Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Σ αγαπούσα μανούλα μου ,Άννυ Τυχαίου

Σ αγαπούσα μανούλα μου
κι ας μη σου το έλεγα, ας μην το έδειχνα, αργά το κατάλαβα και εγώ..
Παιδούλα ήμουνα, σα να ήταν σήμερα,
που ήρθε το ταξί το άκουσα και έφυγα
τρέχοντας, να κρυφτώ ήθελα
να μην είμαι μπροστά σαν έμπαινε σε αυτό
να μη την δω να φεύγει.
Πως, πως μπορεί σκεφτόμουνα
σφίγγοντας το στόμα για να μην κλάψω.
Στεγνά τα μάτια μου, σκληρά τα δάχτυλα μου
σκληρά και παγωμένα γράπωναν τον πράσινο φιόγκο
πάνω από την κουφοπιετα
στο λαδοπρασινο φόρεμα μου.
Τον έσφιγγαν σα να ήθελαν να κρατηθούν
από αυτό, από κάπου.
Το είχε ράψει η ίδια της με μια κουφοπιετα μπροστά
επιθυμία δικιά μου.
Μα μου κότσαρε και τον φιόγκο κει δα
και ασορτί γιακά που δεν ήθελα
αλλά έλεγε ότι έτσι είναι πιο όμορφο
και ότι μου πάει και να μη γκρινιάζω.
Έκανα καιρό να το φορέσω
από αντίδραση και πείσμα
μα κάποια μέρα το δοκίμασα κρυφά
μου ήταν κοντό πλέον αλλά δε μ ενοιαξε
βγήκα έτσι στη γειτονιά
και από τότε έγινε το αγαπημένο μου.
Άκουσα τη φωνή της: Αννουλα, Αννουλαααα
που είσαι Αννουλα, ελααααα
φεύγω, έλα να σε αποχαιρετίσω.
Να φύγεις, να φύγεις δε με νοιάζει
όπως δε σε νοιάζει και σένα που πίσω με αφήνεις
έλεγα σιωπηλά, μάλλον σκεφτόμουνα,
τα χείλη μου ήταν κλειστά, δε βγαίνω, φύγε!
Και έφυγε, με παράτησε στη μάνα της και έφυγε
πήγε να βρει τον άνδρα της
τον ξεβράκωτο σώγαμπρο, που πήγε και παντρεύτηκε
η ελαφρόμυαλη μοναχοκόρη και μοναχοπαίδι της,
 όπως έλεγε η γιαγιά μου.
Τον πάτερα μου,
που με μ έναν πολυάσχολο πεθερό
και μια αυταρχική πεθερά που δεν τον είχε και σε πολύ μεγάλη εκτίμηση,
 πιο δούλος και από τους εργάτες που είχαμε ήταν.
Έφυγε κρυφά αυτός, δεν άντεχε άλλο
και σε λίγο καιρό ειδοποίησε τη μάνα μου να πάει να τον βρει.
Και σήμερα έφευγε κι αυτή, παρατούσε παιδιά
και όλα τα καλά που είχε στο πατρικό της και
πήγε στο άγνωστο μεν, στον άνδρα της δε...
Δεν έκλαψα, όχι, δεν έκλαψα, την τιμώρησα και δεν έκλαψα!
Δεν έκλαψα μα δεν τη συγχώρεσα ποτέ γι αυτό, γιατί άραγε...
μήπως επειδή έκλαιγε η ψυχή μου κι ας ήταν τα μάτια μου στεγνά;
Χρόνια πολλά αργότερα, κι αφού είχα γίνει κι εγώ γυναίκα και μάνα με μεγάλα παιδιά,
 μια μερα την επισκέφτηκα και τη βρήκα να είναι μόνη,
ολομόναχη σ ένα άδειο και έρημο σπίτι, λυπημένη φαινόταν.
Κάθισα κοντά της,
 γύρισε και μου χαμογέλασε και είχε τόση γλύκα το χαμόγελο της αυτό που με παραξένεψε...γλύκα μα και θλίψη, μια απέραντη θλίψη...
Μια ηλικιωμένη γυναίκα με τέσσερα παιδιά και με έντεκα εγγόνια σκέφτηκα,
 να είναι μόνη της,
 να μην έχει κανένα κοντά της
 και πονεσα,
πονεσα την αγκάλιασα και έκλαψα.
Όπως ίσως έπρεπε να κλάψω παιδούλα, τότε που με άφηνε και έφευγε
αλλά τότε δεν ήθελα να την καταλάβω, μάλλον δεν μπορούσα...
Έκλαψα πολύ, δε μπορούσα να σταματήσω,
 η μάνα μου με ρωτούσε τι έχω και προσπαθούσε να με παρηγορήσει,
έκλαιγε κι αυτή μαζί μου.
Πως να καταλάβω τότε, παιδί ακόμα,
πως με έναν πολυάσχολο και αδιάφορο πατέρα
και μια αυταρχική και δυναμική μητέρα που είχε τα ηνία σε όλα,
 ακόμα και στην ανατροφή των παιδιών της,
το μόνο πραγματικά δικό της ήταν ο πατέρας μου,
ότι ακόμα και εμάς, αίμα και σάρκα της,
δεν μας είχε,
δεν της επέτρεπε η ίδια η μάνα της να μας έχει.
Ανώριμη και άβουλη τη θεωρούσε μα και έτσι να ήταν ακόμα, δίκη της η ευθύνη,
 αυτή τη μεγάλωσε,
μάλλον η ανατροφή ήταν δική της γιατί παραμάνα τη μεγάλωσε,
ψυχοκόρη την αποκαλούσε η γιαγιά μου.
Τώρα, μετά από τόσα χρόνια το συνειδητοποιουσα αυτό,
 την ένιωσα και τη συγχώρεσα, συμφιλιώθηκα επιτέλους μαζί της.
Μάνο που ήταν αργά, δεν πρόλαβα να της δείξω, δώσω αγάπη,
 αυτή την αγάπη,
που της στέρησα όλα αυτά τα χρόνια που την τιμωρούσα.
Κατάθλιψη είπαν οι γιατροί, παραιτήθηκε,
δε θέλει να ζήσει άλλο όταν σταμάτησε να τρώει,
να μη συμμετέχει σε τίποτα, παρούσα-απούσα ήταν.
Μια μέρα που ήταν λίγο στα καλά της, τη ρώτησε η αδελφή μου πόσα παιδιά έχει,
απάντησε σωστά, τέσσερα είπε. Και ποια ειναι τα παιδια σου ρωτησε παλι η αδελφη μου...
 Ο Κώστας, ο Αντώνης, η Ναυσικά και εσύ της λέει,
διπλά καθομουνα και εγώ μα το δικό μου όνομα δεν το είπε.
Και αυτή ποια είναι ρώτησε ξανά η αδερφή μου και με έδειξε.
Η Άννα είπε αμέσως, μα νωρίτερα μέτρησε την αδερφή μου δυο φορές, εμένα καμμια...τυχαίο;
Πέθανε μερικούς μήνες αργότερα, επιλογή της ήταν,
 ίσως και η μόνη φορά που πήρε πρωτοβουλία στη ζωή της,
 να ήταν το ότι δεν ήθελε πλέον να ζήσει...
Άννα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου