Κυριακή, 25 Μαΐου 2014

Πηνελόπη Βολτέρρα,Οδοιπορικό,1η Ενότητα,ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Θέρισα  του  χθες  την  σπορά
και  σε  δεσμίδες  χώρισα
κόπους   καρπούς  και  πεθυμιά
κ’ είδα  τον  κόπο  γελαστό, νέο  παλικάρι  
στο  ένα  χέρι  να  κρατά 
από  καθάριο  ασήμι,  το  δρεπάνι.
Είχε  τα  πόδια  του  γυμνά,
στη  ράχη  περιφάνεια
στα  μάτια  και  στο  μέτωπο
παράξενη  ανταύγια.
Το  χέρι  βλέπω  το  δεξί
να  γνέφει  το  κάλεσμά  μου
και  με  υπόκλιση  βαθειά
από  τα  χρυσά  του  τα  μαλλιά
ένα   καρπό  μου  δίνει.

Παίρνω  το  δώρο  τ’ ακριβό,
ένα  κόκκο  του  σιταριού  μικρό
που  έλαμπε  στα  δάχτυλα  ωσάν  μαργαριτάρι.
Σύρε  μου  λέει  για  σπορά
η  γη,  ο  χρόνος,  περιμένει,
βάλε  στο  χώμα  που  πατάς
τον  σπόρο
χίλιους  μυριάδες  καρπούς  να  φέρει.


Δάκρυσα  και  προχώρησα
με  τ’ ακριβό  μου  δώρο,
κοίταξα  τον  ουρανό
κι  ένιωσα  τόσο  δα  μικρός
κάτω  από  τον  ουράνιο  θόλο.
κοίταξα  προς  την  γη
κ’ είδα  στο  χώμα  τ’ αχνάρια  των  ποδιών  μου.
Η  ανάσα  μου  βγήκε  ανάλαφρα
οι  ώμοι  σηκωθήκαν
και  τα  μαλλιά  περήφανα
τίναξα   ξοπίσω.

Τράβηξα   για  τον  βορρά
σ’ ανάματα  νερά  να  πλύνω
τον  σπόρο  πριν  τον  σπείρω.
Έπειτα,
από  τις  παλάμες  άφησα  το  χώμα
τον  καρπό  μου  να  σκεπάσει
κι  έμεινα  γονατιστός  στη  μάνα  γη
και  προσευχήθηκα
τον  κόπο  μου  στα  σπλάχνα  να  δεχθεί.

Κι  ο  νέος,  σαν  Άγγελος  στο  πλάι
Χαμογελά,
το  χέρι  σηκώνει  και  μου  δείχνει
το  δρεπάνι   που  αστράφτει
από  του  ήλιου  την  φωτιά.
Σύρε  μου  λέει  τώρα  στο  καλό,
καρπούς   για  την  άλλη  σπορά  να  θρέψεις.

Πήρα  τον  δρόμο 
εκείνον που  οδηγεί
πέρα
στην  χρυσοπύρινη  αυγή.
Τα  βήματά  μου  ξεδιπλώνονταν   αργά
κ’ η  σκέψη  αναρωτιόταν  στοχαστικά
τα  όσα  μέσα  από  τους  αιώνες,
το  παιδί  και  ο  γέροντας  αναζητά.

Τότε  η  μνήμη   προβάλει  ξαφνικά
ως  κόρη  ξεχασμένη,
μέσα  στα  μάτια  με  κοιτά
και  τα  μαλλιά  μου  στα  δάκτυλά  της  πλέκει.
Μένει  για  λίγο  σιωπηλή, 
έπειτα,
το  χέρι  της  προσφέρει και  στο  χορό  των  πέπλων
με  παρασέρνει.
Στο  σμαραγδί  βυθίζομαι, χάνεται  η  θωριά  μου,
η  μνήμη  σε  μνήμες   μακρινές
με  πόνο  το  κορμί  μου  διαγράφουν
κι  οι  κτύποι  της  καρδιάς
γυρίζουν   του   χρόνου  το  ρολόι
έτσι,  που  τα  χρόνια  σε  δευτερόλεπτα  διαβαίνουν.
Χρόνια  μέσα  σε  δάκρυα  και  λάθη
χρόνια  γεμάτα  με  αδύναμα  πάθη.


Η  κόρη  ανάσανε  βαθιά,
κι  άφησε  στην  πνοή  της 
να  διώξει  μακριά
το  σμαραγδί  πέπλο  της  ψυχής  της.
Μα  η  μια  ανάσα  την  άλλη  ακολουθεί
και  το  κορμί  της  ντύνει
σ’ αραχνούφαντο   πέπλο  βιολετί,
για  τ’ άδυτα  μονοπάτια
του  Άδη  τα  παλάτια

Σε   τροχιές  ανοίγεται,
στ’ άπειρο  πορείες  διαγράφει
που  μέσα  από  αυτές  πλανώμενη,  περιπλανιέται
και  νόμοι  μυστικοί  που  τ’ άστρο  της   κρατάνε
σε  ουράνια  ταξίδια  την  οδηγούν,
στων   πέπλων  το  υφάδι 
στου   είναι   το  αχνάρι,
δίχως  να ξέρει
το  μέτρο,  τον  ρυθμό  του  ποιητή  της,
παρά   αδύναμη    αφήνεται
στων  αισθήσεων   το  μεθυστικό  τραγούδι,
μέσα  από  τον  ήλιο  χορεύει,  τραγουδά,
λικνίζεται  στων  άστρων  τη  μυστική  σκιά,
αναδιπλώνεται,  πονά  και  πάλι  ανασηκώνεται
με  του  έρωτά  της  τα  φτερά.
Πάνω  στο  χώμα  γεννιέται  και  γεννά,
πάνω  από  τα  στάχια  ανεμίζει  τα  χρυσαφένια  της  μαλλιά,
πάνω  στα  ρόδα  το  δάκρυ  της  ολόδροση   σταλαγματιά,
πάνω  στο  βιολετί  ιστό  της
αφήνει  την  ανάσα  της  και  θεατής  πια,
το  έργο  της  κοιτά.
Σαν   ήλιος πάνω  στη  γη
το  ροδαλό  της  πέπλο  ξαναγεννά.
Κόρη   και  Μάνα 
Γιος   και   Πατέρας
μέσα   στα  στήθη  Μήτρα  και  Στέμμα
αρχέτυπη  κληρονομιά.


Η  κόρη  προχώρησε  αργά
την  ψυχή  μου  κέντησε  με  βαθυστόχαστη  ματιά,
έμεινα  εκεί,
σιωπηλά  να  την  κοιτώ
από  της  μνήμης  την  ματιά.
Πόσο  και  πάλι  ένιωσα  μικρός
και  πόσο  μεγάλος  καθώς   σκυρτούσαν
της  συνειδητότητάς  μου  τα  φτερά.
Δίπλωσα   τ’  όνειρο  στοχαστικά
που  στα  πέπλα  ζητούσε   νάβρει
την  Μήτρα  της  αρχέτυπης  κληρονομιάς.
Προχώρησα  ξανά
για  τον  δρόμο  της  χρυσοπύρινης  αυγής.


Μα  λίγο  πιο κάτω, 
βλέπω  τον  νέο  να  μου  χαμογελά.
Σύρε  μου  λέει
και  μ’ ένα  ρόδο μου  στολίζει  τα  μαλλιά.
Είναι  μακρύς  ο  δρόμος,
μα  καθώς  ένα, ένα  τα  μονοπάτια  θα  οδεύεις
κι  οι  πεθυμιές  θα  γίνονται  έγνοιες  ξεχασμένες,
τότε, 
τότε  τα  χείλη  σου  βάλσαμο  θα  στάξουν
από το  γλυκό  κρασί  της  γνώσης
και  τα   βήματά  σου  ολοένα  θα  σ’ οδεύουν,
στο   φώς   του  λυτρωμού  σου. 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου