Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

K. Παλαμάς – Κ. Καβάφης: Παραλληλισμοί και Αντιθέσεις (Ένα μάθημα Λογοτεχνίας)

Γράφει ο καθηγητής Γιώργος Φιορεντίνος 
Απ’ όλους τους συγγραφείς του τέλους του 19 ου αιώνα, που έβαλαν στόχο τη σύνδεση της εγχώριας παράδοσης με τις σύγχρονες καλλιτεχνικές εξελίξεις, που συνέβαιναν στην Ευρώπη, αναμφισβήτητα ο Κωστής Παλαμάς ήταν εκείνος που του έμελλε να γίνει ο πιο αντιπροσωπευτικός της γενιάς του και ασφαλώς ένας από τους κορυφαίους της νέας ελληνικής ποίησης. Ο Κωστής Παλαμάς (1859 – 1943), όσο κι αν άργησε να εκδηλωθεί, παρέμεινε για πενήντα ως εξήντα χρόνια η κεντρική φυσιογνωμία της πνευματικής ζωής, από την εκθρόνιση του Όθωνα (1862) ως τη Μικρασιατική καταστροφή (1922). Αφού ασπάστηκε την αυστηρή τελειότητα του γαλλικού Παρνασσιστικού κινήματος, πέρασε και στο κίνημα του Συμβολισμού, για να καταλήξει στο σημείο να μην ενδιαφέρεται αποκλειστικά για κανένα κίνημα. Και είναι ενδιαφέρον ότι ο Παλαμάς, προτού ξεκινήσει τις μεγάλες του συνθέσεις («Ασάλευτη ζωή», «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου», «Η φλογέρα του Βασιλιά») της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, φρόντισε να μελετήσει και να αφομοιώσει συνειδητά όλες τις μορφές της ελληνικής παράδοσης και να θεωρηθεί ότι η πιο παραγωγική του περίοδος έκλεισε το 1910.
Και ενώ στην Αθήνα μετά το 1880, μοναδικό πνευματικό κέντρο του Ελληνισμού, μεσουρανεί ο Παλαμάς και επηρεάζει δυναστικά την ποίηση και την πνευματική ζωή, τον επόμενο χρόνο, δηλ. το 1911, σε μια απομονωμένη περιοχή του Ελληνισμού, στην Αλεξάνδρεια, δημιουργεί το έργο του ένας ποιητής σύγχρονός του, που έμελλε τα υστερότερα χρόνια να πάρει αυτός την κεντρική θέση στη νεοελληνική ποίηση και να επηρεάσει αποφασιστικά όλη τη νεώτερη εξέλιξή της και να γίνει ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα, ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863 – 1933).
Και παρόλο που τους χώριζαν τέσσερα μόνο χρόνια και το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσαν οι δύο ποιητές ήταν διαφορετικό, το πνευματικό κλίμα, με το οποίο έπρεπε και οι δύο να εξοικειωθούν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ήταν το ίδιο. Έτσι, τοποθετώντας τους στην ιστορική προοπτική της εποχής τους, μια και το έργο του Καβάφη είναι περισσότερο γνωστό σήμερα απ’ ό,τι του Παλαμά, μπορούμε να παραθέσουμε παραλληλισμούς και αντιθέσεις ανάμεσα στους δύο, σχεδόν, σύγχρονους ποιητές.
Η κοινή τους μοίρα συναντιέται στα παιδικά τους χρόνια, όπου και οι δύο ορφάνεψαν μικροί από πατέρα, για να περάσουν μεγάλο μέρος της παιδικής τους ηλικίας μακριά από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Ο Παλαμάς με συγγενείς του στο Μεσολόγγι, ο Καβάφης στο Λίβερπουλ και στο Λονδίνο.
Στα ποιήματα και των δύο διαφαίνεται μια φλέβα αυτοοικτιρμού, κληρονομιά της Αθηναϊκής Σχολής του 19ου αιώνα και του γαλλικού Συμβολισμού.
Και οι δύο μαθήτευσαν στο γαλλικό Παρνασσισμό, με αποτέλεσμα να βλέπουν το ποίημα σαν ένα λεπτοφτιαγμένο απρόσωπο δημιούργημα, δίνοντας μεγάλη έμφαση στην τελειότητα της μορφής.
Οι αισθητικές ιδιότητες του έργου τέχνης υπήρξαν και για τους δύο ποιητές αξίες υπέρτατες. Για τον Παλαμά, ο στόχος και η δικαίωση του «πάσχοντος ποιητή» ήταν να δημιουργήσει «μουσική», στην οποία θα υπαχθούν οι ατέλειες και οι αντιθέσεις της πραγματικής ζωής. Στα ποιήματα του Καβάφη, η «Τέχνη» αποκτά δύναμη να μεταμορφώσει τις ατέλειες της εμπειρίας σε τέλειο αισθητικό αντικείμενο.
Παρά τα κοσμοπολίτικα ενδιαφέροντα και των δύο, ο Παλαμάς σπάνια έφευγε από την Αθήνα, ενώ ο Καβάφης παρέμενε στην Αλεξάνδρεια. Η μεγαλύτερη διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι ο Παλαμάς έζησε και εργάστηκε στην Πρωτεύουσα της Ελλάδας, σε μια περίοδο που το Ελληνικό κράτος φιλοδοξούσε να επεκτείνει τα σύνορά του, ενώ ο Καβάφης βρέθηκε εκτός Ελλάδας, στην ελληνική κοσμοπολίτικη εμπορική κοινότητα της Αλεξάνδρειας, δηλαδή στην περιφέρεια ενός Ελληνισμού, που είχε επεκταθεί αιώνες πριν και δεν γνώριζε σύνορα.
Το έργο του Παλαμά δημοσιεύτηκε στην Αθήνα και άσκησε αμέσως επίδραση, αντίθετα η ποίηση του Καβάφη δημοσιεύτηκε ως επί το πλείστον ιδιωτικά στην Αλεξάνδρεια και παρόλο που ο Ξενόπουλος είχε ήδη γράψει από το 1904 ευνοϊκή κριτική, δεν έγινε γνωστή στην Αθήνα πριν από το 1920. Η πρώτη του ποιητική συλλογή δημοσιεύτηκε στην Αλεξάνδρεια το 1935, δύο χρόνια μετά το θάνατό του.
Η ανταπόκριση ποιητών και κριτικών στο έργο του Παλαμά υπήρξε άμεση, αντίθετα η ανταπόκριση στο έργο του Καβάφη καθυστέρησε μέχρι τις δεκαετίες του 1920 και 1930, αφού πρώτα «ανακαλύφθηκε» από τον Άγγλο μυθιστοριογράφο και διηγηματογράφο Ε.Μ. Φόρστερ, όταν επισκέφθηκε την Αλεξάνδρεια το 1917 και άρχισε ο Καβάφης να αποκτά διεθνή φήμη, πράγμα που δε συνέβη ποτέ με τον Παλαμά.
Και οι δύο, στη δύση της σταδιοδρομίας τους, περιέγραψαν την ποίησή τους ως αποτελούμενη από τρία είδη. Ο Παλαμάς στην «Ποιητική» του αναφέρεται σε τρεις «λυρισμούς»: του «εγώ», του «εμείς», και του «όλοι», που αντιστοιχούν στο προσωπικό, στο εθνικό και στο παγκόσμιο. Ο Καβάφης μοίρασε τα ποιήματά του σε τρία είδη: ερωτικά, ιστορικά και φιλοσοφικά. Παραλληλισμοί μπορεί να γίνουν ανάμεσα στα «ερωτικά» του Καβάφη και στο «λυρισμό» του «εγώ» του Παλαμά και ανάμεσα στα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη και στο «λυρισμό» του «εμείς» του Παλαμά.
Η προσωπική και ενδοσκοπική φλέβα του Παλαμά δίνει έμφαση σε αισθήματα αόριστης ενοχής και προσωπικής ανεπάρκειας, και στο στοιχείο αυτό μας υπενθυμίζει το ρόλο του «καταραμένου ποιητή», που ήταν αρκετά κοινός μεταξύ των Γάλλων συμβολιστών. Τα ποιήματα του Καβάφη, τα οποία είναι εξίσου προσωπικά ως προς τη θεματική τους, πιστοποιούν παρεμφερή αισθήματα, τα οποία στην περίπτωσή του «εξηγούνται» σε κάποιο βαθμό από την ομολογημένη ομοφυλοφιλία του. Επιπλέον, και οι δύο παρουσιάζονται ως εξόριστοι από την κοινωνία και κατατρύχονται από εικόνες της γεροντικής ηλικίας, ενώ και για τους δύο η διέξοδος βρίσκεται στην τέχνη τους.
Ο «λυρισμός» του «εμείς» του Παλαμά παραπέμπει ευδιάκριτα στο στοιχείο του εθνισμού και στην προσπάθειά του να προσδιορίσει την ταυτότητα και να δημιουργήσει μια σύνθεση της ελληνικής παράδοσης, παρελθόντος και παρόντος, που γίνεται εμφανής στη «Φλογέρα του Βασιλιά». Ο Καβάφης ποτέ δεν προσπάθησε να δημιουργήσει σύνθεση τέτοιων διαστάσεων και οι υπαινιγμοί του στις σύγχρονες πολιτικές και στρατιωτικές πραγματικότητες ήταν συνήθως τόσο διακριτικές, που περνούσαν κυριολεκτικά απαρατήρητες. Αλλά σε όλα τα ποιήματα του Καβάφη, που διαδραματίζονται στον αρχαίο κόσμο, ο ποιητής επιχειρεί υποδόρια να προσδιορίσει και να ορίσει πίσω από τον τόπο και το χρόνο ένα «ελληνικό» παρελθόν. Η προσπάθεια αυτή, όπως παρατηρεί ο Roderick Beaton, είναι διαφορετική από τη σύνθεση του Παλαμά, που ύφανε μαζί τις παραδόσεις του ελληνικού παρελθόντος και του παρόντος. Το παρελθόν το οποίο αναδημιουργεί ο Καβάφης στα ιστορικά του ποιήματα αφορά στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, στο διάστημα από τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους το 1453 και ο Καβάφης ελάχιστα ενδιαφέρεται για τις παραδόσεις του ελληνικού αγροτικού βίου και ακόμη λιγότερο για το ελληνικό τοπίο. Αναφέρεται ελάχιστα σε κατακτητές, όπως ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος της «Φλογέρας του Βασιλιά» του Παλαμά και, γενικά, προτιμά να παρουσιάζει τα ιστορικά γεγονότα από την οπτική γωνία των ηττημένων. Οι ήρωες των ιστορικών ποιημάτων του Καβάφη είναι Έλληνες εξ Ελλάδος. Κατοικούν στις κοσμοπολίτικες πόλεις της ανατολικής Μεσογείου και συχνότατα περιγράφονται ως φυλετικό και πολιτιστικό «κράτος». Ο Ελληνισμός στο έργο του Καβάφη δεν ορίζεται με φυλετικούς και εδαφικούς όρους, αλλά συνίσταται στη γνώση της ελληνικής γλώσσας και στην υιοθέτηση ορισμένων αξιών, κυρίως αισθητικών, οι οποίες κατά την πορεία των αιώνων ξεπέρασαν τα όρια της κλασικής ή της σύγχρονης Ελλάδας. Τα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη είναι διαμετρικά αντίθετα προς την «εθνικιστική» τάση στην ποίηση του Παλαμά όσον αφορά στην εκδοχή του ελληνικού παρελθόντος, που παρουσιάζουν στον αναγνώστη. Ο Καβάφης, εντούτοις, συμμερίζεται την προσπάθεια του Παλαμά να διευθετήσει μέσω της ποίησης το ιστορικό παρελθόν του πολιτισμού στον οποίον ανήκε και με τον τρόπο αυτό να ερμηνεύσει και τον ελληνικό πολιτισμό της εποχής του.
Τελικά, αυτό που διαχωρίζει αποφασιστικά τον Καβάφη από τους ποιητές του 19ου αιώνα, αλλά και από πολλούς συγχρόνους του των αρχών του 20ού αιώνα, δεν είναι ούτε η θεματική του ούτε οι πεποιθήσεις του για την τέχνη, αλλά η ειρωνική αποστασιοποίηση, η παραδοχή ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ παντογνώστης και πως οι αξίες είναι πάντοτε σχετικές, ακόμη και όσες αυτός ο ίδιος θεωρεί πολύτιμες, άποψη που θεωρήθηκε ότι συνδυάζεται με μια ανατρεπτική αίσθηση του χιούμορ.
Δημοσίευση στην Ημέρα τση Ζάκυθος: 12/11/2014 Ημέρα τση Ζάκυθος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου