Παλιά το βιβλίο δεν έφευγε από τα τραπέζια. Τώρα οι νέοι δεν διαβάζουν».






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου