Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

"οι άγγελοι μου", Άννυ Τυχαίου

"οι άγγελοι μου"


 Ήρθε και το χιόνι φέτος, έδεσε η γιορτινή ατμόσφαιρα, Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά λευκά, όπως αρμόζει. Απαλές κι αφράτες οι νιφάδες έπεφταν, το έστρωσε για τα καλά, δρόμοι, δέντρα και στέγες σκεπασμένα με σεντόνια πεντακάθαρα με τα γιορτινά στολισμένα παράθυρα να ξεχωρίζουν και να δεσπόζουν στο τοπίο. 
Τι ωραία που φαινόντουσαν όλα γύρω της, κάτασπρα, γαλήνια και αρμονικά. Αυτό το άσπρο που σε ταξιδεύει, αλλού και πίσω σε πάει, πολύ πίσω, στα παλιά. Τότε που παιδούλα στο χιόνι κυλιόταν, με ανοιχτά τα χέρια το αποτύπωμα του κορμιού της πάνω του άφηνε. Σαν άγγελος με φτερούγες έλεγε και γελούσε και παραπέρα ξάπλωνε ξανά και ξανά, τον τόπο με αγγέλους γέμιζε και να μη λιώσει το χιόνι παρακαλούσε, μην τους χάσει, για πάντα κοντά της τους ήθελε. 
Να τους βλέπει, να τους μιλάει, τα όνειρα και τις επιθυμίες της να τους λέει, ήταν καλοί ακροατές οι άγγελοι της. Όχι σαν τα παιδιά της ηλικίας της που σαν τις μύχιες σκέψεις της διηγόταν, σα να ήταν από τον πλανήτη Άρη την κοιτούσαν. Όσο για τους μεγάλους, αυτοί μήτε που άκουγαν τι έλεγε, σημασία δεν της έδιναν, απασχολημένοι με τις ετοιμασίες των γιορτών ήταν έλεγαν. Σάμπως κι ήταν όλο το χρόνο γιορτή, όλο κάτι είχαν να κάνουν σαν δίπλα τους καθόταν και τους μιλούσε. Όταν μεγαλώσω δεν θα γίνω έτσι, θα τους δείξω εγώ σκεφτόταν και απομακρυνόταν, με παράπονο μα και πείσμα τα χείλη της έσφιγγε, για να μην κλάψει. Θα κάνω δική μου οικογένεια, δικά μου παιδιά, ο πατέρας τους κι εγώ θα τα αγαπάμε, κατανόηση και υπομονή μαζί τους θα έχουμε, τίποτα δε θα τους λείψει, θα έχουν όλα τα καλά.
Κι έτσι πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε τώρα πια, τη δική της οικογένεια είχε, δικά της παιδιά, παιδούλα πλέον δεν ήταν, μα παιδούλα είχε μείνει στην ψυχή και στην καρδιά. Τα αγαπούσε τα παιδιά της, τα λάτρευε, κάθε τους επιθυμία στα μάτια της να διαβάσει και να εκπληρώσει προσπαθούσε, παιδί μαζί τους κι αυτή μα και μάνα διπλά. Τα πάντα έκανε την έλειψη του πατέρα να μη νιώσουν, την απόρριψη του να μη βιώσουν, σημάδια και ουλές στην καρδούλα και την ψυχούλα τους μην αποκτήσουν. Πάντα δίπλα τους θα είμαι όρκο έδωσε, μα η μοίρα αλλιώς τα φέρνει, αλλιώς τα έχει γράψει.
Το ρολόι στη εκκλησία απέναντι πρόσεξε, θα μου καεί η γαλοπούλα αναφώνησε και στην κουζίνα έτρεξε, τον έλεγχο της να κάνει. Τα μαλλιά από το πρόσωπο της τράβηξε, κόψιμο θέλουν σκέφτηκε μα που χρόνος και διάθεση, ειδικά τις μέρες τούτες που υποχρεώσεις και προτεραιότητες απαιτούσαν. Το χιονισμένο τοπίο από το παράθυρο κοίταξε, νοσταλγία ένιωσε, κάτι την τσίγκλισε, βιαστικά το παλτό και τις μπότες της φόρεσε, τις σκάλες κατέβηκε και στο δρόμο βγήκε. 
Στο προαύλιο της εκκλησίας βρέθηκε, κάτασπρο χαλί το κάλυπτε, δίχως δεύτερη σκέψη χάμω ξάπλωσε, τα χέρια της ανοιχτά, τα μάτια κλειστά. Εδώ να μείνω θέλω σκέφτηκε, αγγέλους πολλούς να φτιάξω, τα παιδιά μου με τις φτερούγες τους να αγκαλιάσουν και να προσέχουν. Άλλα όνειρα και επιθυμίες είχα γι΄αυτά, τα καλύτερα ευχόμουν και προσπάθησα μα απέτυχα οικτρά. Εδώ να μείνω, να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ, απόκαμα πια.
Παραμύθι λυπημένο μα δίχως τέλος το δικό μου, όχι ακόμα, στης ζωής τα χνάρια συνεχίζεται, με ή χωρίς αγγέλους. Αυτούς δεν τους αναγνωρίζουμε από τη μορφή τους, μήτε και τα φτερά αλλά από τα σημάδια και το στίγμα που μας δίνουν.

Υγεία πάνω απ΄όλα και για όλους μας εύχομαι, μέρες που είναι ανάμεσα μας κυκλοφορούν και αγγέλοι, είθε να εισακουστεί η προσευχή και ευχή μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου