Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

"Άννυ να με φωνάζουν",γράφει η Άννυ Τυχαίου

"Άννυ να με φωνάζουν" 

Κάπου, δεν θυμάμαι πότε, που και τι ακριβώς, φωτογραφία της είδα, την ιστορία διάβασα, ιδέα δεν έχω μα εντύπωση μου είχε κάνει. Η μικρή, ορφανή Άννυ, που κόκκινα συνήθως φορούσε και ένας σκύλος η παρέα της ήταν, στην αναζήτηση των γονιών της. Λυπηρή ιστορία βασικά μα με καλό τέλος, όταν ένας πολυεκατομμυριούχος την παίρνει από το ορφανοτροφείο που μεγάλωνε, για να τη φιλοξενήσει σπίτι του.

Τίποτα κοινό δεν είχαμε, μα τίποτα. Ούτε ορφανή, ούτε κοκκινομάλλα ήμουνα μήτε και φακίδες στόλιζαν το πρόσωπο μου. Τώρα που το σκέφτομαι όμως κι εμένα μου άρεσε το κόκκινο και σκανδαλιάρα, γλωσσού και φιλόζωη τους προέκυψα. Ρόζα (σκέτο, όχι ναζιάρα) βάφτισα τη γάτα μου και Τζιμ τον σκύλο μου, εμπνευσμένη από τον Τζιμ Άνταμς, τον μικρό σερίφη, αν τον θυμάται κάποιος από σας της δικής μου γενιάς εννοείται, την αδυναμία μου που άδικα έχασα, πονεμένη η ιστορία του, καλύτερα να την αφήσω γι' άλλη φορά.

Λοιπόν, για την Άννυ έλεγα, μην ξεχαστώ γιατί πολλά περνάνε από το μυαλό μου ή μάλλον το μυαλό μου σε πολλά πετάει και πάει. Αποφάσισα κι εγώ που λέτε, Άννυ να με φωνάζουν, άλλη αίγλη είχε το όνομα τούτο, εξάλλου το Άννα μου θύμιζε τη γιαγιά μου, την μάνα του πατέρα μου, που το όνομα της είχα, λιγομίλητη, κρύα και απόμακρη γυναίκα, ας το αφήσω όμως κι αυτό. 

Την ώρα του φαγητού τους το ανακοίνωσα περήφανη και καμαρωτή, ε θα τους άρεσε και θα το επικροτούσαν, ήμουνα σίγουρη γι' αυτό, τρομάρα μου. Σαστισμένοι με κοίταζαν, τι λέει πάλι το χαζό πιτσιρίκι θα σκέφτηκαν, κάποιος γέλασε κιόλας, ο μεγάλος μου αδερφός, του το κρατούσα μανιάτικο μέχρι που το ξέχασα, πάει κι αυτό. 

Μια χαρά όνομα έχεις άκουσα τη γιαγιά μου τη Θρακιώτισσα, τι Άννυ και βλακείες μας λες. Σα να νευρίασα, σίγουρη όμως δεν ήμουνα, μπας και ήταν απογοήτευση και όχι νεύρα αναρωτήθηκα αλλά σιγά μην τους κάνω τη χάρη και δείξω ότι πληγώθηκα σκέφτηκα και βγήκα στο μπαλκόνι πριν καν αρχίσω να τρώω. 

Με αγνόησαν, ήξεραν πόσο πεισματάρα ήμουνα και πως θ αρνιόμουνα να επιστρέψω, με πρόθεση να τους τιμωρήσω. Που να 'ξερα τότε, πως τον εαυτό μου τιμωρούσα και όχι αυτούς, το στομάχι μου διαμαρτυρόταν αλλά εγώ εκεί, ανένδοτη και νηστική τα πόδια μου στεναχωρημένη κουνούσα μπας και την πείνα μου ξεχάσω. 

Άννυ, Άννυ σου έφερα πίτα, πάρε να φας πριν τελειώσει όλη άκουσα τη φωνή της αδερφής μου κάποια στιγμή. Η πρώτη μου σκέψη να αρνηθώ μα έλα που τρελαινόμουν για πίτα και η πείνα με θέριζε όλο και πιο πολύ. Με βιασύνη από τα χέρια της την άρπαξα, πριν το μετανιώσει, και με λαιμαργία σε δευτερόλεπτα την καταβρόχθισα. 

Και μόνο τότε συνειδητοποίησα πως, Άννα δεν είπε μα Άννυ και μάλιστα δυο φορές. Και οι δυο έγιναν τρεις, δέκα, εκατό μέχρι που σταμάτησα πια να τις μετρώ.


Όχι, τυχαίο δεν ήταν το Άννυ μα επιλογή μου, έτσι θαρρώ με το φτωχό μου το μυαλό, δεν τυγχάνω τυχαία εγώ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου