Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Η γυναίκα της μεσάντρας /Ξανθίππη Τσίτσαρη




ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Τον είδα μέσα στο πλήθος .Φευγαλέα στην αρχή .Μέσα μου έλεγα σιγανά πως δεν είναι αυτός .Ήταν αδύνατον να τον δω μετά από τριανταέξι χρόνια. ’Έμενε ακίνητος και κοίταζε γύρω-γύρω το κόσμο .Κάποιον έψαχνε ,ίσως περίμενε ένα ραντεβού ,όμως ήταν εκεί ανάμεσα σε νέους ,γριές ,περαστικούς. ’Ήθελα να σηκώσω το χέρι ψηλά και να τον γνέψω αλλά δεν θα ήταν το καλύτερο σκέφτηκα. Η να βγάλω μια φωνή ,»Ε! Εδώ είμαι «, αλλά ούτε αυτό θα ήταν όμορφο .
Τριανταέξι  χρόνια σιωπής είναι πάρα πολλά για να μιλήσεις τώρα ,για να φωνάξεις έναν άνθρωπο που στέκεται σε μια άκρη κι έχει τακτοποιήσει τη ζωή του όπως  εκείνος ήθελε .Πως είναι δυνατόν να σπάσεις έτσι τη σιωπή δύο ζώων; Σταύρωσα τα  χέρια μου ,έκαμνε και λίγη ψύχρα ,έριξα το ελαφρύ πανωφόρι μου κι έμεινα ασάλευτη να τον κοιτάζω .Αυτός είναι αλλά άλλαξε .Γκριζάρισαν τα κατάμαυρα μαλλιά του ,είναι πάλι σοβαρός κι απόμακρος ,δεν μπορώ να θυμηθώ το γέλιο του .Το είδα τόσο λίγο  άλλωστε .Δεν το χόρτασα ποτέ. ‘Έχω μια πείνα σαν κι αυτή ,όπως όταν έχεις το καλοψημένο καρβέλι στα χέρια σου ,αλλά δεν το τσακίζεις στη γωνία να το φας. Η πείνα ! Το κορμί του ίσιο λαμπάδα και οι πλάτες φαρδιές ,τα μπράτσα δυνατά .Νομίζω πως σαν τ’ ανοίξει ,θα με πνίξει ολάκερη μέσα τους. Ας έτρωγα μια γωνιά απ’ το καρβέλι ! Ψάχνει ! Μόνο με τα μάτια ψάχνει να βρει αυτό που περιμένει .Ασάλευτος ,ήσυχος ,υπομονετικός .Το Αυγουστιάτικο κρύο με περονιάζει .Τον κοιτώ .Δεν ψάχνω τίποτα .Δεν περιμένω κανέναν .
Ο κόσμος πολύς .Θα την γλιτώσω ,δεν θα με πάρει είδηση ,δεν θα με δει ,έτσι θα χαθούμε πάλι μέσα στο πλήθος χωρίς κουβέντα ,χωρίς ένα γεια .Γυρίζω να φύγω .Τι νόημα έχει να κάθομαι και να χαζεύω αφού δεν έχω τη δύναμη να του πω ένα τι κάνεις ;Βήματα μικρά σιγανά θα με πάνε πίσω στα γιατάκι μου .Σκύβω το κεφάλι κάτω κι αρχίζω να μετράω το πλακόστρωτο .Θυμάμαι τα μάτια του στο τότε ,νοσταλγώ τη νεότητα μου στο πριν ,κι όλα θα συνεχίσουν όπως πρώτα .Μουγκά .Σταθερά .Απρόσωπα .Αμίλητα .
Ο πονοκέφαλος με βασανίζει μέρες τώρα .Μια βδομάδα με αναλγητικά ,δεν λέει να περάσει ο πόνος .Καρφιά χτυπάνε το μάτι μου ,το αυτί μου και το σαγόνι μου .Πόνος πολύ δυνατός .Λίγο η ζέστη  μ’ανακουφίζει .Ο ύπνος μαρτύριο .Κρύο πολύ .Η μέση μου χαλαρή ως τη στιγμή που δυο χέρια την αγκαλιάζουν και της κάνουν μια περιστροφή .Το πρόσωπο μου μαζί με όλο μου το σώμα ,γυρίζει κι αντικρίζει ένα στήθος .Σηκώνω τα μάτια μου λίγο πιο ψηλά και βλέπω τα μάτια του .Είναι έτοιμα να μου μιλήσουν ,αλλά δεν βγάζουν κουβέντα .Τα χέρια του όμως με σφίγγουν ,με ζυμώνουν σα να θέλουν να βεβαιωθούν ότι είμαι εγώ ,είμαι ζωντανή ,είναι το δικό μου σώμα αυτό που πιάνουν .’Έχω παγώσει ολόκληρη κι όμως ο ιδρώτας αυλακώνει όλη την πλάτη μου .
«Σ’ έψαχνα « ! Μου λέει σιγανά στο αυτί .» « Με βρήκες «! Του λέω, ενώ τον κοιτώ στα μάτια.» Ήλθα για κείνο το αντίο που δεν είπαμε ποτέ «(μου λέει ).»Κι ήλθες τριάντα έξι χρόνια μετά να σου το πω;». « ‘Όχι ήλθα μονάχα να δω αν είναι αντίο η καλωσόρισμα».
Λύγισαν τα γόνατα μου .Δεν μπόρεσα ν’ αρθρώσω λέξη .’Ήθελα να πω πολλά ,αλλά δεν έλεγα τίποτα .Γύρισα γύρω –γύρω τα μάτια μου ,κανένας δεν έβλεπε προς το μέρος μας .
Του’ γνεψα  να περπατήσουμε .Τρέκλιζα. Το βήμα μου ήταν ασταθές και οι παλμοί στην καρδιά μου αμέτρητοι. Δεν μιλήσαμε σ’όλη τη διαδρομή .Κάτσαμε σ’ ένα ήσυχο καφενεδάκι .Παραγγείλαμε διάφορα εδέσματα ,δεν φάγαμε τίποτα. Εκείνη την ώρα δεν μπορούσα να κάνω καμιά ανασκόπηση των γεγονότων της ζωής μου .Εκείνη ακριβώς τη στιγμή εκείνος ήθελε ένα φιλί από μένα .Δεν ήταν τσιγκουνιά που δεν το έδωσα, ήταν …άβολα.
Κανένας δεν μιλούσε μόνο βλεπόμαστε .»Ήσουν σίγουρη ότι σε ξέχασα «(είπε). « ‘Ήμουν βέβαιη ότι σε θυμόμουνα πάντα και πιο πολύ όταν πέρναγα άσχημα .Γιατί όλα είχαν μείνει στη μέση και όταν γίνεται έτσι νομίζεις πως όλα θα’ ταν ζάχαρη .Στην πραγματικότητα όμως δεν  υπάρχει το τέλειο ,στο μυαλό όμως χτίζονται παλάτια»
Άγγιξε τα μαλλιά μου στοργικά ,φώναξε το σερβιτόρο και πλήρωσε το λογαριασμό και μου ζήτησε να του δείξω το δρόμο για να φύγει επειδή είχε μονοδρομηθεί από την  αστυνομία για μια γιορτή που γινότανε .Ανηφορίσαμε να βρούμε το αυτοκίνητο .Τού’ κανα νοήματα πως θα βγει από την πόλη .Γύρισε και με κοίταξε .
_Μπες στο αυτοκίνητο και πάμε ως εκεί .Θα σε γυρίσω πίσω (μου είπε ).Τι να του έλεγα ; Φοβάμαι να μπω μέσα μην με δούνε ,η φοβάμαι να μπω μέσα γιατί θέλω να φύγω μακριά ;
Αστεία !Κάθισα μαζεμένη κι αμίλητη. Του έδειξα το σωστό δρόμο για την επιστροφή .Εκεί ακριβώς στην παράκαμψη σταμάτησε .Άνοιξε τα μάτια του και μου είπε : «Γιατί οι άνθρωποι αυτοτιμωρούνται ;» Σήκωσα τους ώμους « Δεν θέλω τίποτα από σένα πίστεψε με .Μόνο να ξέρω πως με σκέφτεσαι «.
Τον κοίταξα βαθιά. Γιατί μόνο εγώ ήξερα καλά πως τον σκεφτόμουνα πάντα αγνά ,απλά όπως εκείνο το γλυκό άγγιγμα στα χέρια που έζησα πριν τριανταέξι χρόνια.

Η Ξανθίππη Τσίτσαρη κατάγεται από τη Σιάτιστα .Σήμερα ζει με την οικογένεια της στον Πολύγυρο Χαλκιδικής.Ο σύζυγος της Δημήτρης Κυργιαφίνης είναι ζωγράφος ,ενώ η κόρη της Μιχαέλα Κυργιαφίνη ,έχει εκδόσει ήδη σε ηλικία 21 ετών τον πρώτο της δίσκο με μουσική και τραγούδια δικά της .
  "‘Η γυναίκα της μεσάντρας " είναι το πρώτο της βιβλίο που εκδόθηκε ..Περιλαμβάνει μικρές ΄καθημερινές ιστορίες  που περιστρέφονται γύρω από την γυναίκα ήρωα του βιβλίου της . Έχει ολοκληρώσει τη γραφή του  δεύτερου της βιβλίου ,του οποίου την έκδοση   αναμένουμε με ενδιαφέρον .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου