Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : "Loyalty" Christina Sarafianou

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : "Loyalty" Christina Sarafianou: "Loyalty" Christina Sarafianou Μήπως σου δίνω την εντύπωση, ότι είμαι μόνος; Γελάστηκες, ψευδαίσθηση είναι το λουρί στο ...

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : "το κλαρίνο", φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : "το κλαρίνο", φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος: Το 1978 κάπου στην Εύβοια, Μιχάλης Ματζαβίνος Ξεροσταλιάζω προσμένοντας, σε ανυπόφορη πλήξη. Κι όταν το ταξίδι είναι μακρινό, ...

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Το Τέταρτο Κουδούνι: Μοσχοβολάει βασιλικό

Το Τέταρτο Κουδούνι: Μοσχοβολάει βασιλικό: Το Τέταρτο Κουδούνι / 30 Οκτω(μ;)βρίου 2014 Αξέχαστη διπλωματική επιτυχία μας: η επέμβαση του πρεσβευτή μας στην Ελβετία Χαράλαμπου...




"Μια φορά κι έναν καιρό",Γιώργος Βλαχάκης

Μια στάλα δάκρυ
ακούμπησε τη μέρα
κι έγινε νύχτα.

Τέσσερις λυγμοί
φορτώθηκαν τη νύχτα
κι έγιναν σιωπή.

Εφτά ανάσες
ίδρωσαν στη σιωπή
κι έγιναν κόμπος.

Δυο αέρηδες
φυσήξανε τον κόμπο
κι έγινε κύμα.


Τρεις δρόμοι παλιοί
τυλίχτηκαν το κύμα
κι έγιναν γκρεμός.

Μια φορά κι έναν καιρό , που λες, ήταν ένας γκρεμός που τυλίχτηκε ένα κύμα κι έγινε δρόμοι τρεις, που πάνω τους φυσούσαν δυο αέρηδες, που κάνανε τους κόμπους κύμα, που μέσα του κολυμπούσαν εφτά ανάσες ιδρωμένες μέσα στη σιωπή τους , κρυμμένες μέσα σε τέσσερις λυγμούς που είχαν φορτωθεί μια νύχτα, τότε που μια στάλα δάκρυ ακούμπησε τη μέρα …
.......έλα χαμογέλα ...για να τινάξεις την ιστορία στον αέρα ..και να γίνει αστερόσκονη πάνω σε ερωτευμένα βατράχια ....

γ.β.

"αχόρταγα φαντάσματα", Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος

"αχόρταγα φαντάσματα"

Φυσά
- με προσφορά ανάσες…
Ανεμίζουν ξεδιάντροπα
- στάχτες από σβησμένες φωτιές…
Απόλυτη η κυριαρχία
- του σκόρπιου…
Βουβή οργή από ξέφρενα συναισθήματα…
Σκόρπιες αναστολές ποινών
- για εγκλήματα πάθους, με θύτες/θύματα…

********************

Σμιχτά χείλη, αφίλητα καιρό…
Σκέψεις, που δεν ειπώθηκαν…
Θεοί, που δε σε βρίσκουν…
Ικεσίες που ανταμώνουν την απάθεια…
********************
Διψασμένος για έρωτα
- από αγέννητος…
Σκαρφίζομαι τεχνάσματα…
Ανανεώνω ληγμένες ελπίδες…
Επαναφέρω προσδοκίες, τάχα…
Αδρανή αγγίγματα ,
ψηλαφίζουν τον καπνό
- προσφέροντας σιωπή…
Ξεσκέπαστος, θα λεηλατηθώ κι απόψε
- από αχόρταγα φαντάσματα,

που πλανούνται, χωρίς να βρίσκουν ανάπαυση…...ⓀⒽ

"άσε με", Άννυ Τυχαίου

"άσε με"

Ξέρεις ρε φίλε,
τι είναι αλήθειες να λες
και να μη σε πιστεύει,
να σε αμφισβητεί,
ψεύτρα να σε αποκαλεί
και με τον τρόπο του
ψέματα να λες σε ωθεί.

Μα μια απορία σε τρώει,
μαζί σου γιατί να μένει επιδιώκει,
μοχθεί και επιμένει,
σαν εμπιστοσύνη διόλου δε σου έχει,
τη σφραγίδα αυτή στο κούτελο σου βάζει.


Ένα και το ίδιο τι θα πω,
ψέματα, αλήθειες
όλα στο σωρό,
τον εαυτό μου μοναχά εξαπατώ,
σε αυτόν θα δώσω λογαριασμό
και θα απολογηθώ
όταν στα μάτια θα τον κοιτώ.

Όταν και αν
γιατί τώρα δεν μπορώ
αντέχω ακόμα και υπομένω
δε θέλω να με στεναχωρώ
έχω ακόμα καιρό.

Όχι ρε φίλε δεν μπορώ
άσε μας και συ
δε θέλω λέμε ντε

άσε με, άσε με, άσε με

Αφιερώματα "Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους" .ekriti.gr

Το 1963 σαν σήμερα ο Γιώργος Σεφέρης ανακοινώνεται πως θα λάβει το  νόμπελ Λογοτεχνίας από την Σουηδική Ακαδημία στη Στοκχόλμη. Η ομιλία του εκεί αρχές του Δεκέμβρη του ίδιου έτους είναι μνημειώδης και τα νοήματά της διαχρονικά. Ὁ μεγάλος μας ποιητής είναι ένας από τους καλύτερους «μάστορες» της ποιητικής τέχνης. Το ύφος του σεμνό και ρεαλιστικό. Η έκφρασή του λιτή και αστόλιστη εκφράζει απλά τη νεοελληνική πραγματικότητα με τις ατυχίες της και το δράμα της. Πολλά ποιήματά του έγιναν τραγούδια από Έλληνες μουσικοσυνθέτες (Μ. Θεοδωράκης, Γ. Μαρκόπουλος κ.ά.).
Ο Γιώργος Σεφέρης όμως εκτός απο ποιητής υπήρξε και φωτογράφος.
Από τα φοιτητικά του χρόνια στην Αγγλία μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Σεφέρης φωτογραφίζει συστηματικά πρόσωπα και τοπία. Χρησιμοποιεί τις φωτογραφίες του σαν αναμνήσεις, σαν εφαλτήριο πολλές φορές από ότι γράφουν οι μελετητές του. Χαρακτηριστικά στα κείμενά του πολλές φορές βρήκαν σημειωμένο ένα «Φ», όπου υπάρχει σχετική φωτογραφία. Όπως μας πληροφορεί η Μάρω Σεφέρη (σύζυγός του): "Τον ενδιέφερε πολύ η φωτογραφία ως τέχνη, ως μάθημα. Ξεχώριζε την ωραία από την άσχημη ή την ωραιοπαθή φωτογραφία. Του άρεσε ο άνθρωπος με καλό μάτι". Δεν τυπώνει ο ίδιος τις φωτογραφίες του, κρατάει μόνο όσα αρνητικά τον ενδιαφέρουν. Σημειώνει στο περιθώριό τους με μελάνι τον κωδικό που τους δίνει και τα φυλάσσει προσεχτικά σε διαφάνειες και ριζόχαρτο.
Ο ίδιος είναι αμφίβολο αν ποτέ ονειρεύτηκε φωτογραφική έκθεση. Ήταν ένας αφοσιωμένος ερασιτέχνης «με καλό μάτι». Οι φωτογραφίες του δείχνουν έμπνευση στην επιλογή του θέματος, άψογο καδράρισμα και καλλιτεχνική ευαισθησία.
Μνημόνιο ζωής οι φωτογραφίες για τον Σεφέρη. Ενδεικτικά και τα τετράδια στα οποία επικολλούσε τα κοντάκτ τυπώματα και τα υπομνημάτιζε με τη βοήθεια της Μαρώς, που στάθηκε ο ακούραστος συνταξιδιώτης.
Ο Σεφέρης τιμήθηκε με πολλά βραβεία, ελληνικά και ξένα. Το 1963 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας, που για πρώτη φορά απένειμε η Σουηδική Ακαδημία σε Έλληνα συγγραφέα.
Παραλαμβάνοντας το βραβείο του ο μεγάλος ποιητής μας είπε:

«Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ - ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.
Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «... θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε ...». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυρρανισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα - καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης - κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους.
Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.»
( Δεκεμβρίου 1963)

Γιώργος Σεφέρης


Διαβάστε Περισσότερα στο: http://www.ekriti.gr/article/s-auto-ton-kosmo-pou-oloena-steneyei-o-kathenas-mas-hreiazetai-oloys-tous-alloys#ixzz3Hf1Px88J 
Follow us: @ekriti_gr on Twitter | ekriti.gr on Facebook

Σολωμός – Λόρκα – Η μεγάλη εγγύτητα, Δημοσίευση στην Ημέρα τση Ζάκυθος

Γράφει η Φραντζέσκα Κολυβά
Οι δυο τους δε συναντήθηκαν ποτέ. Τους χώριζε ακριβώς ένας αιώνας. Ο Λόρκα γεννήθηκε όταν φτιάχτηκε το πρώτο ζέπελιν, δημοσιεύτηκε το «κατηγορώ» του Ζολά και οι Κιουρί ανακάλυψαν το ράδιο. Σμίγουν, ωστόσο, στην αισθητική της ποίησής τους, αισθητική διαχρονική, αφού διατυπώνεται από την Ιδέα της Ποίησης, ονειρική και αφηρημένη σαν τις πλατωνικές Ιδέες. Και για να θυμηθούμε τον Πολυλά (Προλεγόμενα), «όταν η τέχνη τολμάει να εκφράσει υψηλότατους στοχασμούς κινδυνεύει πολύ να χάσει την ανεξαρτησία της και να φανεί μικρή στο βάθος της αποκαλυμμένης αλήθειας». Αυτός είναι ο λόγος που έχουμε τα σπαράγματα του Σολωμού, και προς αυτή τη συναισθησία τείνει το «ντουέντε» του Λόρκα, μια λέξη που δε μεταφράζεται, δεν ορίζεται, είναι μυστήρια δύναμη, το ίδιο το πνεύμα της γης, όπως λέει ο ίδιος ο Λόρκα, καίει το αίμα και τέτοιο αίμα έχουν έργα βαριά, που περνάνε από την κόλαση και όλοι τα σέβονται.
Αυτήν την ποίηση υπηρέτησαν οι δυο δημιουργοί, τεράστιοι αναντίρρητα και μπροστά από την εποχή τους, που γνώριζαν το βάθος της ψυχής, και μας έδωσαν ποίηση δραματουργική ορθώνοντας ανάστημα στην αδικία (όπως «η Γυναίκα της Ζάκυθος» και τα ποιήματα του Λόρκα για τον εξευτελισμό των μαύρων αμερικανών), υμνώντας τη φύση με έναν τρόπο θρησκευτικό και μεταφυσικό, όπως στην «Ωδή στην Ευχαριστία» όπου ο Λόρκα βλέπει το Θεό ως αγιότατο σημείο συνάντησης λουλουδιών ή ως παιδί κυνηγημένο από επτά ταύρους ενώ ο Σολωμός στον «Κρητικό» αλλάζει την τρικυμία με μια υπερφυσική γαλήνη όταν πνίγεται η αγαπημένη του. Αρκεί να δει κανείς τον «Λάμπρο», την «Φαρμακωμένη» ή τον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα, όπου φύση με φύση ζυμώνει και ζυμώνεται μέσα στην ίδια μεσογειακή μήτρα, μέσα στις φυλλωσιές του λιόκαμπου και των αμπελιών. Η φύση είναι ο μαγικός ιστός πάνω στον οποίο υφαίνουν πόθους, πάθη, έρωτες και μέσα από τη δραματουργία φτιάχνεται μια αφηγηματική μινιατούρα, που μέσα της φωλιάζει η ψυχή του τόπου τους, οι συντοπίτες, οι παραδόσεις, η έγκλειστη αγροτική ύπαιθρος με τα αμείλικτα ήθη που καταδυναστεύουν την ψυχή και την κάνουν να εξεγείρεται άτσαλα, εκρηκτικά, προς έκπληξη όλων.
Το στοιχείο της έκπληξης, της σύγκρουσης και της τραγωδίας που ακολουθεί, διογκώνει ο ποιητικός λόγος, ο αφηγηματικός ιδιαίτερα. Τότε το έργο και οι χαρακτήρες λειτουργούν θεατρικά, όπως στον «Λάμπρο», την «Φαρμακωμένη» και τα θεατρικά της Ανδαλουσιανής γης, οι ιδιοσυγκρασίες και τα συναισθήματα είναι διακριτά (η Μαρία είναι αδύναμη, ο Λάμπρος ήρωας και ένοχος ταυτόχρονα, η Φαρμακωμένη τίμια και ευαίσθητη, η Γέρμα παγιδευμένη και παράφορη) και η ποίηση σηκώνεται από το βιβλίο και γίνεται ανθρώπινη, οι χαρακτήρες φορούν την ποιητική στολή αλλά τα κόκκαλα φαίνονται από μέσα.
Ας δούμε τον «Ματωμένο Γάμο», έργο βαθιά μεσογειακό που αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη παραδόσεων και έχει καταξιωθεί στο μυαλό μας σαν ένα έργο που δεν αφορά μόνο την ισπανική ύπαιθρο αλλά ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου, την Κρήτη ιδιαίτερα (και είναι γνωστή η μετακίνηση Κρητών στην Ζάκυνθο μετά την πτώση του Χάνδακα). Οι επιρροές Κρήτης και Ιβηρικής χερσονήσου λειτουργούν αμφίδρομα, οι πολιτισμικές ρίζες μέσα στο χρόνο είναι βαθιές και η ψυχοσύνθεση των κατοίκων παρεμφερής. Η Ζάκανθα, άλλωστε, ήταν αποικία των Ζακυνθίων στα βορειοανατολικά της Βαλένθιας της Ισπανίας. Όσο για τις τελετουργικές καταβολές της θυσίας του διονυσιακού θεού ταύρου και τα ταυροκαθάψια, είναι φανερό πως συναντούν τις ιβηρικές ταυρομαχίες. Άλλωστε, ένας ταύρος θεός, ο Δίας, ενώνεται με την Ευρώπη, την κόρη του Φοίνικα. Ακόμη το ίδιο εργαλείο θανάτου, το μαχαίρι, παίρνει διαστάσεις ιερού εγχειριδίου των αρχαϊκών θυσιών στη βεντέτα, κοινό έθιμο των δύο λαών.
Από τους συνδυασμούς των κοινών μεσογειακών καταβολών οδηγούμαστε στα σύμβολα της μεσογειακής φύσης των δυο ποιητών, όπως στην αλαζονική σελήνη στον «Ματωμένο Γάμο» και την Φεγγαροντυμένη, επίμονο σύμβολο στον «Κρητικό» και στον «Λάμπρο». Και βέβαια έρως και θάνατος! Έρως ειδωλολάτρης, σκοτεινός, ανικανοποίητος και καταστροφικός (εδώ όσο αφορά τον Λόρκα μιλάει και η καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία του) ενώ ο θάνατος υμνείται σα νεκρική ωδή και ηθική οδύνη (θρήνος στον Ιγνάθιο Μεχίας, Φαρμακωμένη και τόσες άλλες Εις τον θάνατον συνθέσεις του Σολωμού).
πηγή:imerazante.gr

«Αδράξτε την μέρα, την κάθε μέρα!» ,'Αννυ Τυχαίου



Κι άλλη,
όπως και τόσες άλλες
που περάσανε
πίσω δε γυρνάνε
βιάζονται
κι αυτές
σαν σταγόνες κρασιού
γλυκού, στυφού
γλυκόξινου.

δε μετρά αυτό
μα που στο λάρυγγα
στάση δεν κάνουν
με μιας κάτω γλιστράνε
σαν τις μέρες
που έρχονται
περνάνε
και χάνονται
πίσω μένουν

παρελθόν να γένουν..

"Στα παραμύθια" Elixir Elix

Δεν θέλω παραμύθια ,ποτέ δεν μ' άρεσαν.
Αλήθειες θέλω με σκιές και φαντασίες,
έχω τις επαφές κομμένες.

Πονάω διάολε.

Αυτό το τέρας που χει τρυπώσει μες στο μυαλό μου,
ψάχνω να βρω τι το χει πλάσει;
Αφού κι εσύ,
καιρό πια τώρα, μ' έχεις ξεχάσει.

Κι εγώ ξεκάθαρα, είπα αντίο σε ότι παλιό.
Κάτι αφήσαμε ,κάτι μισό.
Κάτι σου χρώσταγα, που εσύ δεν μου ' δωσες
Δεν μου το βγάζεις απ' το μυαλό.

Κι αυτή η νύχτα, ανάθεμα την.
Πλάθει  μύθους, γεννάει ήρωες, φτιάχνει στρατιές.
Πόλεμο στήνει σε διαλόγους, μες τις σιωπές.

Θα ξημερώσει και θα σε σβήσω, σκιάς σημάδι,
Μια αχτίδα ήλιου, θα με ξυπνήσει απ' το σκοτάδι.

Στα παραμύθια δεν έχω χτίσει.

Κι αυτή η νύχτα, δεν θα με ορίσει.

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : Θεσσαλονίκη" Χριστίνα Σαραφιανού

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : Θεσσαλονίκη" Χριστίνα Σαραφιανού: Κι όμως δεν στέκει μόνη της. έτσι κοιμάται, ολόγυμνη.  με μόνη παρέα κάποιο αφηρημένο βλέμμα,  να πέφτει πάνω της σαν χάδι, ανιχν...

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : "Θάλασσα" Χριστίνα Σαραφιανού

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : "Θάλασσα" Χριστίνα Σαραφιανού: Έπαψα να την φοβάμαι. Δεν με τρομάζει η γαλήνη της. Μ’ έχει απορροφήσει η ομορφιά της. Τάσος Ορφανίδης  Θάλασσα ,Christina Sara...
φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : "Φουρτουνιασμένη θάλασσα" φωτογραφία και βίντεο Χ...

εν πλω σημειώσεις φωτογραφίας : "Φουρτουνιασμένη θάλασσα" φωτογραφία και βίντεο Χ...: Δεν μ’ ενοχλεί η μοναξιά, αναστενάζει δυνατά, ακούω το βουητό της,  έχει  το σχήμα  θάλασσας, το κύμα η φωνή της  και την προβλήτα ...

“Έτσι είναι οι άνθρωποι” , Elix Elixir

“Έτσι είναι οι άνθρωποι”

Έτσι είναι οι άνθρωποι... Έτσι είναι ο άνθρωπος...
Για τους ανθρώπους που συνάντησα...

Μετά από τόσες νύχτες,
τόσες πίκρες, τόσες στιγμές,τόσες χαρές
από το χθές μέχρι το σήμερα, σαν συνοθήλευμα.
μορφές ανθρώπων τόσων,
πέρασαν μπροστά από το φως του κόσμου,
πρόσωπα π' αντάμωσα στο τέλος κάποιου δρόμου..

Κι είδα, ανθρώπους δίχως ελπίδα στο πλήθος να γυρνούν,
να ψάχνουν μήπως βρουν το λόγο που πρέπει να ζουν.
Να ψάχνουν μήπως βρουν τη λύση στο γρίφο πριν τρελλαθούν,
να βρουν το πως θα αγαπήσουν ή το πως θα αγαπηθούν.

Και έτσι συνάντησα ανθρώπους,
τόσους που δεν τους θυμάμαι καν,
χίλιες σελίδες να γράψω για αυτούς δεν θα έφταναν.
Κάποιους τους μίσησα, μα ακόμη είναι κοντά μου,
κάποιους άλλους που αγάπησα,
ίσως δεν θυμούνται τ' όνομα μου πια.

Φωτιά στα παλιά βάζω και ανοίγω πανιά...
Θυμάμαι κάποιους που μ' ανοίξαν μια αγκαλιά,
γεμάτη αγκάθια και στάχτη στα μάτια,
με μια ματιά μου 'παν
όσα δεν μου 'παν χίλιες εικόνες, χίλια γραπτά.

χρόνια στους δρόμους, ανθρώπους είδα
και τους μιλώ για να δω τί κρύβουν μέσα στο μυαλό τους.
μέχρι να βρω κάποιον που να μπορώ να εμπιστευτώ,
μέχρι να πω αδερφό μου, αυτόν τον άνθρωπο που πρέπει.

Την ίδια μοναξιά βιώνουμε όλοι μας,
έχουμε τόσους δίπλα μας και όμως νιώθουμε μόνοι μας
και ψάχνουμε έναν άνθρωπο, μες τ' άπειρο,
 σημάδι να μας στείλει,
γιατί δεν γίναμε ποτέ για κάποιον φίλοι....

Έτσι είναι οι άνθρωποι, μια μάζα άμορφη
γεμάτοι αχίλλειες φτέρνες, μα νιώθουνε πάντα άτρωτοι.
Έτσι είναι ο άνθρωπος, μια ακόμη άβυσσος,
μια συννεφιά, μια κόλαση, ένας παράδεισος...

Έτσι είναι οι άνθρωποι... Έτσι είναι ο άνθρωπος...
Για τους ανθρώπους που συνάντησα...

Μετά από τόσα ξενύχτια, τόσα μεθύσια, τόσες σκέψεις
κομμάτι απ' την αλήθεια βρήκα, γι' αυτήν σου γράφω
απόψε νιώσε με, κράτα με και σώσε με
δωσ' μου ό,τι δεν πήρα από τόσους και τόσους...

Έτσι είναι οι άνθρωποι όμως,
 από τη μια σ' αγαπούν,σ' εκτιμούν
την άλλη σε ξεχνούν, σε πετούν, σε χτυπούν,
 με λόγια και πράξεις
Μετά θέλουν να αλλάξεις..

Τη μια σε θαυμάζουν, μετά σε χλευάζουν
Την μια στο δρόμο σου βάγια, την άλλη στο στήθος σου σκάγια.
Σου φτιάχνουν σου λύνουνε μάγια, βλέπεις..

Σου υπόσχονται μα απ' αύριο δεν θυμούνται υποσχέσεις.
Πιο εύκολα ξεχνούν παρά εκτιμούν
 και όταν οι μπόρες θα 'ρθουν
τότε να ξέρεις πως όλοι θα σ' αγνοούν..

Έτσι είναι οι άνθρωποι όμως, μια σιγουριά ζητάνε μόνιμα,
και όταν τη βρούνε πάλι, να ξέρεις πως θα 'χουν πρόβλημα.
Όσα κι αν έχουν περισσότερα ζητάνε,
γι' αυτό δεν μάθανε ποτέ τους να εκτιμάνε.


Έτσι είναι οι άνθρωποι, μια μάζα άμορφη...

"Ασφαλής ή έγκλειστος ;" Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος


Ασφαλής ή έγκλειστος ;
Πάντα μπέρδευα,
τη σιγουριά που δίνει μια γωνιά
- με τη φυλακή της…
Πάντα μπέρδευα την αγκαλιά
- με τα δεσμά…
Πάντα μπέρδευα τις ψευτιές σας
- με τις αλήθειες μου…
Ο φόβος δεν σε εξασφαλίζει
- μην είσαι μαλάκας…
Είναι κελί στα “μπορώ” σου…

Με σάπιο μανόγαλο σε μεγάλωσαν…
Φτύστο…
Θα σε δηλητηριάσει η υποκρισία τους…
Σε μαθαίνουν στην πίκρα
για να ζηλέψεις το μέλι…
Κι αυτό θα κυλάει πάντα μέσα απ' τα χέρια σου
- κάθε που θα το βρίσκεις…
Και ξανά θα ψάξεις και ξανά θα χάσεις…
Η αιώνια σκηνοθεσία της υποταγής…
Απαλλάξου…

Γίνε αγρίμι…… ⓀⒽ

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

I. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1 (πόλη)


Η εικόνα-σύμβολο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Τον πίνακα ζωγράφισε ο Κενάν Μεσαρέ, γιος του Τούρκου (αλβανικής καταγωγής) στρατηγού Χασάν Ταχσίν πασά, που παρέδωσε στους Έλληνες την πόλη.


Κάτοικοι 484.000 (ο δήμος Θεσσαλονίκης το 2011: 322.240)

Η Θεσσαλονίκη είναι χτισμένη στο κέντρο της Μακεδονίας. Το πυκνό συγκοινωνιακό της δίκτυο την ενώνει όχι μόνο με τις άλλες περιοχές της χώρας, αλλά και με τα εδάφη της άλλοτε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας. Βρίσκεται πάνω στην Εγνατία Οδό των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων. Η Εγνατία ήταν η μεγαλύτερη οδική αρτηρία της εποχής. Μέσω Θεσσαλονίκης και Δυρραχίου συνέδεε τη Ρώμη με την Κωνσταντινούπολη.

Μνημείο που αποτελεί το σύμβολο της πόλης είναι ο Λευκός Πύργος. Υπολογίζεται ότι χτίστηκε τον IE’ αιώνα. Εκεί κατέληγε προς τα ανατολικά το τείχος της Θεσσαλονίκης. Αρχικά ονομαζόταν Πύργος των Λεόντων. Χρησιμοποιήθηκε για τις θανατικές εκτελέσεις και γι’ αυτό αποκλήθηκε Πύργος του Αίματος, Καντί Κουλέ στα τουρκικά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν το δεσμωτήριο των βαρυποινιτών. Το Επταπύργιο ή Γιεντί Κουλέ είναι η ακρόπολη της Θεσσαλονίκης. Σε καλή κατάσταση σώζεται και το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο δημιουργός της σύγχρονης Τουρκίας.

Πριν από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, η πόλη είχε ένα έντονο ανατολίτικο χρώμα, με στενά σοκάκια, με σπίτια που τα χαρακτήριζαν οι καφασωτές και οι τζαμαρίες, με μιναρέδες σε κάθε τετράγωνο. Γύρω από τη σημερινή πλατεία Βαρδαρίου απλωνόταν ο Φραγκομαχαλάς. Ονομάστηκε έτσι γιατί εκεί βρίσκονταν τα σπίτια των πλουσίων και αξιωματούχων, Άγγλων, Γάλλων, Γερμανών, Αυστριακών. Η ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική κυριαρχούσε και στην εβραϊκή συνοικία. Οι δύο αυτές συνοικίες ονομάζονταν Πύργοι, επειδή ακριβώς είχαν ψηλά, επιβλητικά σπίτια και επαύλεις.

Η Θεσσαλονίκη ήταν μια κοσμοπολίτικη πολιτεία. Εκεί συνέρρεαν κάθε προέλευσης ξένοι. Αποτελούσε επίσης διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συναντιόνταν ο ανατολίτικος και ο ευρωπαϊκός τρόπος ζωής.

Έλληνες πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη το 1918 Η φωτογραφία είναι του Αμερικανού Λιούις Χάιν
Από παραπήγματα αποτελείτο κυρίως η παλιά Θεσσαλονίκη που κάηκε με την πυρκαγιά του Οκτωβρίου 1917. Σε μια έκταση 1,12 τ. χλμ. όλα τα σπίτια έγιναν στάχτη. Μπορεί η πυρκαγιά να ήταν συμφορά για τη φτωχολογιά. Όμως έγινε αφορμή να ξεπηδήσει μέσα από τις στάχτες η σημερινή σύγχρονη πόλη, η νύφη του Θερμαϊκού.

Μια ακόμη φωτογραφία του Γιώργου Λυκίδη  Άποψη από τον εξώστη του φημισμένου ξενοδοχείου Mediterranean Palace εποχή του Μεσοπολέμου
Τα σχέδια της σημερινής πόλης χάραξε ο Γάλλος αρχιτέκτονας Εμπράρ. Βοηθοί του ήταν οι αρχιτέκτονες Ε. Μώσος, Κ. Κιτσίκης, Α. Ζάχος και οι πολιτικοί μηχανικοί Ι. Πλέιμπερ, Α. Γκίνης και Δελαδέτσιμας. Από τα περισσότερο αξιόλογα κτίρια που κατασκευάστηκαν μετά την καταστροφή είναι το Μέγαρο της Εθνικής Τράπεζας και το Μέγαρο Δρόσου. Γεγονός είναι ότι το σχέδιο του Εμπράρ δεν τηρήθηκε πλήρως, με αποτέλεσμα να υπάρξουν δρόμοι με καμπύλες και τεθλασμένες. Ακόμα και η παραλιακή λεωφόρος περιορίστηκε σε πλάτος 7 μέτρων, ενώ στον αρχικό σχεδιασμό προβλέπονταν 20 μέτρα.

Η πόλη διαθέτει όμορφα πάρκα. Περίφημο είναι το Σέιχ Σου (που μεταφράζεται Χίλια Δέντρα).

Στη Θεσσαλονίκη εδρεύει η Ιερά Μητρόπολη Θεσσαλονίκης. Ο επίσκοπός της έχει τον τίτλο του Εξάρχου πάσης Θετταλίας. Αποκαλείται όχι σεβασμιότατος όπως οι άλλοι ομότιτλοί τους, ούτε μακαριότατος όπως ο αρχιεπίσκοπος της Αθήνας, αλλά παναγιότατος όπως και ο πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης.

Πολλές είναι οι εκκλησίες της Θεσσαλονίκης. Αρκετές από αυτές αποτελούν αξιόλογα βυζαντινά μνημεία. Το αρχαιότερο χριστιανικό μνημείο της περιοχής είναι η Ροτόντα, ο ναός του Αγίου Γεωργίου. Οι Τούρκοι την είχαν μετατρέψει σε τζαμί. Ο ναός του πολιούχου της Θεσσαλονίκης, Αγίου Δημητρίου, χτίστηκε στο σημείο όπου μαρτύρησε ο Άγιος τα χρόνια του διωγμού των Χριστιανών από τον Διοκλητιανό και τον Γαλέριο.

Άλλοι σπουδαίοι ναοί είναι της Θεοτόκου Αχειροποιήτου, της Αγίας Σοφίας, της Θεοτόκου Χαλδαίων, της Αγίας Αικατερίνης, των Αγίων Αποστόλων, του Προφήτη Ηλία, του Αγίου Νικολάου Ορφανού, της Μεταμόρφωσης.

Πριν από τον πόλεμο, στη Θεσσαλονίκη υπήρχε ακμάζουσα εβραϊκή κοινότητα. Εξοντώθηκε από τους ναζί. Για την εβραϊκή παρουσία στη Θεσσαλονίκη μιλά και κείμενο της Καινής Διαθήκης. Αναφέρει ότι στην εκεί συναγωγή ο Απόστολος Παύλος «επί τρία Σάββατα διελέγετο από των γραφών».

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης, η μεγαλύτερη εμπορική έκθεση στην Ελλάδα, λειτουργεί από το 1925. Τον πυρήνα της αποτέλεσε ένα μεγάλο εμπορικό πανηγύρι, που γινόταν από τον μεσαίωνα. Τα εγκαίνια της έκθεσης κάθε χρόνο αποτελούν το σημαντικό γεγονός της πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Τις μέρες της λειτουργίας της, η πόλη παίρνει μια εορταστική όψη. Με την ευκαιρία, διοργανώνονται και εκδηλώσεις με γενικότερο πολιτιστικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, όπως το κινηματογραφικό φεστιβάλ.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο εγκαινιάστηκε το 1962 με την ευκαιρία των εκδηλώσεων για τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης. Η νέα πτέρυγά του εγκαινιάστηκε το 1980. Εντυπωσιακά είναι και τα εκθέματα του Μουσείου Βυζαντινού Πολιτισμού, που θεμελιώθηκε το 1989 από την Μελίνα Μερκούρη, τότε υπουργό Πολιτισμού τότε, και εγκαινιάστηκε το 1994. Στο Μουσείο Αρχαίων Ελληνικών, Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Οργάνων εκτίθενται πάνω από 200 μουσικά όργανα από την εποχή του χαλκού μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα.

Τηλέφωνα: Αστυνομία 231.05.53.800, Τουριστική Αστυνομία 231.05.54.871, Άμεση Δράση 231.04.21.945, Τροχαία 231.05.51.118, Δήμος 231.02.383.21-9, Λιμεναρχείο 231.05.31.504, ΟΤΕ 231.02.36.599, Ταξί 231.02.14.841, 231.02.14.900, 231.02.14.980, 231.02.14.964, 231.05.51.525, 231.05.50.500, 231.05.11.855, Γενικό Νοσοκομείο Άγιος Δημήτριος 231.02.03.121, ΑΧΕΠΑ 231.09.93.111, Ιπποκράτειο 231.08.92.000, Κεντρικό 231.02.11.221, Άγιος Παύλος 231.04.93.400, Παπανικολάου 231.03.57.602, Θεαγένειο 231.08.29.212.


foto,Christina Sarafianou

                                          Η ιστορία της πόλης Θεσσαλονίκης



Στα βήματα του πεπρωμένου:

Όταν ο βασιλιάς Αλέξανδρος ξεκίνησε την εκστρατεία του στην Ασία, άφησε πίσω του τον Αντίπατρο να προσέχει την Μακεδονία και την υπόλοιπη Ελλάδα. Όταν πέθανε, τον Ιούνιο του 323 π.Χ., ο στρατός ανακήρυξε διαδόχους του βασιλιάδες τον διανοητικά ανάπηρο Αριδαίο (γιο του Φιλίππου Β’ και αδελφό του Αλέξανδρου) ως Φίλιππο Γ’ και τον (ακόμα αγέννητο) γιο του Αλέξανδρου και της Ρωξάνης, ως Αλέξανδρο Δ’. Επίτροπος των βασιλέων ορίστηκε ο στρατηγός Κρατερός (έμπιστος φίλος του νεκρού).

Το απέραντο κράτος χωρίστηκε σε σατραπείες που ανέλαβαν να διοικούν, στο όνομα των βασιλιάδων, οι στρατηγοί του νεκρού στρατηλάτη:

Ο Περδίκκας ανέλαβε τη σατραπεία Βαβυλώνας και Ασίας, ο Πτολεμαίος την Αίγυπτο, ο Λυσίμαχος τη Θράκη και ο Αντίγονος την Μεγάλη Φρυγία (περιοχή της Μικράς Ασίας, από τον Άλυ ποταμό ως τον Έρμο). Ο Αντίπατρος κράτησε την Μακεδονία και την Ελλάδα, όπως είχε ορίσει ο Μέγας Αλέξανδρος. Οι στρατηγοί Πολυπέρχων, Ευμένης και Σέλευκος δεν ανέλαβαν διοικήσεις.

Η επανάσταση που ξέσπασε στην Ελλάδα (Λαμιακός πόλεμος) οδήγησε τον Αντίπατρο να συνασπιστεί με τον Κρατερό για να την καταστείλει. Ο Κρατερός άφησε την Ασία κι έσπευσε στην Ελλάδα. Στη Βαβυλώνα, ο Περδίκκας έδιωξε την γυναίκα του παρ’ όλο που ήταν κόρη του Αντίπατρου, παντρεύτηκε την αδελφή του νεκρού Αλέξανδρου, Κλεοπάτρα, και διακήρυξε ότι αυτός είναι ο επίτροπος των βασιλέων. Ήταν φανερό το πού το πήγαινε, οπότε οι άλλοι συνασπίστηκαν εναντίον του.

Αντίπατρος, Κρατερός, Πτολεμαίος, Αντίγονος, Λυσίμαχος αποτέλεσαν το ένα μπλοκ των αντιπάλων. Περδίκκας και Ευμένης το άλλο. Ο Ευμένης τάχθηκε με τον Περδίκκα, πιστεύοντας ότι το απέραντο κράτος του νεκρού στρατηλάτη έπρεπε να μείνει αδιαίρετο και αδιάσπαστο. Στα 321 π.Χ., ο στρατός σκότωσε τον Περδίκκα και ο Ευμένης (σε μάχη) τον Κρατερό.

Οι επιζώντες, πλην του Ευμένη, στρατηγοί συναντήθηκαν για ανακατανομή των εδαφών. Ο Αντίπατρος κράτησε όσα είχε και ταυτόχρονα έγινε αυτός ο νέος επίτροπος των βασιλέων, κάτι σαν αντιβασιλιάς. Οι άλλοι επίσης κράτησαν όσα είχαν, ενώ ο Σέλευκος πήρε την Βαβυλώνα. Τα υπόλοιπα από τα εδάφη του Περδίκκα είχε κληρονομήσει ο (εχθρός τους) Ευμένης.

Ο Πτολεμαίος γύρισε στην Αίγυπτο, ο Σέλευκος πήγε στη Βαβυλώνα, ο Λυσίμαχος είχε προβλήματα με τους Οδρησούς στη Θράκη και ο Αντίγονος βάλθηκε να κυνηγά τον Ευμένη στην Ασία. Τον στρίμωξε στα Νώρα της Καππαδοκίας το 319 π.Χ. Τη χρονιά αυτή, πέθανε στη Μακεδονία ο Αντίπατρος. Πριν να πεθάνει, άφησε επίτροπο τον Πολυπέρχοντα που είχε αποκλειστεί από την πρώτη διανομή εδαφών. Έτσι όμως, έβγαλε από το παιχνίδι τον ίδιο του τον γιο, Κάσσανδρο, που υπηρετούσε ως χιλίαρχος τον Αντίγονο και υπομονετικά περίμενε τον πατέρα του να πεθάνει για να τον διαδεχτεί.

Ο Κάσσανδρος οργάνωσε συμμαχία με τον Λυσίμαχο, τον Πτολεμαίο και τον Αντίγονο ενάντια στον Πολυπέρχοντα. Ο Αντίγονος τελείωσε με τον Ευμένη (τον εκτέλεσε το 317 π.Χ.) κι ετοιμάστηκε να εισβάλει στη Θράκη, ενώ ο Κάσσανδρος προσεταιρίστηκε τους Αθηναίους και βάδιζε προς την Μακεδονία από τον Νότο.

Μοναδικό στήριγμα του Πολυπέρχοντα έμενε η χήρα του Φιλίππου Β’ και μητέρα του Αλέξανδρου, Ολυμπιάδα, με τα πιστά σε αυτήν στρατεύματα που έφθαναν από την Ήπειρο. Μέσα στον χαμό, η γυναίκα του διανοητικά ανάπηρου Φίλιππου Γ’ (του Αριδαίου), Ευρυδίκη, θέλησε να κάνει παιχνίδι. Αποπειράθηκε πραξικοπηματική κατάληψη του θρόνου. Πριν όμως από τη μάχη με τα στρατεύματα της Ολυμπιάδας, οι στρατιώτες της την εγκατέλειψαν. Η Ολυμπιάδα την πρόλαβε, την αιχμαλώτισε, εκτέλεσε κι αυτήν και τον Φίλιππο Γ’ και περιόρισε δραστικά τους μνηστήρες του θρόνου.

Στο διάστημα αυτό, ο Κάσσανδρος μπήκε στη Μακεδονία. Η Ολυμπιάδα οχυρώθηκε στην Πύδνα μαζί με τη Ρωξάνη, τον μικρούλη Αλέξανδρο Γ’ και την Θεσσαλονίκη, κόρη της πέμπτης γυναίκας του Φιλίππου, Νικησίπολης. Μετά από πολύμηνη πολιορκία, η Ολυμπιάδα αναγκάστηκε να παραδοθεί καθώς ο Κάσσανδρος εγγυήθηκε τη ζωή της (316 π.Χ.).

Γρήγορα, ο Κάσσανδρος πήρε την Πέλλα κι έγινε κυρίαρχος ολόκληρης της Μακεδονίας. Είχε στα χέρια του κι ολόκληρη την βασιλική οικογένεια του Αλεξάνδρου. Προκάλεσε συνέλευση των Μακεδόνων που καταδίκασε την Ολυμπιάδα σε θάνατο. Η Ολυμπιάδα εκτελέστηκε, ενώ η νύφη της, Ρωξάνη, και ο εγγονός της, Αλέξανδρος Δ’, βρέθηκαν σε «κατ’ οίκον» περιορισμό, στην Αμφίπολη, ώσπου να έρθει και γι’ αυτούς το πλήρωμα του χρόνου. Μετά, ο Κάσσανδρος παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδελφή του Μεγαλέξανδρου, Θεσσαλονίκη.

Ήταν ο νικητής. Για να γίνει και βασιλιάς, χρειαζόταν κάτι σπουδαίο. Το πιο δημοφιλές τρέχον «σπουδαίο» της εποχής ήταν η ίδρυση νέας πόλης. Έκτισε δύο: Μια, στην οποία έδωσε το όνομά του, την Κασσάνδρεια. Και μια δεύτερη, στην οποία έδωσε το όνομα της γυναίκας του, τη Θεσσαλονίκη. Η δεύτερη του προέκυψε να γίνει η Πρώτη.



Ο Κάσσανδρος βασιλιάς:

Στην Ασία, ο Αντίγονος δεν έμεινε ευχαριστημένος με ολόκληρη τη Μικρά Ασία και τα εδάφη ως την Περσία που κατείχε. Έδιωξε τον Σέλευκο από τη Βαβυλώνα και την έβαλε στον δικό του λογαριασμό. Ο Σέλευκος κατέφυγε στον Πτολεμαίο, στην Αίγυπτο.

Η παλιά συμμαχία ανασυστάθηκε ελαφρά τροποποιημένη: Πτολεμαίος, Σέλευκος, Λυσίμαχος, Κάσσανδρος από τη μια, Αντίγονος και Πολυπέρχων από την άλλη. Η νίκη του Πτολεμαίου σε μάχη με τον γιο του Αντίγονου, Δημήτριο (μετέπειτα Πολιορκητή), το 312 π.Χ., οδήγησε σε συμβιβασμό (311 π.Χ.) που όμως άφηνε απέξω τον Σέλευκο και τον Πολυπέρχοντα. Την ίδια χρονιά (311), δολοφονήθηκαν η Ρωξάνη και ο γιος της Αλέξανδρος Δ’, ανοίγοντας στον Κάσσανδρο τον δρόμο για τις εξελίξεις.

Στα 306 π.Χ., ο Αντίγονος και ο Δημήτριος αναγορεύτηκαν βασιλιάδες: Της Ασίας αλλά υπονοούσαν ολόκληρου του βασιλείου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο Πτολεμαίος απάντησε το 305 π.Χ., κάνοντας τον εαυτό του βασιλιά της Αιγύπτου. Σχεδόν ταυτόχρονα, ο Λυσίμαχος έγινε βασιλιάς της Θράκης, ο Σέλευκος της Δυτικής Ασίας την οποία είχε ξανακερδίσει κι ο Κάσσανδρος της Μακεδονίας. Το απέραντο βασίλειο του Μεγάλου Αλεξάνδρου είχε οριστικά σπάσει σε πέντε μικρότερα βασίλεια. Στα λόγια. Στην πράξη, αυτό έγινε στα 301 π.Χ., όταν, στη μάχη της Ιψού, ο Αντίγονος νικήθηκε κατά κράτος και σκοτώθηκε. Οι νικητές, Λυσίμαχος και Σέλευκος, μοιράστηκαν τα εδάφη του νεκρού, εκτός από κάποιες στρατηγικές θέσεις στην Ελλάδα που ακόμα κρατούσε ο Δημήτριος ο Πολιορκητής.

Στα 301 π.Χ. όμως, ο Κάσσανδρος είχε πίσω του πέντε χρόνια επίσημης βασιλείας στη Μακεδονία, ενώ η Θεσσαλονίκη αριθμούσε 15 χρόνια ύπαρξης.


Προσθήκη λεζάντας
  Βασίλειο του Κασσάνδρου
Άλλοι Διάδοχοι
  Βασίλειο του Σέλευκου
  Βασίλειο του Λυσίμαχου
  Βασίλειο του Πτολεμαίου
Άλλα Βασίλεια
  Ελληνικές Αποικίες

Στη σκιά των γεγονότων:

Στους 26 φθάνουν οι οικισμοί που συνεισέφεραν το ανθρώπινο δυναμικό τους για να κτιστεί η Θεσσαλονίκη στη θέση της αρχαίας Θέρμης, από την οποία πήρε το όνομά του ο Θερμαϊκός. Η πόλη τειχίστηκε, λαμπρύνθηκε με κτίρια, φρουρήθηκε από μικρή μόνιμη στρατιωτική δύναμη κι αφέθηκε να αναπτυχθεί και να γίνει το κύριο λιμάνι της Μακεδονίας. Πρωτεύουσα, για καιρό, παρέμεινε η Πέλλα.

Ο Κάσσανδρος πέθανε το 298 π.Χ. και η δυναμική χήρα του, Θεσσαλονίκη, ανέλαβε τα ηνία του βασιλείου ως επίτροπος των γιων της Φίλιππου, Αντίπατρου και Αλέξανδρου. Ο βασιλιάς Φίλιππος αρρώστησε και πέθανε πριν από την ώρα του.

Στη Νότια Ελλάδα, ο Δημήτριος ο Πολιορκητής πολεμούσε εναντίον της Σπάρτης, όταν έμαθε ότι ο Πτολεμαίος και ο Σέλευκος του είχαν αφαιρέσει όλα τα εδάφη που κατείχε στην Ασία. Βρέθηκε με ένα στρατό χωρίς πατρίδα. Η Μακεδονία του φάνηκε καλός στόχος καθώς ήδη εκεί είχε ξεσπάσει εμφύλιος: Ο Αντίπατρος είχε δολοφονήσει τη μάνα του, Θεσσαλονίκη, κι είχε εκδιώξει τον αδελφό του, Αλέξανδρο, ο οποίος είχε προσφύγει στον Πύρρο της Ηπείρου, ενώ παράλληλα ζητούσε βοήθεια και από τον Πολιορκητή. Με κάποια σοβαρά εδαφικά ανταλλάγματα, ο Πύρρος είχε βοηθήσει τον Αλέξανδρο να αποκατασταθεί στον θρόνο, συμφιλιωμένος με τον αδελφό του. Όταν ο Δημήτριος έφτασε στη Μακεδονία, βρήκε να τον υποδέχεται στο Δίον ο «συμβασιλιάς» Αλέξανδρος.

Ο Δημήτριος τον έβγαλε από τη μέση, κυρίευσε και όσα εδάφη κατείχε ο άλλος συμβασιλιάς, ο Αντίπατρος, ίδρυσε νέα πόλη, τη Δημητριάδα στη Θεσσαλία, την έκανε πρωτεύουσά του κι έγινε βασιλιάς Μακεδονίας, Θεσσαλίας, Αττικοβοιωτίας και τμήματος της Πελοποννήσου.

Η Θεσσαλονίκη και η Πέλλα έπαψαν να απασχολούν την κεντρική διοίκηση. Η Πέλλα οδηγήθηκε σε προοδευτικό μαρασμό. Η Θεσσαλονίκη στην ανάπτυξη.

Ήταν το 293 π.Χ. Ο Δημήτριος δεν στάθηκε να ανασάνει. Συνέχισε τους πολέμους δεξιά κι αριστερά ώσπου τα στρατεύματά του τον παράτησαν. Στα 286 π.Χ., παραδόθηκε στον Σέλευκο που τον κράτησε σε περιορισμό αλλά και μέσα στην πολυτέλεια, ως τον θάνατό του (283 π.Χ.). Οι νικητές του, Πύρρος και Λυσίμαχος, μοιράστηκαν τα εδάφη με τον Λυσίμαχο να επιβάλλεται ως βασιλιάς Μακεδονίας και Θράκης. Απαλλάχθηκε από τον επιζώντα ακόμα Αντίπατρο, τον γιο εκείνο του Κάσσανδρου, δημιούργησε την πόλη Λυσιμάχεια στη Θράκη κι αφέθηκε να απολαύσει τους καρπούς των κόπων του. Δεν πρόλαβε. Έπεσε στη μάχη, στα 281 π.Χ.

Με όλα αυτά, πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους παρέμενε η Πέλλα. Η Δημητριάδα και η Λυσιμάχεια δεν πρόλαβαν να παγιωθούν ως πρωτεύουσες. Η Θεσσαλονίκη ποτέ ως τότε δεν ήταν. Συνέχιζε όμως να υπάρχει, να μεγαλώνει και να ακμάζει. Επί Αντίγονου Β’ Γονατά (276 – 239 π.Χ.) ξεκίνησε περίοδος πυκνής κατοίκησης. Επί Φιλίππου Ε’ (221 – 179 π.Χ.), πρέπει να άρχισε μεγάλη επέκτασή της.

Οι επισκέψεις Μακεδόνων βασιλέων στη Θεσσαλονίκη σημειώνονται από το 274 π.Χ., όταν ο Αντίγονος Γονατάς κατέφυγε εκεί μετά την ήττα του από τον Πύρρο της Ηπείρου. Επισκέψεις αναφέρονται και των βασιλιάδων Δημήτριου Β’ και Αντίγονου Γ’ ανάμεσα στα χρόνια 239 με 221 π.Χ., ενώ στη Θεσσαλονίκη κατέφυγε και ο Φίλιππος Ε’ μετά την ήττα του από τους Ρωμαίους (197 π.Χ.). Στην σύγχρονη πλατεία Διοικητηρίου έχει αποκαλυφθεί τμήμα λαμπρού οικοδομήματος το οποίο «θα μπορούσε να χρησιμοποιείται ως κατοικία των Μακεδόνων βασιλέων», όπως σημειώνει η αρχαιολόγος Πολυξένη Αδάμ – Βελένη («Θεσσαλονίκη, νεράιδα, βασίλισσα, γοργόνα», Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2001).



Η ρωμαϊκή σκοπιμότητα:

Η Πύδνα ήταν για τους Ρωμαίους ό,τι η πεδιάδα των Γαυγαμήλων για τον Μεγάλο Αλέξανδρο: Ο τόπος όπου γκρέμισαν μια αυτοκρατορία. Στα Γαυγάμηλα, ο Μέγας Αλέξανδρος νίκησε τον Δαρείο και κατέκτησε το αχανές περσικό κράτος (331 π.Χ.). Στην Πύδνα, ο Ρωμαίος ύπατος Αιμίλιος Παύλος νίκησε (168 π.Χ.) τον Περσέα, βασιλιά της Μακεδονίας, του κράτους που ως πρόσφατα κυριαρχούσε σ’ όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Ο Ρωμαίος τεμάχισε τη Μακεδονία σε τέσσερις μερίδες και ανακήρυξε τη Θεσσαλονίκη πρωτεύουσα της μιας από αυτές (της δεύτερης). Θεσσαλονίκη και Κασσάνδρεια ήταν οι πιο πολυάνθρωπες πόλεις της μερίδας. Η Πέλλα καταργήθηκε από πρώτη πόλη σε μια συμβολική χειρονομία που σήμαινε το τέλος της κυριαρχίας των Μακεδόνων.

Είκοσι χρόνια αργότερα, ο Ανδρίσκος, σε μια επίσης συμβολική χειρονομία, ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Μακεδονίας στην Πέλλα. Η ήττα του, επίσης έξω από την Πύδνα (148 π.Χ.), έγινε αιτία να παρθούν ριζικά μέτρα: Η Πέλλα καταστράφηκε. Σχεδόν, έπαψε να υπάρχει. Η Μακεδονία προσαρτήθηκε ως ρωμαϊκή επαρχία με πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη. Και, δυο χρόνια αργότερα, στα  146 π.Χ., ξεκίνησε η κατασκευή του στρατιωτικού δρόμου που ο διοικητής Μακεδονίας, Γναίος Εγνάτιος, οραματίστηκε: Η Εγνατία οδός που συνέδεε την Αδριατική με τον Έβρο.

Περνούσε έξω από τη Θεσσαλονίκη, κάνοντας την πόλη στρατηγικό κόμβο Ανατολής και Δύσης, ενώ ήδη ήταν Νότου και Βορρά. Με την κατάκτηση και της Δακίας (σημερινής Ρουμανίας), η Θεσσαλονίκη μετατράπηκε σε κέντρο (εμπορικό, λιμενικό) της μετέπειτα ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όσο κι αν η Ρώμη ήταν η πρωτεύουσα. Φυσιολογικά, έγινε και διοικητικό κέντρο της Ανατολής. Η σχεδόν αναπόφευκτη άνθισή της προσέλκυσε πλούσιες οικογένειες ρωμαϊκές, ελληνικές και εβραϊκές. Στα 120 π.Χ., όταν η Εγνατία είχε ολοκληρωθεί, η Θεσσαλονίκη γνώριζε ήδη τη φήμη κοσμοπολίτισσας πόλης.

Στα 58 π.Χ., εκεί βρέθηκε εξόριστος για επτά μήνες ο καιροσκόπος ρήτορας Κικέρων. Την βρήκε «πιστή φίλη του ρωμαϊκού δήμου». Στα 49 π.Χ., ο Πομπήιος την μετέτρεψε σε κέντρο της αντίθετης προς τον Ιούλιο Καίσαρα παράταξης, κουβαλώντας εκεί τους δύο υπάτους και διακόσιους συγκλητικούς που τον ακολουθούσαν. Και ενίσχυσε τις δυνάμεις του με 200 Μακεδόνες. Τον επόμενο χρόνο (48), ο Πομπήιος νικήθηκε στα Φάρσαλα και η Θεσσαλονίκη εκδήλωσε την πίστη της στον Ιούλιο Καίσαρα με την απόδοση θεϊκών τιμών και με την κοπή νομισμάτων όπου εικονίζεται ο Καίσαρ και αναφέρεται ως θεός.

Hephaistion.jpg 



Με ποιους θα πάει και ποιους αφήνει:

Στα 44 π.Χ., στη Θεσσαλονίκη έφτασαν οι αρχηγοί των Ρωμαίων δημοκρατικών δολοφόνοι του Καίσαρα, Βρούτος και Κάσσιος. Η πόλη αρνήθηκε να τους φιλοξενήσει. Έφυγαν στην Ανατολική Μακεδονία με τον Βρούτο να υπόσχεται στις λεγεώνες του ότι, μετά την οριστική μάχη, θα τους έδινε λάφυρο την Θεσσαλονίκη να την λεηλατήσουν. Οι Θεσσαλονικείς όμως είχαν διαλέξει σωστά. Τη μια μέρα νίκησαν στους Φιλίππους (42 π.Χ.) ο Οκταβιανός και ο Μάρκος Αντώνιος, την άλλη ανακήρυξαν την Θεσσαλονίκη ελεύθερη πόλη. Μια αψίδα (η «Χρυσή Πύλη») υψώθηκε για να θυμίζει τη νίκη των «καλών» επί των «κακών». Επέζησε ως το 1911 οπότε την γκρέμισαν οι Τούρκοι για να διαπλατύνουν την Εγνατία. Η επόμενη επιλογή της Θεσσαλονίκης ήταν λαθεμένη αλλά δεν φαίνεται να της κόστισε: Πήγε με τον Μάρκο Αντώνιο στον εμφύλιο με τον Οκταβιανό που ήταν και ο νικητής.

Οπωσδήποτε, η ανακήρυξή της σε ελεύθερη πόλη σήμαινε απαλλαγή από την φορολογία και από τη συντήρηση ρωμαϊκής φρουράς. Κατά τα λοιπά, λογαριαζόταν ρωμαϊκή πόλη με ανθύπατο διοικητή. Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε ιδρυτικό μέλος του Πανελληνίου, μιας αμφικτιονίας με έδρα την Αθήνα, που ο αυτοκράτορας Αδριανός ίδρυσε το 131/2 μ.Χ. Προϋπόθεση  για την ένταξη στο Πανελλήνιο ήταν η απόδειξη της ελληνικότητας της πόλης. Στα τέλη του αιώνα, ο Θεσσαλονικιός Τίτος Αίλιος Γεμείνιος Μακεδών εκλέχθηκε πρόεδρος του Πανελληνίου.

Ο αυτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβήρος (146 – 211) τίμησε με την παρουσία του τη Θεσσαλονίκη. Τον ακολούθησε ο αιματοβαμμένος αυτοκράτορας Καρακάλλας (211 – 217) λίγο πριν να δολοφονηθεί κοντά στην Έδεσσα. Στα 241, τρία χρόνια πριν να δολοφονηθεί κι αυτός, ο αυτοκράτορας Μάρκος Αντώνιος Γορδιανός Γ’ ο Ευσεβής (238 – 244) της έδωσε το δικαίωμα να οργανώνει αγώνες (τα Πύθια) κάθε πέντε χρόνια.

Κι ενώ στη Ρώμη οι αυτοκράτορες της μιας χρήσης σφάζονταν κι αλληλοδιαδέχονταν ο ένας τον άλλο αιματηρά, η Θεσσαλονίκη ευημερούσε, σφύζοντας από ζωή, χωρίς διάθεση για επαναστάσεις.

Οι αρχαίοι αιγυπτιακοί θεοί, το δωδεκάθεο των Ολυμπίων και ο Μέγας Αλέξανδρος ως θεός λατρεύονταν σε μόνιμη βάση, πλάι στους ευκαιριακά θεοποιημένους αυτοκράτορες της Ρώμης. Πολιούχος προστάτης θεός της Θεσσαλονίκης ήταν ο Κάβειρος, «πάτριος θεός» κατά τις επιγραφές, σωτήρας της πόλης όταν το 254 οι Έρουλοι μάταια προσπάθησαν να την πάρουν. Ο ίδιος θεός έσωσε τη Θεσσαλονίκη και στα 268 μ.Χ., όταν την απείλησαν οι Γότθοι. Την επόμενη σωτηρία της πόλης (από τους Σλάβους, το 586) επρόκειτο να αναλάβει ο Άγιος Δημήτριος διάδοχος πολιούχος της.



Ο Άγιος Δημήτριος:

Στην προσπάθειά του να αναδιοργανώσει το ρωμαϊκό κράτος που κατέρρεε, ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284 – 305) προσέλαβε τον Μαξιμιανό ως συναυτοκράτορα (285) κι έπειτα τον Κωνστάντιο Χλωρό, εξουσιαστή του δυτικού, και τον Γαλέριο (293), του ανατολικού τμήματος της αυτοκρατορίας. Δημιουργήθηκε έτσι το καθεστώς της τετραρχίας. Οι επικεφαλής της τετραρχίας είχαν πολλά να τους χωρίζουν. Σε ένα όμως συμφωνούσαν: Δεν ανέχονταν τους χριστιανούς. Επί Διοκλητιανού ξεκίνησε ένας από τους πιο άγριους διωγμούς των χριστιανών. Με μοχλό τον Μαξιμιανό.

Ως πρωτεύουσα του δικού του κομματιού της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ο Γαλέριος διάλεξε την Θεσσαλονίκη (από το 299). Διοικητή της πρωτεύουσάς του, όρισε τον Δημήτριο, γόνο αριστοκρατικής και πλούσιας οικογένειας, πλην όμως χριστιανό. Στα 305, κάποιοι στρατιώτες έπιασαν τον Δημήτριο να παρακολουθεί παράνομη χριστιανική λειτουργία στα υπόγεια ενός λουτρού. Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στα ανάκτορα. Ο Γαλέριος διέταξε να τον φυλακίσουν στα υπόγεια ενός άλλου λουτρού, ώσπου να σκεφτεί τι θα τον κάνει.

Μέσα από τη φυλακή του, ο Δημήτριος έπεισε τον νεαρό μονομάχο Νέστορα να αναμετρηθεί με τον Λυαίο, τον μονομάχο καμάρι των ειδωλολατρών. Ο Νέστωρ νίκησε, ο Λυαίος σκοτώθηκε. Ο Γαλέριος έμαθε τα πώς και τι, διέταξε κι αποκεφάλισαν τον Νέστορα κι έβαλε να εκτελέσουν τον Δημήτριο με λόγχη. Κάποιοι χριστιανοί πήραν το σώμα του νεκρού Δημήτριου και το έθαψαν στα υπόγεια του λουτρού. Αργότερα (Ε’ αιώνας), κτίστηκε εκεί μικρός ναός. Τον Ζ’ αιώνα, ο ναός ανοικοδομήθηκε και διακοσμήθηκε κι έγινε η περίφημη εκκλησία του Αγίου Δημητρίου που ανακαινίστηκε τον Θ’ αιώνα. Εκτός από την εκκλησία, υπήρχαν εκεί το παρεκκλήσι του Αγίου Ευθυμίου και ο τάφος του Αγίου Δημητρίου από τον οποίο αναδινόταν ευωδιά μύρου, εξού και μυροβλήτης αποκλήθηκε ο Άγιος.

Από το 1493, έγινε τζαμί. Στα 1912 αποδόθηκε στη χριστιανική λατρεία, κάηκε το 1917 και ξανακτίστηκε το 1928 – 1932.


foto Christina \Sarafianou

Πρωτεύουσα για είκοσι χρόνια:

Νωρίτερα, στα 284 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός αναμόρφωσε ριζικά τη διοίκηση των επαρχιών, ενίσχυσε την άμυνά τους και περιόρισε τη Μακεδονία στα ιστορικά της σύνορα. Η διοίκηση ανατέθηκε σε «ηγεμόνα» που αναφερόταν σε «βικάριο» (περιφερειάρχη θα τον λέγαμε σήμερα).

Ο Γαλέριος γνώριζε καλά τη ρωμαϊκή νοοτροπία. Ο ίδιος είχε γεννηθεί στα περίχωρα της Σαρδικής (σημερινή Σόφια) και είχε ξεκινήσει ως βοσκός. Μετά, μπήκε στον στρατό όπου τα αναμφισβήτητα προσόντα του τον έκαναν να ανέβει γρήγορα τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας. Βρέθηκε αξιωματικός των πραιτοριανών και παντρεύτηκε την κόρη του Διοκλητιανού, Βαλερία. Έτσι, πήρε το εισιτήριο που τον οδήγησε στα ύπατα αξιώματα, ως ένα από τους δυο καίσαρες της τετραρχίας (293). Τα πρώτα πέντε χρόνια της βασιλείας του τα κατανάλωσε πολεμώντας νικηφόρα τους Πέρσες. Βρέθηκε απόγονος του θεού Άρη, μετεμψύχωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου και μια που Πέλλα δεν υπήρχε πια, εξέλεξε πρωτεύουσά του τη Θεσσαλονίκη.

Αποφάσισε να τη διακοσμήσει με λαμπρά κτίρια. Ένα παλάτι περίπου 150 στρεμμάτων που ξεκινούσε από την «Αψίδα του Γαλέριου» (τη γνωστή μας Καμάρα) κτίστηκε για να τον φιλοξενήσει. Ιππόδρομος, ιερό και πάνθεο (η Ροτόντα) κοσμούσαν το απέραντο ανακτορικό συγκρότημα.

Στα 306, ο Κωνστάντιος πέθανε. Τον διαδέχτηκε στη Δύση ο Κωνσταντίνος που τα έσπασε με τον Μαξιμιανό και, στην καθοριστική μάχη, τον σκότωσε (310). Ο Γαλέριος πέθανε το 311, ενώ ο Διοκλητιανός είχε ήδη αποσυρθεί προτιμώντας την ησυχία του ιδιώτη από τα βάσανα της εξουσίας. Ο Κωνσταντίνος άρχισε ένα μακρύ αγώνα εναντίον των ανταπαιτητών του θρόνου, που ξεπήδησαν από διάφορες μεριές, κι έμεινε μόνος κυρίαρχος του παιχνιδιού, στα 323. Προτίμησε να φτιάξει καινούρια πρωτεύουσα κι έκτισε την Κωνσταντινούπολη. Όμως, η εικοσαετία που είχε περάσει αφότου η Θεσσαλονίκη έγινε πρωτεύουσα ήταν υπεραρκετή για να την αναδείξει ως σπουδαίο διοικητικό κέντρο. Εμπορικό και κοσμοπολίτικο ποτέ δεν έπαψε να είναι. Κι ο Κωνσταντίνος, πριν να καταλήξει στην ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, στη Θεσσαλονίκη κατέλυσε. Ενίσχυσε τα τείχη της, άνοιξε νέο λιμάνι κι από εκεί ξεκίνησε την πορεία του ως τη μονοκρατορία.

Όταν εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όρισε τη διοίκηση της Μακεδονίας ως μια τεράστια περιφέρεια, που χωριζόταν σε έξι επαρχίες μ’ επικεφαλής έπαρχους: Τη Μακεδονία του Διοκλητιανού, τη Νέα και την Παλαιά Ήπειρο, τη Θεσσαλία, την Αχαΐα και την Κρήτη. Το 392 μ.Χ., ο Θεοδόσιος προσάρτησε τη Μακεδονία στο ανατολικό ρωμαϊκό κράτος και οι διάδοχοί του ίδρυσαν την υπαρχία Ιλλυρικού, που περιλάμβανε τη Μακεδονία και τη Δακία και είχε πρωτεύουσα τη Θεσσαλονίκη. Ως τότε, οι Θεσσαλονικείς είχαν κάθε λόγο να μισούν τον Θεοδόσιο και να μάχονται τους Γότθους.

foto Christina Sarafianou


Η σφαγή των Θεσσαλονικέων:

Οι Γότθοι ήταν γερμανική φυλή. Ξεκίνησαν από τη Σκανδιναβία, εγκαταστάθηκαν αρχικά γύρω από τον ποταμό Βιστούλα και στη συνέχεια πλημμύρισαν την περιοχή της Νότιας Σκυθίας από τον ποταμό Τάις της Ουγγαρίας ως τον Ντον της Ρωσίας. Όσοι βρίσκονταν ανατολικά του Δνείστερου ποταμού, ονομάστηκαν Οστρογότθοι. Όσοι βρέθηκαν δυτικά, Βησιγότθοι. Οι ντόπιοι Αλανοί εκδιώχτηκαν άλλοι προς την Αζοφική θάλασσα, όπου αργότερα (397) έστησαν κράτος, κι άλλοι χύθηκαν στις δυτικές κτήσεις της Ρώμης. Από τον Γ’ μ.Χ. αιώνα, οι Βησιγότθοι ζούσαν στη Δακία κι έκαναν σποραδικές επιδρομές στα Βαλκάνια. Τον Δ’ αιώνα έμοιαζαν να έχουν ησυχάσει, ενώ οι Οστρογότθοι είχαν οργανωμένο κράτος στα βόρεια του Ευξείνου Πόντου με βασιλιά τους τον Ερμινάριχο.

Τον ίδιο καιρό, από την Κεντρική Ασία ξεχυνόταν ο μογγολικός λαός των πολεμοχαρών Ούννων, που σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του. Πέρασαν τον Καύκασο, υπέταξαν τους Αλανούς κι έπεσαν πάνω στο κράτος των Οστρογότθων. Ο Ερμινάριχος νικήθηκε κι αυτοκτόνησε (375), ενώ ο λαός του, μη μπορώντας να αντισταθεί στους εισβολείς, κινήθηκε νοτιοδυτικά προς τα Καρπάθια, ανοίγοντας δρόμο «δια πυρός και σιδήρου» κι εκδιώκοντας τους ομοφύλους τους Βησιγότθους. Ήταν το 376 μ.Χ., όταν οι τελευταίοι (500.000 άνθρωποι, από τους οποίους 200. 000 πολεμιστές) εγκατέλειψαν τα Καρπάθια, πέρασαν τον Δούναβη κι απέκτησαν δικά τους εδάφη, που ο τότε αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Ουάλης, παραχώρησε στη Μοισία και την Παννονία. Δυο χρόνια αργότερα, άρχισαν τις επιδρομές βρίσκοντας ανέλπιστους συμμάχους τους φτωχούς ντόπιους της υπαίθρου κι όσους από τους δούλους μπορούσαν να το σκάσουν από τα αφεντικά των πόλεων. Νίκησαν και σκότωσαν τον αυτοκράτορα, εμφανίστηκαν περίπου ως ελευθερωτές των υπηκόων από τον Ρωμαίο δυνάστη αλλά νικήθηκαν από τον Ίβηρα στρατηγό Θεοδόσιο, που άλλους διασκόρπισε σε διάφορα μέρη και άλλους προσέλαβε στον στρατό του.

Σε λίγο, ο Θεοδόσιος βρέθηκε αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη και φανατικός χριστιανός. Με την πολιτική του, κατάφερε ακούσια να μεταστρέψει το λαϊκό φρόνημα ενάντια στους Γότθους. Από την Ιβηρική (σημερινή Ισπανία) αυτός, είχε «εξ απορρήτων» υπουργό τον Γαλάτη Ρουφίνο και αξιωματικούς του στρατού Γότθους, ενώ Γότθοι πλαισίωναν τις φρουρές, που καθήκον είχαν να προστατεύουν τους πολίτες από τους επιδρομείς και τους ληστές. Οι οποίοι, όμως, ήταν κυρίως Γότθοι! Άλλοι Γότθοι είχαν εγκατασταθεί σε συνοικίες των μεγαλουπόλεων ή σε περιοχές της απέραντης υπαίθρου, όπου σχημάτιζαν κλειστές κοινωνίες με δικούς τους αρχηγούς. Εκχριστιανίστηκαν σχεδόν όλοι κι ασπάστηκαν τον αρειανισμό. Τα είχαν όλα, όσα αποτελούν προϋπόθεση καλλιέργειας του μίσους: Ξένοι βάρβαροι, αιρετικοί, ληστές «γενικώς», με πρόσβαση στις κρατικές θέσεις και τον στρατό, ευνοούμενοι του αυτοκράτορα.

Στα 390, ο Γότθος φρούραρχος της Θεσσαλονίκης, Βοθέριχος, συνέλαβε έναν ηνίοχο, ενώ επρόκειτο να διεξαχθούν αγώνες στον ιππόδρομο. Ο λαός ζήτησε την αποφυλάκισή του, ώστε  να τον δει να αγωνίζεται. Ο φρούραρχος αρνήθηκε. Ξέσπασαν ταραχές, που κατέληξαν στον φόνο του Γότθου
αξιωματικού. Με εντολή του Θεοδόσιου, η διοίκηση της Θεσσαλονίκης κάλεσε τον λαό στον ιππόδρομο να θαυμάσει το θέαμα. Όταν το στάδιο γέμισε, η γοτθική φρουρά χύθηκε στους θεατές με γυμνά ξίφη. Μέσα σε τρεις ώρες, σκοτώθηκαν 7.000 ή, κατ’ άλλους, 15.000 «τυχαίοι» Θεσσαλονικιοί σε αντίποινα για τον θάνατο του Βοδέριχου.

Η εκκλησία επέβαλε στον Θεοδόσιο δέκα μήνες στέρηση των θρησκευτικών του δικαιωμάτων. Μετά, ο αυτοκράτορας εμφανίστηκε στον ναό, ξάπλωσε μπρούμυτα, ομολόγησε την αμαρτία του, ζήτησε και έλαβε συγνώμη, την οποία φρόντισε αμέσως να ανταποδώσει. Ως πριν από έναν αιώνα, για όλα τα δεινά του κράτους έφταιγαν οι χριστιανοί, οι οποίοι διώκονταν άγρια. Πια, έφταιγαν οι ειδωλολάτρες: Οι εθνικοί, ενάντια στους οποίους ξέσπασαν φοβεροί διωγμοί. Καταστράφηκε τότε και κάθε έργο τέχνης που θύμιζε το δωδεκάθεο. Στα 394, καταργήθηκαν και οι Ολυμπιακοί αγώνες ως πράξη εθνικών. Από την εποχή που είχε νικήσει ο Κόροιβος (776 π.Χ.), είχαν διεξαχθεί 293 ολυμπιάδες!

Για τις υπηρεσίες του στον χριστιανισμό, ο Θεοδόσιος ονομάστηκε Μέγας.



(Έθνος της Κυριακής, 2001 – 2002) (τελευταία επεξεργασία, 30.3.2011)
πηγή:historyreport.gr
επιλογή φωτογραφιών Τάσος Ορφανίδης
foto Christina Sarafianou