Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Τζον Κασσαβέτης και Τσαρλς Μινγκους: Ανιχνεύοντας τις αυτοσχεδιαστικές καινοτομίες

Ιφιγένεια Καλαντζή
Δεν είναι τυχαίο που ένας αντισυμβατικός κινηματογραφιστής, όπως ο Νίκος Παπατάκης, διαισθάνθηκε πρώτος, τη μοναδικότητα του Τζον Κασσαβέτη, αναλαμβάνοντας να χρηματοδοτήσει την πρώτη ταινία του «Σκιές» (1959), καθιερώνοντας ένα εναλλακτικό μοντέλο πειραματικού αυτοσχεδιασμού και ανεξάρτητης παραγωγής στο αμερικάνικο σινεμά. Η ταινία αυτή, που προβλήθηκε στο πρόσφατο αφιέρωμα στον Παπατάκη, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος, παρουσιάζει άλλη μια ιδιαιτερότητα. Η πρωτότυπη αυτοσχεδιαστική μουσική της ανήκει στον ανατρεπτικό τζαζίστα Τσαρλς Μίνγκους.
Ηγετική φιγούρα της πρωτοποριακής τζαζ, με εντυπωσιακή διαφυλετική καταγωγή -κινέζικες ρίζες με πρόσμιξη αφροαμερικανικών και σουηδικών στοιχείων- ο βιρτουόζος κοντραμπασίστας και πιανίστας Μίνγκους (1922-1979), επηρεασμένος από τη συνθετική μαεστρία του Ντιουκ Έλινγκτον, δημιούργησε πρωτοποριακές μουσικές δυναμικών ενορχηστρώσεων με εκφραστικές ερμηνείες. Κραυγές, ουρλιαχτά, επιταχυνόμενοι ρυθμοί, συνθέσεις που θυμίζουν πρωτόγονες τελετουργίες με κρουστά, πάθος για λάτιν ρυθμούς, χορευτικά σουίνγκ, φλαμέγκο κιθάρες, σόουλ και μπλουζ θέματα, εγγράφονται στη μουσική άποψη του πολυτάλαντου συνθέτη. Παλεύοντας να κατακτήσει τον οικονομικό και καλλιτεχνικό έλεγχο της δημιουργίας του, κόντρα στο μουσικό κατεστημένο, ήταν από τους πρώτους που υλοποίησαν την ιδέα ενός μουσικού εργαστηρίου (Jazz Workshop), ωθώντας στα άκρα τις καινοτομίες του, μαζί με τις αντοχές των μουσικών του.
Παράλληλα, απ' τους πρώτους ανεξάρτητους Αμερικανούς σκηνοθέτες, ο ελληνικής καταγωγής Τζον Κασσαβέτης (1929-1989), πρωτίστως ηθοποιός, επικεντρώθηκε στους ηθοποιούς και στην ερμηνεία τους, ταγμένος να αναδείξει τα πάθη των καθημερινών ανθρώπων. Πολέμησε το χολιγουντιανό μοντέλο, αναπτύσσοντας μια πρωτοποριακή κινηματογραφική φόρμα, σε συγγένεια με το ευρωπαϊκό αυτοσχεδιαστικό σινεμά βεριτέ, για να διερευνήσει τις αλήθειες της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στον πυρήνα της αμερικάνικης κοινωνίας, τον γάμο και την οικογένεια.
Δημιούργησε το εργαστήρι ηθοποιών «Variety Arts Studio», όπου δουλεύοντας με ερασιτέχνες, επεξεργάστηκε το πρώτο υλικό των «Σκιών». Όπως αναγράφεται στην αρχή της, η ταινία αποτέλεσε πειραματικό προϊόν ενός κινηματογραφικού αυτοσχεδιασμού, στο πλαίσιο εργαστηριακού μαθήματος, με θέμα τον ρατσισμό στην αμερικάνικη κοινωνία. Τονίζοντας τον πηγαίο αυθορμητισμό στις πρόβες, ο Κασσαβέτης προσδιόρισε την έννοια του αυτοσχεδιασμού στο σινεμά σε αντιστοιχία με την αντίληψη ενός τζαζ μουσικού. Όπως και ο Μίνγκους, επιδίωξε κι αυτός μεγαλύτερο οικονομικό και καλλιτεχνικό έλεγχο στη δουλειά του, ώστε να εξασφαλίσει αυτονομία και εκφραστική ελευθερία.
Τα σενάρια του Κασσαβέτη ήταν γραμμένα, ώστε να αφήνουν ερμηνευτικές ελευθερίες που βασίζονταν στις βιωμένες εμπειρίες. Ο Μίνγκους, αντίστοιχα, κατάργησε τις γραπτές παρτιτούρες, επιτρέποντας στους μουσικούς του να συμμετέχουν με δικές τους ιδέες και προσωπικά στυλ, στη δημιουργική διαδικασία ενός αυτοσχεδιαστικού πειραματισμού.
Οι «Σκιές» γυρίστηκαν απευθείας στους δρόμους της Νέας Υόρκης, με νοικιασμένη κάμερα 16 χιλιοστών, δίχως επαγγελματικό συνεργείο. Χωρίς γραπτό σενάριο, οι ηθοποιοί κλήθηκαν να αυτοσχεδιάσουν, ξεπερνώντας τα ερμηνευτικά τους όρια.
Με θέμα τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων και τις φυλετικές προκαταλήψεις, παρουσιάζονται οι διαφορετικές διαδρομές τριών ετεροθαλών αδερφών, που ενσαρκώνονται από διαφορετικής φυλετικής υπόστασης ηθοποιούς. Ο μιγάς τζαζ τρομπετίστας βολοδέρνει άσκοπα στο νυχτερινό Μανχάταν, η ευαίσθητη αδελφή του που μοιάζει με λευκή, μπαινοβγαίνει στους λογοτεχνικούς κύκλους φιλοδοξώντας να γίνει συγγραφέας, ενώ ο μεγάλος αδερφός, δυναμικός Αφροαμερικάνος, παλεύει να καθιερωθεί ως τζαζ τραγουδιστής.
Ένα χρόνο μετά την πρώτη εκδοχή της ταινίας, ο Κασσαβέτης την τροποποιεί με οκτώ καινούργιες σκηνές, νέο ήχο και μοντάζ, καταλήγοντας στην οριστική εκδοχή, που βραβεύτηκε το 1960 στη Βενετία. Όσο για τον Μίνγκους, τον πρότειναν ως τον καταλληλότερο πρωτοποριακό συνθέτη, οι ακροατές ραδιοφωνικής εκπομπής, στους οποίους απευθύνθηκε ο Κασσαβέτης, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για την ταινία του. Ο Μίνγκους, αφού είδε τις λήψεις της ταινίας, ταυτίστηκε με τη διαφυλετική της διάσταση, δημιουργώντας μουσική γέφυρα με τα θέματα ρατσιστικής προκατάληψης και αναζήτησης ταυτότητας. Η συνεργασία τους, όμως, δεν ευδοκίμησε, λόγω των πιεστικών χρονικών ορίων. Έτσι, από αυτή την ηχογράφηση αυτοσχεδιασμών με οκτέτο, χρησιμοποιήθηκε μόνο ένα μικρό μέρος στη δεύτερη εκδοχή, που ολοκληρώθηκε απ' τον σαξοφωνίστα του Μίνγκους, Σάφι Χάντι.
Ο αυτοσχεδιασμός των ηθοποιών στον Κασσαβέτη, καθιστούσε κάθε ερμηνεία μοναδική. Εξίσου μοναδικές ερμηνείες πετύχαινε και ο Μίνγκους, καλώντας τους μουσικούς του να ανακαλύψουν μόνοι τους τον τρόπο που θα επιλέξουν να ερμηνεύσουν τη μουσική του σύνθεση, που τους παρουσίαζε ακουστικά.
Η αλληλεπίδραση των μουσικών και η διαδραστική όσμωση ανάμεσα στους ηθοποιούς μετέτρεψαν το δημιουργικό όραμα των Μίνγκους και Κασσαβέτη σε μια συλλογική καλλιτεχνική διαδικασία. Πιονέροι στον τομέα τους χάραξαν με κόπο το δικό τους μονοπάτι στην ανεξάρτητη δημιουργία, παλεύοντας ταυτόχρονα για αυτονομία στην παραγωγή και διανομή του έργου τους, μακριά από συμβιβασμούς.
 .avgi.gr
* Η Ιφιγένεια Καλαντζή είναι θεωρητικός κριτικός κινηματογράφου (ifigenia.kalantzi@gmail.com)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου