Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

Ο παππούς μου, ο καραβομαραγκός Ηλίας Πανίδης από τον Πόντο.

Θυμάται και γράφει ο  Μιχάλης Ματζαβίνος 
Φωτογραφίες, Μιχάλης Ματζαβίνος

 Ο παππούς Ηλίας να καμαρώνει μπροστά στο δημιούργημα του
«το παιδί του» όπως έλεγε

'από που είσαι Κυρ-Ηλια ?...''
''από την Κερασούντα του Πόντου παιδί μου"

'Πιάσε την σανίδα Μιχαλάκη, να την βάλουμε πάνω στην φωτιά να στραβώσει....''
''Έρχομαι παππού...''

Ο παππούς μου ,υπήρξε παλιός καραβομαραγκός ,άριστος, πρακτικός ναυπηγός από την Κερασούντα του Πόντου .Κι εγώ δεκάχρονο παιδάκι τότε, βοηθός –εργαλειοδότης ,σαν να λέγαμε βοηθός χειρουργείου. Τον βοηθούσα κι αυτός μου μάθαινε τα μυστικά της δουλειάς .


Καλός  δάσκαλος αλλά αυστηρός, «τα λάθη δεν συγχωρούνται στη δουλειά αυτή, θα φάνε ζωές» μούλεγε .

Ο παππούς Ηλίας και ένας αγοραστής
Τις βάρκες του τις έφτιαχνε εδώ στην αυλή του σπιτιού μας στην Καλλιθέα.  Ηλίας Πανίδης το όνομα του, ξακουστό στους καραβοκύρηδες .

Τελειώνοντας η βάρκα, έβγαινε πλαγιασμένη στο πλευρό, μέσα από το σπίτι της θείας μου, αδελφής της μητέρας μου, το ''κάτω'' που έλεγε ο παππούς, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών, όσων τουλάχιστον δεν ήταν γείτονες.

Παρέα φίλων από τον Πόντο, σε Ποντιακό καφενείο στην Καλλιθέα, το 1950.
Ο πάππους Ηλίας, δεύτερος από δεξιά
Όταν δε, ερχόταν ο πελάτης να εξοφλήσει την παραγγελιά και να παραλάβει την βάρκα, έδινε στον ''βοηθό''-εμένα-να κρατώ το τιμόνι, την λαγουδέρα και ο πελάτης-μιλημένος-έδινε ένα χαρτζιλίκι ''για το παιδί''.

Θυμάμαι , το 1966, πήρε μια παραγγελία για μια μεγάλη βάρκα, δεν χώραγε στην αυλή, ούτε και να βγει απ' το σπίτι και την έφτιαξε στο λιμανάκι του Μπάτη που φαίνεται στη φωτογραφία έφτιαξε και άλλες εκεί και ποιος ξέρει ? ίσως κάποια απ' αυτές που εικονίζονται να είναι δικιά του.

Με τον ξεριζωμό του ''22, έβαλε μαζί με τον πατέρα του και προπάππο μου Δημήτρη, την οικογένεια τους και άλλους συγγενείς και φίλους, σ' ένα δεκαοχτάμετρο σκαρί να φύγουν για Ελλάδα
Τους έπιασαν οι Τούρκοι στ' ανοικτά.


Η ''Νεράιδα'' στο Τουρκολίμανο, το 1952
Κατέσχεσαν το σκάφος, άφησαν τους άλλους και έβαλαν φυλακή πηγαίνοντας τους για κρεμάλα, τον παππού Ηλία και τον προπάππο μου Δημήτρη.

Τους γλύτωσε η τέχνη τους. Τους χάρισε τη ζωή ο αγάς με την προϋπόθεση να του φτιάξουν μια βάρκα.


διακρίνονται στην πρύμνη, αριστερά η θεια μου Τασία, αδελφή της μητέρας μου και δεξιά η μητέρα μου Γεωργία
Όταν τα παιδιά του-η μητέρα μου Γεωργία, ο θειος μου Μίμης και η θεια μου Τασία-ήταν στην εφηβεία, τους έφτιαξε μια βάρκα με μηχανή και καμπινούλα, εφτάμιση μέτρα, την ''βενζίνα'' όπως την έλεγε, για να πηγαίνουν βόλτες.
''Νεράιδα'' την ονόμασε, όπως νεράιδες ήταν όσα σκαριά έφτιαξε και αρμενίζουν-κάποιες απ' αυτές, ακόμα-στις θάλασσες.
Ήταν μεγάλη ψυχή ο κυρ-Ηλίας.
καλοκαίρι στα Μέθανα όπου πηγαίναμε επί σειρά ετών με τον παππού και την γιαγιά Παρθενωπή και ερχόταν και η μητέρα μου όταν έπαιρνε την άδεια της από την Τράπεζα ,η βάρκα δημιούργημα του παππού
Παιδάκι τα καλοκαίρια, μ' έπαιρνε και κατεβαίναμε στην Πειραϊκή.
Ήταν ένα καφενεδάκι που έβγαζε τραπεζάκια, αυτά τα στρόγγυλα τα σιδερένια, σ' ένα πλάτωμα πάνω απ' τα βραχάκια....
Και έδινε παραγγελία, ''ένα ούζο με μεζέ''...
Δεν έπινε ο παππούς, μόνο κανένα ποτηράκι κρασί με το φαγητό.
στην πλατεία Κύπρου στην Καλλιθέα
Η παραγγελία ήταν για να φάει ''το παιδί'' τον μεζέ.
Και μου 'ριχνε και μερικές σταγόνες ουζάκι στο ποτήρι με το νερό, ίσαμε να θολώσει, για να ξεγελαστώ ότι πίνω κι εγώ ούζο σαν τους μεγάλους.

Το 1974, τελειώνοντας εγώ το γυμνάσιο, αποφάσισε να φτιάξει μια βάρκα για τα ''παιδιά'', τα εγγόνια του.
Δεν πρόλαβε.
Αρρώστησε, δυο χειρουργεία.
Έφυγε το 1976, ανήμερα του Αγίου Χαραλάμπους, σ' ένα δωμάτιο του Ευαγγελισμού.
Έξω χιόνιζε. Ανακάθισε λίγο, είδε το χιόνι, χαμογέλασε και έφυγε για άλλες θάλασσες.
Ο καραβομαραγκός Ηλίας Πανίδης από 
την Κερασούντα του Πόντου
Πάντα θα τον θυμάμαι να χαϊδεύει-όταν τέλειωνε-με την ανάποδη του χεριού το έτοιμο σκαρί μήπως βρει καμιά ατέλεια, πριν το παραδώσει.
Κι αν έβρισκε κάτι, έπαιρνε το σφυρί και το σκαρπέλο από το κασελάκι με τα εργαλεία και ''τσακ''.
Και πάλι χάιδευε.

Και τι δεν έφτιαξαν «τα άγια εκείνα χέρια».

Ξέρεις, έχω κρατήσει όλα του τα εργαλεία, από τότε.

Πολύτιμα κειμήλια και ανάμνηση όσων έφτιαξαν, τα μαγικά εκείνα χέρια.
Πάντα θα τον ευχαριστώ, για όσα με δίδαξε και όσα μ' έμαθε ν' αγαπώ.

"από που είσαι Κυρ-Ηλία ?''

''από την Κερασούντα του Πόντου παιδί μου."



Bάρκες, ξεχασμένες στον καιρό, στο μικρό λιμανάκι του Μπάτη, στο Π.Φάληρο











3 σχόλια:

  1. Καταπληκτικό στο όλον!
    Μήπως οι προ από μας ήταν πολύ καλύτεροί μας;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Υπέροχο,χείμαρρος αναμνήσεων,ευαίσθητο,συγκινητικό και τόσο υπέροχες φωτογραφίες!!!Συγχαρητήρια φιλαράκια μου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μας συγκίνησες πάλι,αλλά βαθειά αυτή την φορά,εθιξες πληγές,Μιχάλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή