Του Αλέξη Ζήρα

Κάρβουνο ο ουρανός και η οδοντόβουρτσα του πεθαμένου περιμένει. / Ο φίλος μου / από το ιατρείο του κάτω κόσμου / μου τηλεφωνεί. Μου στέλνει φάρμακα, / μου στέλνει ποιήματα. Ο φίλος μου, ο επιζών.
Στο ποίημα αυτό από τη συλλογή Οστά, του 1982, ο Γιάννης Κοντός έχει ήδη μπροστά του ανοιγμένο ορθάνοιχτα το πεδίο της ποιητικής ωριμότητας. Αναφέρεται, για όσους μπορούν να αναγνωρίσουν το βιωματικό αποτύπωμα της αφήγησής του, στον μεγάλο του φίλο, τον ποιητή Τάκη Σινόπουλο, τον γιατρό, τον δημιουργό της ποιητικής σύνθεσης του "Επιζώντος" που μόλις πριν από ένα χρόνο έχει απέλθει. Επισκέπτεται το σπίτι του στον Περισσό, μπαίνει στο μπάνιο και βλέπει αφημένη βιαστικά την οδοντόβουρτσά του σαν όντως να περιμένει να ξαναχρησιμοποιηθεί! Και με έναυσμα αυτή την άκρως ρεαλιστική εικόνα, ενεργοποιείται η ποιητική φαντασία και σκηνοθετεί με πολύ λιτά και ακαριαία μέσα μια στιγμιαία νέκυια, έναν σύντομο υπερβατικό διάλογο, αντιστρέφοντας τον ρόλο του ομηρικού Ελπήνορα και καλώντας τον ίσκιο του πεθαμένου του φίλου. Τον αποκαλεί "επιζώντα" -να ένας μικρός, λαθραίος ηθικός και σε προέκταση πολιτικός υπομνηματισμός, που όμως υπογραμμίζει το είδος των εστιασμών της ποίησης του Κοντού-, γιατί ο Σινόπουλος επέζησε από τη λαίλαπα του μεταπολέμου για να γράψει, σε ώριμη πια ηλικία, τηΝύχτα και την αντίστιξη (1959), όπου και το ποίημα του "Επιζώντος", αλλά και την πιο σημαντική ελεγεία για τον εμφύλιο, τον Νεκρόδειπνο - το ανάποδο ας πούμε του διθυραμβικού Άξιον Εστί του Οδυσσέα ΕλύτηΜε μια έννοια λοιπόν ο "επιζών" μέσω της ποιητικής ενόρασης εξακολουθεί να νοιάζεται για όσα και όσους άφησε πίσω του, γι' αυτό και δεν παύει μέσω της δημιουργού φαντασίας να του τηλεφωνεί, να του στέλνει φάρμακα αλλά και ποιήματα. Ενέργειες δηλαδή που ήταν καθημερινές και συνηθισμένες ενόσω ζούσε ο Σινόπουλος και συνιστούσαν ένα μέρος της μεταξύ τους οικειότητας, της υικής σχέσης με τον νεότερο που έμεινε πάντοτε τέτοια.
Πόση όμως εμπειρική ικανότητα υπάρχει σ' αυτή τη μικρή νέκυια -ανάλογά της θα βρούμε και άλλα αρκετά στην ποίησή του-, ώστε να μπορεί ο Κοντός να ξεφλουδίζει την αοριστία της αρχικής εντύπωσης και να κρατάει γυμνό τον ζωτικό της πυρήνα! Με τέσσερις - πέντε συνάλληλες εικόνες αναπαριστάνει σαν σε απολύτως πραγματικό ψηφιδωτό την αγαπημένη μορφή που δεν υπάρχει αλλά, από την άλλη μεριά, δεν παύει να υπάρχει. Σ' αυτό, την ασθματική ένταση της διαδοχής των εικόνων, σ' αυτή την πυκνότητα έκφρασης των αισθημάτων, που πολλές φορές έπαιρνε στην ποίησή του έναν τραχύ, άγριο ρυθμό, που αιφνίδια όμως έφτανε σ' ένα ελάχιστο ξέφωτο ερωτικής ευδίας, νομίζω δεν τον έφτασε κανείς από τους συνομίληκους ποιητές του 70.
Πρέπει να προσέξω τη μοναξιά μου. / Μερικές φορές στα ενδιάμεσα των δαχτύλων και στα χαλίκια των ματιών / βγαίνει το χορτάρι της φωνής σου
Το έργο του Γιάννη Κοντού, ποιητικό, πεζό ή δοκιμιακό, είναι από τα πιο χαρακτηριστικά της ποιητικής γλώσσας και θεματικής του μοντερνισμού που συναντούμε στην ομάδα ή τη γενιά του '70. Το κλειστό περιβάλλον της πόλης, η άσφαλτος, οι εσωτερικοί σκοτεινοί χώροι του σπιτιού που γίνονται σκοτεινοί χώροι της μέσα, ψυχικής ζωής, ο διαρκώς ματαιωμένος έρωτας, έξω ο ουρανός μελανιασμένος, διαπεραστικοί και άναρθροι ήχοι, σκιώδεις και φασματικές υπάρξεις που πηγαινοέρχονται με δαιμονική ταχύτητα, όπως σε ασπρόμαυρες κινηματογραφικές ταινίες του Γκρίφιθ. Και από την άλλη, η γλώσσα του Κοντού: ο ευφάνταστος λόγος του, η διαβρωτική του σάτιρα, η κριτική στάση του που ξεπερνάει τις πολιτικές σχηματοποιήσεις και απευθύνεται, με μια κραυγή απόγνωσης σαν αυτή του πίνακα του Εντβάρ Μινχ, σ' έναν κόσμο έκπτωσης, ερήμωσης και απανθρωποποίησης.
Στις πρώτες συλλογές του, έως το 1980 περίπου, με επιδράσεις από την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, του Τάκη Σινόπουλου και του Νίκου Καρούζου, ο λόγος του Κοντού είναι έντονα κρυπτικός και σκοτεινός, αποδίδοντας αφενός τη νεανική, ρομαντική αίσθηση του κλειστού ορίζοντα και της αδυναμίας επικοινωνίας, αφετέρου την απελπισμένη στάση του απογυμνωμένου από ψευδαισθήσεις ανθρώπου ο οποίος διαπιστώνει συνέχεια τη φθορά και την τερατουργική παραμόρφωση της καθημερινότητας, προσπαθώντας, πανικόβλητος, να ξεφύγει από αυτήν. Η ποιητική αναγωγή σε ένα ασταθές σύμπαν απειλής και τρόμου πραγματοποιείται με μικρές, αιχμηρές εξπρεσιονιστικές εικόνες, με ελλειπτικές ενδοαφηγήσεις, οι οποίες δένονται μεταξύ τους σαν κομμάτια ενός ακένωτου και ακατανόητου εφιάλτη, που από όραμα και όνειρο περνάει και γίνεται παρούσα μοίρα.
Φέτος δεν φόρεσα καθόλου γάντια. / Τα πιάνω όλα με γυμνά χέρια / Πάει και ο φόβος του τετάνου / Με γυμνά χέρια κάνω τους λογαριασμούς. / μέσα από σπασμένο μάτι τα βλέπω όλα αυτά / και δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω. / Προβάλλεται η ζωή μου- η ζωή σας / στο πανί αργά ή γρήγορα / με κάτι χαρακιές φως- φωνές ερωτικές / και αυτό είναι -και τέλος.
Η σχηματοποίηση αυτή υπάρχει και στα επόμενα στάδια του έργου του Κοντού. Η εμμονή του ποιητικού εστιασμού του να αναδεικνύει, ενίοτε αυτοσαρκάζοντας, την αίσθηση του αποκλεισμένου και στερημένου από τις ζωοποιές δυνάμεις ανθρώπου, την αίσθηση του δύσκολου να κερδηθεί έρωτα, την αγωνία από την καταστροφή της άλλοτε ευστάθειας, έτσι όπως υψώνονται γύρω του οι απαγορεύσεις από ένα σύμπαν ακατανόητο και ξένο, έχει ασφαλώς και ένα νόημα πολιτικής ηθικής. Με τη διαφορά όμως ότι ο αποκλεισμός του ανθρώπου δεν είναι απλώς κοινωνικός αλλά βαθύτερος, οντολογικός. Οι περσόνες τού Γιάννη Κοντού από την πλευρά αυτή μοιάζουν πολύ, είναι αδελφικές θα μπορούσα να πω, με τις περσόνες του Μίλτου Σαχτούρη, με τα ανδρείκελα εκείνου, με τον αρχετυπικό "τρελό λαγό" του. Όπως εκείνες, έτσι κι αυτές κινούνται με μια νευρωσική ένταση, μεταλλάσσονται συνεχώς με μια υδραργυρική ταχύτητα. Πώς λοιπόν να παλιώσει η καλή ποίηση; Δεν πάει χέρι - χέρι με την εποχή;
πηγή:avgi.gr