Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Ο κόσμος πάει θέατρο (αλλά τι θέατρο βλέπει;) Από Ιλειάνα Δημάδη

«Σφαγή» γίνεται για μια θέση σε πολλές αθηναϊκές παραστάσεις. Εντυπωσιακό, αλλά πραγματικό: το μισό ελληνικό θέατρο είναι sold out. Μόνο που αυτό το «μισό­» είναι ως επί το πλείστον παραδοσιακό, εμπορικό θέατρο ή έστω ένα ακίνδυνα πειραματιζόμενο κομμάτι του. Τι συμβαίνει; Γινόμαστε –καλλιτέχνες και θεατές– ολοένα και πιο συντηρητικοί; Ή μήπως απογοητευμένοι από τους διάφορους «-ισμούς», αποζητάμε το πιο ασφαλές θέατρο που μπορούμε να έχουμε;

Το θέατρο έγινε τελευταία πολύ της μόδας. Τι θα γίνει όμως όταν, σύμφωνα με τη νομοτέλεια κάθε παροδικής συνήθειας, αυτή η μόδα ξεφτίσει; Τι θα έχει συμβεί στο ελληνικό θέατρο κατά τη διάρκεια αυτής της «χρυσής» εποχής του; Και πόσο στ’ αλήθεια «χρυσή» είναι; Διάγουμε τη σεζόν με τις περισσότερες παραστάσεις στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου – θα ξεπεράσουν τις 1.000 μέχρι τον Απρίλιο. Παρά την αυξημένη δραστηριότητα όμως, το τοπίο παραμένει θολό και ανενεργό.

Αντί να ριζοσπαστικοποιείται και να γίνεται κριτικό κι επιδραστικό, το ελληνικό θέατρο τυποποιείται και ομογενοποιείται, υποτάσσεται στον κανόνα του εύληπτου. ακόμη και το πρωτοποριακό κομμάτι του υποκύπτει συχνά στον «ακίνδυνο πειραματισμό» και στους νόμους της ελεύθερης αγοράς. Εκείνο που υπόσχεται στο κοινό είναι ένα θέατρο ελπίδας, ανάτασης και πλησμονής. «Είναι τόσο κακό αυτό;» θα ρωτήσετε. Όχι απαραίτητα. Μόνο που η καταστατική συνθήκη του θεάτρου δεν είναι η παρηγοριά, αλλά η διερώτηση.
Στην παρούσα φάση για τους μεν θεατές η προσφορά εφησυχασμού είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να τους συμβεί, όσο για τους ανθρώπους του θεάτρου το άγχος της επιβίωσης υπερτερεί συχνά της καλλιτεχνικής αγωνίας. Μιλάμε, εξάλλου, για ένα αυτοχρηματοδοτούμενο επάγγελμα και για μια ιδιωτικής φύσεως σπουδή – κάτι σαν χόμπι δηλαδή. Πλήθος δραματικών σχολών υπόσχεται έναντι αδρών διδάκτρων να σε κάνει ηθοποιό (και τελικά σε μετατρέπουν σε ισόβια ανασφαλή οικότροφο σεμιναρίων και περιοδικά άνεργο ), ενώ οι κρατικές επιχορηγήσεις αποτελούν οράματα (και φαντάσματα ) του παρελθόντος. Πολλές παραστάσεις ανεβαίνουν δίχως κανείς να εγγυάται την αμοιβή των συντελεστών – μόνο τα ποσοστά επί των εισπράξεων.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Το κοινό αποφασίζει. Μια μερίδα θεατών τιμά τις δουλειές των αναγνωρίσιμων –κυρίως από την τηλεόραση– πρωταγωνιστών και τα προβεβλημένα θεάματα που υπόσχονται φαντασμαγορία κι ευωχία. Μια άλλη μερίδα υπερασπίζεται τα θέατρα ρεπερτορίου, έστω κι αν ο πρόωρος θάνατος του ακάματου αναθεωρητή του εγχώριου αστικού θεάτρου Λευτέρη Βογιατζή έχει αφήσει δυσαναπλήρωτο κενό. Θαρρείς και δεν άφησε επιγόνους αυτός ο μετρ, ο οποίος μεταμόρφωνε τα κείμενα (κλασικά, σύγχρονα, ξένα ή ελληνικά ) σε ζωντανά μνημεία λόγου και δράσης, μυσταγωγίας και αυτογνωσίας.
Και αφού μιλάμε για έργα, παράλληλα με μια επιστροφή στα κλασικά κείμενα (όπως τα άπαντα του Τσέχοφ που παίζονται φέτος ), παρατηρείται μια περίεργη μετατόπιση από ένα αστικό θέατρο οντολογικών αγωνιών σε ένα μικροαστικό θέατρο ανώδυνων ανησυχιών. Στο μεταξύ, το επί δύο δεκαετίες κραταιό φλερτ με το μεταμοντερνισμό και τους άλλους «-ισμούς» των καιρών, αφού ωφέλησε και ταλαιπώρησε καλλιτέχνες και θεατές, υποχωρεί σε παγκόσμιο επίπεδο, δίχως όμως να έχει εφευρεθεί ο αντικαταστάτης του. Το ίδιο ισχύει και για τον πειραματισμό: άνθησε και γιγαντώθηκε, έγινε το νέο mainstream και μαζί ένα ξέφραγο αμπέλι πάντων των ημιμαθών και μια επωνυμία για πάσης φύσεως ερασιτεχνισμό.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών για την πολιτιστική κατανάλωση στην Αθήνα, το «πειραματικό-σύγχρονο θέατρο» είναι η πιο δημοφιλής επιλογή. Ο πειραματισμός ενσωματώθηκε­ και αξιοποιήθηκε από το σύστημα, πέρασε από τα υπόγεια στις λαμπερές σκηνές, αναλώθηκε στην επικράτεια των ιδεών (και κυρίως των μικρών, συγκεχυμένων ιδεών ) και θαρρείς αυτόματα αποδυναμώθηκε – απέμεινε τελικά εκείνο που ο πανεπιστημιακός Γιώργος Σαμπατακάκης αποκαλεί «συστημική αναρχία». Όπως προείπα, παντού υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις. H κυρίαρχη όμως τάση θέλει παραστάσεις ανώδυνες, ευοίωνες και ηθοπλαστικές, που κατευνάζουν την αστική και λαϊκή συνείδηση. Τίποτα δεν χρειάζεται να υπερβαίνει το φαντασιακό μόρφωμα που λέγεται «μέσος θεατής».

Κι όμως, το θέατρο είναι μια κατεξοχήν υπερβατική τέχνη. Προστρέχουμε σε αυτήν καταρχάς για να γελάσουμε ή/και για να συγκινηθούμε, αλλά όπως έλεγε και ο Χάινερ Μίλερ, ο τελευταίος μεγάλος δραματουργός του 20ού αιώνα: «Το θέατρο ή είναι μια προβολή στην ουτοπία ή τίποτα το ιδιαίτερο». Ο θεατρικός πληθωρισμός των καιρών μας μπορεί σύντομα να αποδειχτεί πως δεν παράγει «τίποτα το ιδιαίτερο». Μπορεί όμως και να γίνει η εμπροσθοφυλακή της πολιτισμικής μας «ανακαίνισης». Τα πάντα θα εξαρτηθούν από τους δύο βασικούς μετόχους του, τον δημιουργό και τον καταναλωτή του. Ας απαιτήσουμε, λοιπόν, (κι ) ένα «άλλο» θέατρο. Κάτι μπορεί να γίνει τότε.
πηγή:athinorama.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου