Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Να τα πούμε;, 'Αννυ Τυχαίου

Να τα πούμε;
Καλήν ημέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού την θείαν Γέννησιν να πω στ' αρχοντικό σας...και ούτω καθεξής.
Δουλειά από το πρωί με τα τρίγωνα μας πιάναμε, τσούρμο ολόκληρο τα πιτσιρίκια, χώρια από τους μεγάλους. Αυτό το "αρχοντικό σας" με μπέρδευε λιγάκι η αλήθεια, γιατί τα πιότερα σπίτια στο χωριό μόνο αρχοντικά δεν ήταν. Αλλά άλλο ήταν εδώ το ζητούμενο, το έθιμο να κρατήσουμε, τα κάλαντα από πόρτα σε πόρτα να πούμε και να ευχηθούμε. Φτωχική συνήθως η ανταμοιβή μας, καραμέλες, φρούτα της εποχής, σταφίδες, ξηροί καρποί, κουλουράκια, κάνα μικρό γλυκάκι και σπάνια, πολύ σπάνια και μερικά νομίσματα. Όπως δεκάρες, εικοσάρες, πενηνταράκια ενίοτε και δραχμές. Τις τσάντες, που είχαμε φροντίσει μαζί μας να έχουμε, γεμίζαμε και το δρόμο μας συνεχίζαμε, κι άλλοι νοικοκυραίοι μας περίμεναν. Στη διαδρομή κάναμε και έναν έλεγχο, τι μαζέψαμε να δούμε. Πανηγύρι για μένα οι εικοσάρες και οι δεκάρες, αυτή η τρύπα που είχαν με μάγευε, ακόμα αγνοώ το γιατί, μα κορδονάκια και κορδέλες μαζί μου είχα, μέσα τους τα περνούσα και στο λαιμό τα κρεμούσα. Περιττό να περιγράψω το πως φαινόμουνα, υποθέτω κάπως σαν Πατριάρχης ή Δεσπότης μα σιγά μη με ένοιαζε αυτό, καμαρωτή το έργο μου συνέχιζα.
Αδιάφορα για μένα τα φρούτα, από τότε δεν τα πήγαινα καλά μαζί τους. Άσε που με βάραιναν κιόλας, τα πιότερα τα έδινα στ΄ άλλα παιδιά ή αν δεν τα ήθελαν, τα πετούσα, στα λασπωμένα σοκάκια τα έσπερνα. Ένα φρούτο μόνο μου άρεσε, το φιρίκι κι αν τύχαινε κάποια νοικοκυρά να μας δώσει, ανταλλαγή με τ΄άλλα παιδιά έκανα, τα λιγοστά νομίσματα μου έδινα για να μου δώσουν αυτά. Εκτός από τις δεκάρες και τις εικοσάρες, αυτές τις είχα σιγουρέψει, σαν πετραχήλια στο λαιμό μου κρεμόντουσαν.
Τοκ, τοκ, τοκ, να τα πούμε; Να τα πείτε ακούμε την κουρασμένη φωνή της νοικοκυράς, ποιος ξέρει πόσες φορές τα άκουσε ή έκανε ότι τα ακούει η καημένη. Κουρασμένα και τα παιδικά μας χειλάκια, τόσες ώρες τα λένε κι αυτά, αρχίζουν:
Καλήν ημέραν άρχοντεθ, αν είναι ορισμόθ θαθ,
Χριθτού την θείαν Γέννηθιν να πω θτ' αρχοντικό θαθ...εεεπ στοπ, τι συμβαίνει εδώ; Το δαγκωμένο φιρίκι στο χέρι μου κοιτώ, τι είναι το κόκκινο αυτό να καταλάβω προσπαθώ. Αχ, το πρώτο μου δοντάκι έχασα, στο φιρίκι καρφώθηκε, με αίμα το πότισε, με φρίκη το θωρώ. Βιαστικά στο σακούλι μου το χώνω, και έτοιμη γι΄αναχώρηση, διστακτικά την τελευταία ευχή ψελλίζω:

«Και του Χρόνου. Χρόνια Πολλά»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου