Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Άννυ Τυχαίου,η τελευταία μέρα που μελαγχολώ



joconda

Άνθρωποι φθηνοί, κακοί και αδιάφοροι,
θόρυβος μέρα και νύχτα ,
μουσική, φωνές, φασαρία
αυτά και άλλα πολλά
με ανάγκασαν να κουφαθώ.
Αν όμως μου μιλήσεις εσύ,
ακόμα και να ψιθυρίσεις
για την αγάπη αυτή που με κρατά ζωντανή,
τότε θα πω: Ακούω!
Αδίκως λένε ότι λένε
αυτοί που με κατηγορούν
ας λένε ότι θέλουν,
ας κοροϊδεύουν, ας χλευάζουν
το ίδιο θα κάνουν και πάνω από τον τάφο μου,
απλά με ωθούν στην αιώνια σιωπή.
Μα αρκεί να προφέρω το όνομα σου
για να πω: Μιλάω!
Μάταια όλα, επιφανειακά και παροδικά
ψεύτικες αξίες και ιδέες
με οδήγησαν στο απόλυτο σκοτάδι.
Κουφή, μουγκή και τυφλή
σ αυτή την εφήμερη ζωή
μα ακόμα και έτσι ήξερα να σου προσφέρω πολλά.
Αρκούσε να σε κοιτάξω στα μάτια
για να πω: Βλέπω!
Και όταν μια μέρα φύγω,
εγκαταλείψω αυτό τον κόσμο τον σκοτεινό
και έχω δει μόνο εσένα,
εσένα που τον έκανες φωτεινό,
δε θα χρειάζομαι οίκτο και συμπόνια.
Ούτε στόχους άσκοπους, απατηλούς και μάταιους,
αρκεί να αποκοιμηθώ στην αγκαλιά σου
και τότε θα πω: Έχω ζήσει!

M.Parker


Όχι, δεν είμαι η τελευταία
των μελαγχολικών,
είμαι μια από αυτούς
που προτιμούν
να κάνουν σημαία
τη θλίψη τους.
Να την ανεμίζουν
ψηλά, τόσο ψηλά όμως
ώστε να μη τη χάσουν
από το οπτικό τους πεδίο
να τη βλέπουν
να την προσέχουν σα φυλαχτό.
Μια από αυτούς, τους άλλους
που θέλουν να τη γεύονται
ως την τελευταία της σταγόνα
και να την απολαμβάνουν.
Ναι, ναι, αυτό που σας λέω
ξέρουμε τι κάνουμε,
δεν είμαστε τρελοί
ούτε και άρρωστοι.
Όχι πιο άρρωστοι
από τους υπόλοιπους,
αυτούς που την κρύβουν
μέσα σε σεντούκια πολυκαιρισμένα
και σκωροφαγωμένα,
ερμητικά κλεισμένα.
Που την αγνοούν με την ελπίδα
να τους αγνοήσει,
να τους ξεχάσει,
όπως προσπαθούν
να την ξεχάσουν και αυτοί.
Μάταια όμως
έχει καλή μνήμη η θλίψη
τους θυμάται όλους,
και πιότερο αυτούς
που την καταχωνιάζουν.
Δεν της αρέσει η σκόνη
ούτε το σκοτάδι,
ούτε και η σιωπή.
Θέλει να κάνει τις βόλτες της
να βλέπει ουρανό
να ακούει ήχους,
να αναπνέει και αυτή.
Και τιμωρεί, ναι τιμωρεί
όλους αυτούς
που την αγνοούν,
που τη φυλακίζουν.
Τους τιμωρεί
με την αόρατη
μα αιώνια παρουσία της.

Emilio Fiaschi


Τα μάτια φοβάμαι να κλείσω
να αφεθώ
να περάσω το μεσότοιχο
να παραδοθώ στον ύπνο.
Τα βλέφαρα βαριά
μα ο φόβος δε μ΄αφήνει
αιχμάλωτη με κρατά.
Φόβος, πως ίσως
δεν θα υπάρχει
άλλο αύριο για μένα,
πως απόψε
θα είναι το τελευταίο μου σήμερα.
Πρόσεχε ψυχή μου,
πρόσεχε μη σε πάρει ο ύπνος
και παραδοθείς στο θάνατό σου,
της ψιθυρίζω.
Μα ο ύπνος άλλα της λέει
δυνατά, πολύ δυνατά
με ξεκουφαίνει.
Ηρέμησε, κοιμήσου,
αφέσου στη λύτρωση μου.
Κι άμα δεν ξημερώσει
το αύριο για σένα,
αν αντί να έρθεις σε μένα
περάσεις
στην απέναντι όχθη της ζωής,
δε θα το μάθεις.
Μήπως θα ξυπνήσεις
για να το ξέρεις;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου