Τρίτη, 17 Ιουνίου 2014

Πλανόδιοι μουσικοί,γράφει ο Ευστάθιος Γαϊτανίδης eleftheria.gr


Το γνωρίζω αυτό το βλέμμα, το γνωρίζω. Καταλαβαίνω αμέσως αυτήν την έκφραση. Με κοιτάνε με οίκτο με λυπούνται, δεν μπορούν να καταλάβουν πόσο ευτυχισμένος είμαι. Με κοιτάνε και νιώθουν αμέσως καλύτερα μέσα στην δική τους σιγουρεμένη ζωή. Νομίζουν πως αγάπη είναι μόνο τα όμορφα ρούχα και η άνετη ζωή. Δεν μπορούν να καταλάβουν πως η αγάπη είναι πολύτιμη όπως και αν δίνεται.΄

 Πλανόδιοι μουσικοί είμαστε, ο πατέρας με το κλαρίνο του και εγώ με ένα τουμπερλέκι, που στο τέλος των τραγουδιών, το γυρίζω ανάποδα και ο καθένας ρίχνει εκεί μέσα ό,τι θέλει. Όταν θέλουν να μας δώσουν κάτι χωρίς να μας ακούσουν, ο πατέρας θυμώνει, πιστεύει πως προσπαθούν να μειώσουν την αξιοπρέπειά μας. Δεν δεχόμαστε κανενός είδος κέρασμα αν δεν μας ακούσουν πρώτα αν δεν χαρούνε με την τέχνη μας, με την μουσική μας.

 Φέτος τελειώνω την τελευταία τάξη του δημοτικού σχολείου, τα παίρνω τα γράμματα και θα συνεχίσω. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου οι γονείς μου γυρίζουν παντού παίζοντας και τραγουδώντας. Περιοδεύουμε οικογενειακά με ένα τροχόσπιτο. Τα καλοκαίρια πηγαίνουμε σε υπαίθρια πανηγύρια από πόλη σε πόλη. Καμιά φορά πηγαίνουμε και σε ήσυχα χωριά, άλλοτε πάλι σε κάποια άλλα που σφύζουν από κόσμο. Το χειμώνα όμως μένουμε στο ίδιο μέρος, το μεροκάματο βγαίνει δύσκολα από τις ταβέρνες κι από τον δρόμο.

 Η μητέρα μου έχει καταπληκτική φωνή και τραγουδάει σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ο μπαμπάς είναι άφταστος δεξιοτέχνης στο κλαρίνο, αυτοδίδακτος για αυτό και παίζει με έναν τελείως δικό του τρόπο. Παίζει ένα αλλιώτικο είδος μουσικής, παράξενης που περιέχει όμως ό,τι θα ήθελε να ακούσει ο καθένας. Βουνά, φαράγγια, θάλασσα. Τα δάκτυλά του ανοιγοκλείνουν μαγικά, αφήνοντας τον αέρα να βγει από τις τρύπες του κλαρίνου με μοναδικό τρόπο. Είναι σαν να ονειροπολούν καμιά φορά τα ίδια του τα χέρια.

 Σήμερα δεν τα πήγαμε και πολύ καλά από πλευράς εισπράξεων, άλλαξαν οι καιροί, οι άνθρωποι περνάνε δύσκολα, δεν μας αφήνουν καν να παίξουμε, οι περισσότεροι μας διώχνουν αμέσως. Γίναμε και πολλοί στους δρόμους, τα τελευταία χρόνια γεμίσαμε από πλανόδιους μουσικάντηδες.

 Το θαμπό, αδύναμο φως που βγαίνει από την γεννήτρια τρεμοσβήνει, θα τελειώνει μάλλον το πετρέλαιο. Το φεγγάρι θα μας φωτίσει και αυτή την νύχτα στο τροχόσπιτο. Στο νου μου φέρνω ένα από τα τελευταία μας ταξίδια και αμέσως παρηγοριέμαι.

 Θυμάμαι κάποιο όμορφο χωριό σκαρφαλωμένο στις πλαγιές ενός βουνού. Είναι παραμονή του Αι Λιά και η εκκλησία του ξεχωρίζει ανάμεσα στα σπίτια. Αλλά κάτι παράξενο συμβαίνει, το καταλαβαίνουμε από την αρχή, καμιά ετοιμασία δεν βλέπουμε για το μεγάλο πανηγύρι. Όλο το χωριό θαρρείς και είναι άδειο, έρημο, δεν υπάρχει κανείς πού έχουν πάει όλοι; Δεν συναντάμε κανέναν ούτε στο καφενείο, είναι κλειστό.
 Είναι προχωρημένο απόγευμα, δεν μπορεί να βρίσκονται ακόμη στα χωράφια; Λες και βουβάθηκε ολόκληρο το χωριό, τίποτα δεν ακούγεται, ακόμη και τα ζωντανά τους και αυτά ήσυχα είναι. Λίγα μέτρα πιο κάτω περνάμε από μια αυλή που είναι γεμάτη κόσμο, εδώ είναι λοιπόν όλοι οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι. Μια μεγάλη φωτιά είναι αναμμένη. Πλησιάσαμε, κάποιες γυναίκες με μαύρα ρούχα μας κάνουν αμέσως νόημα να φύγουμε. Ένας κάπως ηλικιωμένος κύριος ντυμένος και αυτός στα μαύρα, σήκωσε τα μάτια του και μας κοίταξε.

«Μην φεύγετε» φώναξε, με μια βροντερή και καμπανιστή φωνή. «Ελάτε εδώ».

Ο πατέρας μου κοντοστάθηκε για λίγο, τον είδα που κοίταξε βαθιά στα μάτια τον ηλικιωμένο άνθρωπο.

«Παίξε, ήταν νιός αυτός που έφυγε» του είπε πάλι ο γέροντας. «Παίξε και διώξε τον θάνατο». Από το βάθος του σπιτιού ακούστηκαν κλάματα. Όλοι κοιτούσαν απορημένοι, κάποιοι συνέχιζαν να μας κάνουν νοήματα να φύγουμε. Όλη αυτήν την ώρα καθόμουν ακίνητος, ήταν σαν να ρίζωσαν τα πόδια μου στο χώμα αυτής της ξένης αυλής. Τι να παίξεις για την λύπη; Για τον θάνατο; Σκέφτηκα. Ο πατέρας κόλλησε τα χείλη του στο στόμιο του κλαρίνου και έκανε πολλά δευτερόλεπτα ανάμεσα στα βογκητά και στα κλάματα να βγάλει ήχο, τα χείλη του θαρρείς και είχαν στεγνώσει. Πια μουσική άραγε θα μπορούσε να γίνει αντίδοτο στην λύπη, στον θάνατο;

Ο ήχος που βγαίνει στην αρχή από το κλαρίνο ακούγεται σαν ένα σπαραχτικό ουρλιαχτό, γεμάτο απόγνωση, γεμάτο παράπονο. Χωρίς καθόλου μουσικούς καλλωπισμούς, άρχισε ο πατέρας την αφήγησή του. Μετά η μουσική του έγινε μια προσευχή που υψώθηκε στον ουρανό και στο τέλος έβγαλε κάτι το λυτρωτικό, κάτι που σε έκανε να θες να ακούς συνέχεια και συνέχεια, κάτι που ξυπνούσε πάλι την ελπίδα, την παρηγοριά.

Ναι, τα είχε καταφέρει, νίκησε για λίγο την φοβία του θανάτου. Σαν να καταλάγιασε με μιας τον καημό όσων τον άκουσαν. Τα κύματα της μουσικής του ανακατεύτηκαν με κύματα από τα συναισθήματα όσων ήταν εκεί. Σαν να επικοινώνησε με όλους ταυτόχρονα και με τον καθένα ξεχωριστά.

 Όσο έπαιζε τίποτα άλλο δεν ακουγόταν πια, σταμάτησαν τα κλάματα, οι θρήνοι. Αμίλητοι ήταν και αμίλητοι έμειναν κι όταν φύγαμε, κοίταζαν σαν μαγνητισμένοι. Μόνο μια ήρεμη σταθερή φωνή ακούστηκε, ευχαριστώ, ευχαριστώ.

 Ήταν ο ηλικιωμένος που μας προσκάλεσε.

Ευστάθιος Γαϊτανίδης eleftheria.gr
επιλογή video Τάσος Ορφανίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου