Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

"μελωδικά λαλάνε",Άννυ Τυχαίου


Τα πουλιά το πρωί να τιτιβίζουν άκουγα και χρόνια πολλά πίσω με το μυαλό μου πήγα.

Δευτέρα γυμνασίου θαρρώ ήμουνα, Άνοιξη το θέμα της έκθεσης. Ε, άρχισα κι εγώ μες στην καλή χαρά λέξεις στην κόλλα χαρτί να αραδιάζω, εύκολο σκεφτόμουνα, πανεύκολο. Έγραφα για την ανθισμένη φύση, για τα δέντρα, γαλανούς ουρανούς, ήλιους λαμπερούς, συναισθήματα χαρούμενα και αισιόδοξα, ολόκληρο κατεβατό. Έφτασα και στα πουλιά, τι πιο αυτονόητο...άνοιξη δίχως κελαηδητά πουλιών μόνο άνοιξη δεν είναι.

 Μα εκεί κόλλησα, το μυαλό μου σκάλωσε...το μολύβι ένα με το ιδρωμένο χέρι μου έγινε, να σκεφτώ προσπαθούσα μα η κούτρα μου τίποτα δεν κατέβαζε. Μα πως ταιριάζει αναρωτιομουνα και το ρολόι κοιτούσα, η ώρα τέλειωνε κι εγώ στα πετούμενα ακόμα, να προσπαθώ τις ανάλογες λέξεις για τιτίβισμα και κελάηδημα να βρω. Μελωδικά τραγουδάνε...όχι, δε μου αρέσει ούτε αυτό...φτου κι απ την αρχή, άι στο καλό πως να το διατυπώσω...Τέλος χρόνου ακούω και αναπηδώ... στα γρήγορα "μελωδικά λαλάνε" γράφω και καταϊδρωμένη σηκώνομαι και την έκθεση στην έδρα αφήνω, ανακουφισμένη που έληξε το μαρτύριο αυτό.Τρομάρα μου, έτσι νόμιζα...

Νέα Ελληνικά έλεγε το πρόγραμμα μετά από τρεις μέρες, ευτυχώς ανώδυνα θα περάσει η ώρα αυτή στην διπλανή μου ψιθύρισα, όρεξη δεν έχω σήμερα και πολλή. Η τάξη όλη σοβαρή καθόταν και αμίλητη, η φιλόλογος μας κι αυτή περιέργως σιωπηλή.

Τυχαίου, στον πίνακα ξαφνικά την φωνή της άκουσα . Επ, εδώ είμαστε σκέφτηκα και χαρούμενη σηκώθηκα, θα της άρεσε η έκθεση μου. Στο χέρι μου την έδωσε, να την διαβάσω είπε, άρχισα κι εγώ μέχρι που στα πουλιά και στο "μελωδικά λαλάνε" έφτασα. Το τι έγινε τότε να περιγράψω δεν μπορώ...Χαμός, όλη η τάξη να καγχάζει κι εγώ εκεί να στέκομαι, να απορώ και την φιλόλογο να επέμβει να περιμένω, τέλος να δώσει στο μπούγιο αυτό. Όπως και έκανε μα όχι με τον τρόπο που νόμιζα, ήλπιζα...από τα γέλια να μιλήσει δεν μπορούσε, κατακόκκινη είχε γίνει και "λαλάνε" μόνο άκουγα ανάμεσα από τα χαχανητά της να λέει και με την ψυχή της τρανταχτά να γελά. Φωτιά το πρόσωπο μου, από ντροπή και νεύρα, ρεζίλι έγινα σκεφτόμουνα και πως να φερθώ δεν ήξερα.

 Το πανδαιμόνιο συνεχιζόταν, πυρ και μανία έγινα, την έκθεση χάμω πέταξα, την αίθουσα με βιαστικά βήματα διέσχισα και την πόρτα πίσω μου με βρόντο δυνατό κοπάνησα. Στα σκαλιά κάθισα και με λυγμούς σπαρακτικούς έκλαιγα... Μα κάποια στιγμή, με έκπληξη μου, διαπίστωσα πως κλάμα δεν ήταν πλέον αυτό...γέλιο δυνατό και κακαριστό ήταν, ξεκαρδίστηκα να γελώ με τον ίδιο μου τον εαυτό.

Λάλησα και εγώ!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου