Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

(Δια)σχίζοντας τη θολή γραμμή

Μικαέλλας Λοίζου και Μαρίας Μηνά sigmalive.com/

Ένα αφιέρωμα στον ποιητή «των γαλάζιων πόντων», σαράντα χρόνια μετά τον θάνατό του

Ο Νίκος Καββαδίας έχει αναγορευτεί σε de facto τροβαδούρο των «ταξιδιάρικων» ψυχών. Αυτών που φοβούνται πως θα μείνουν πάντα «ιδανικοί κι ανάξιοι εραστές» κι αυτών που δεν παραιτήθηκαν απ’ την προσπάθεια να λύσουν την «ανεξήγητη γραφή»

Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ που διαδέχεται το ταξίδι, το ταξίδι που διαδέχεται την απόρριψη. Μια πορεία εφηβική στην ενηλικίωση, μια πορεία ποιητική στην αιωνιότητα


Σαράντα χρόνια μετά τον θάνατο του Νίκου Καββαδία, το ποιητικό του υποκείμενο διαψεύδεται. Γιατί έσχισε «τη θολή γραμμή των οριζόντων». Γιατί κατάφερε να δημιουργήσει ένα ταξίδι πολύ μεγαλύτερο από τα δικά του, ένα «depart» άνευ «mal». Ένα ταξίδι στις καρδιές των γενιών που ήρθαν αφού ο ίδιος μπαρκάρισε για τελευταία φορά.
Ο ποιητής των θαλασσών έχει αναγορευτεί σε de facto τροβαδούρο των «ταξιδιάρικων» ψυχών. Αυτών που φοβούνται πως θα μείνουν πάντα «ιδανικοί κι ανάξιοι εραστές» κι αυτών που δεν παραιτήθηκαν απ’ την προσπάθεια να λύσουν την «ανεξήγητη γραφή». Την εβδομάδα που μας πέρασε (στις 10 Φεβρουαρίου) συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από τον θάνατο του ποιητή, που ήξερε την απάντηση σ’ εκείνο το «φαίνεται πια πως τίποτα, τίποτα δεν μας σώζει» του Καίσαρος Εμμανουήλ, κερδίζοντας μια θέση στην «αιώνια εναλλαγή» των έφηβων φίλων της ποίησης.
Με έναυσμα το «μακριά, πολύ μακριά, να ταξιδεύουμε / κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει», πέτυχε, τόσα χρόνια πριν, να στείλει αδιάτρητο μήνυμα στο σήμερα· πως ο καθένας χρειάζεται, απλώς, να βρει το καράβι του.

Ο Κόλιας κι η στεριανή ζάλη

Αποκαλώντας τον «Σεβάχ Θαλασσινό», ο Μ. Καραγάτσης παραινεί, μεταξύ άλλων, τον Νίκο Καββαδία στη μεταξύ τους αλληλογραφία να «τρυγήσει την ηδονή, όπου κι όπως τη βρει, κάτω απ’ οποιαδήποτε μορφή της». Ο ίδιος ο Καββαδίας, «προσκυνώντας για κόνισμα μονάχα έναν παλιό αστρολάβο» (κατά το ομιλούν υποκείμενο του ποιήματός του «Κοσμά του Ινδικοπλευστή»), ξόδεψε τη ζωή του ανάμεσα σε θάλασσα και ποίηση. Οποιαδήποτε εναλλακτική, άλλωστε, ήταν, σύμφωνα με την ποίησή του, επιλογή ήττας, που θα τον στοίχειωνε τόσο, που «ο εαυτός μου μια βραδιάν εμπρός μου θα υψωθεί / και λόγο, ως ένας δικαστής στυγνός, θα μου ζητήσει». Με αφορμή την επέτειο του θανάτου του, ξαναδιαβάσαμε τις τρεις συλλογές του ποιητή της πρώτης νιότης μας.

Ατίθασο παιδί να σε κρατήσω

Γεννημένος το 1910 στη Μαντζουρία από γονείς Κεφαλλονίτες, ο Νίκος Καββαδίας, με ενδιάμεσες στάσεις το Αργοστόλι και τον Πειραιά, θα μπαρκάρει στα δεκαεννιά του - δεν θα προλάβει να φοιτήσει στην Ιατρική Σχολή Αθηνών γιατί έχει προηγηθεί ο θάνατος του πατέρα του. Δίπλωμα Ραδιοτηλεγραφητή θα πάρει δέκα χρόνια αργότερα, το 1939, πριν πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο ως διαβιβαστής (ενώ Δίπλωμα Ασυρματιστή θα πάρει το 1953).
Μετά το τέλος του πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου κατοικεί στην Αθήνα, χωρίς να μένει ανεπηρέαστος από έξωθεν κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις και αριστερές στρατεύσεις, θα ταδιξέψει αδιάλειπτα. Συγκεκριμένα, από το 1954 ώς το 1974 θα διασχίζει τον κόσμο με φορτηγά πλοία, ενώ παράλληλα θα αναμετράται με τον έμμετρο ομοιοκατάληκτο στίχο και την πρόζα, σμιλεύοντας εξαντλητικά μιαν απέριττη ναυτική γλώσσα.

Ενώ έχουν προηγηθεί περιοδικές δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε έντυπα της εποχής, ήδη από το 1922, η πρώτη του -και ίσως πιο πολυδιαβασμένη- συλλογή, το «Μαραμπού», πρωτοκυκλοφορεί το 1933. Θα τη διαδεχθεί το «Πούσι» δεκατέσσερα χρόνια μετά (1947), ενώ το «Τραβέρσο» κυκλοφορεί μετά τον θάνατό του το 1975. Η «Βάρδια», ένας μυθιστορηματικός ύμνος στη θάλασσα -και τη γυναίκα-, αποτελεί το μοναδικό εκτενές πεζό που έγραψε, εκδομένο το 1954, ενώ το πεζό του έργο συμπληρώνεται από τα σύντομα «Του πολέμου» /«Στο άλογό μου» και «Λι» (1987).
Στο «Ημερολόγιο ενός τιμονιέρη», που επίσης κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, συγκεντρώθηκαν αθησαύριστα κείμενά του, ενώ εκδόθηκαν συνεντεύξεις του, η αλληλογραφία του με τον πεζογράφο Μ. Καραγάτση, την αδελφή του Τζένια και την ανιψιά του Έλγκα (στην οποία ανήκουν τα πνευματικά δικαιώματα του έργου του), γλωσσάρι, βιβλιογραφία, αλλά και ποικίλες μελέτες που καταπιάνονται με τις πολυσχιδείς πτυχές του έργου του. Ο Καββαδίας θα πεθάνει «μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές», στις 10 Φεβρουαρίου του 1975 σε αθηναϊκή κλινική μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο, σε ηλικία εξήντα πέντε ετών.

Σκυφτοί στον χάρτη

Από τον Γιάννη Σπανό, τον Θάνο Μικρούτσικο με τον «Σταυρό του Νότου» στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τη Μαρίζα Κωχ με τη «Φάτα Μοργκάνα» ώς τους Ξέμπαρκους, τον Δημήτρη Ζερβουδάκη, τους αδελφούς Κατσιμίχα, τους Χειμερινούς Κολυμβητές και τους Θεσσαλονικιούς Ερασιτέχνες Εραστές το 2007, πολλοί είναι οι συνθέτες που μελοποίησαν την καββαδιακή ποίηση.
Χιλιάδες κόσμου την τραγούδησε -και την τραγουδά- ακόμη σε υπαίθριες καλοκαιρινές συναυλίες, χωρίς να λείπουν νέες «αναγνώσεις», συνθετικές προσεγγίσεις στο έργο του, καθώς και νέα τραγούδια αφιερωμένα/εμπνευσμένα από τον ποιητή. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι η πρώτη, λογοκριμένη λόγω Χούντας, μελοποίηση της «Αρμίδας» είναι του Πάνου Σαββόπουλου, το 1971 στον δίσκο «Επεισόδιο». Το γνωστό σε όλους μας πειρατικό, αντί με χασίς, είναι φορτωμένο με κρασί και το φορτίο του δεν το ’χουμε καπνίσει, αλλά κοπανήσει.

Η γλώσσα, η γυναίκα, η θάλασσα

ΜΕΤΑΞΥ του «πειρατικού του Captain Jimmy» και της κηδείας «σαν των πολλών ανθρώπων της κηδείες», ο Νίκος Καββαδίας άφησε μια σφραγίδα ανεξίτηλη στην ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα. Όπως «του Αννάμ τα στίγματα» που «δεν βγαίνουνε ποτές», εμπεδώθηκε στη συνείδηση του Έλληνα αναγνώστη ως μια αφετηρία αέναης ποιητικής αναζήτησης. Το γεγονός αυτό απαντάται σε τρεις, ουσιαστικά, βασικούς λόγους.
Ο Κόλιας, όπως τον φώναζαν, έγραφε σε μια γλώσσα που εξαπλώνεται σαν μυστηριώδες «πούσι» για όποιον δεν γνωρίζει την ιδιόλεκτο των ναυτικών. Κι η κατάκτησή της απαιτεί ένα ταξίδι αναζήτησης, μια αναγκαστική αλλαγή γλωσσικής ρότας, μακριά από τον εν πολλοίς συγκαταβατικό λόγο των στεριανών. Η ανάγνωση, συνεπώς, της καββαδιακής ποίησης συνιστά από μόνη της μια μικρή υπέρβαση στον λεκτικό εστετισμό της ποιητικής γενιάς του ’30 και αυτών που τη διαδέχθηκαν.

Οι δυο βασικοί άξονες που πραγματεύεται και από τους οποίους κατατρέχεται είναι, όμως, εκείνοι που φαίνεται πως πραγματικά σαγηνεύουν τον νεανικό νου: Η θάλασσα, με τη στενή, ειδική έννοια που τις αποδίδεται μέσα από τη ζωή των ναυτικών και με την ευρύτερη έννοια της φυγής και του ταξιδιού, και ο έρωτας, πότε μέσα από τη στιγμιαία εκπλήρωση και πότε μέσα από τη μόνιμη απουσία, προσδίδουν στο διαχρονικό τρίπτυχο «πυρ, γυνή και θάλασσα», μιαν αλλιώτικη διάσταση, με την οποία μπορούν να συνταυτιστούν οι νέοι που βιώνουν για πρώτη φορά αυτού του είδους τους συναισθηματικούς λαβυρίνθους.
«Κι εγώ, που μόνο την υγρή έκταση αγάπησα / λέω πως εσένα θα μπορούσα ν’ αγαπήσω», δηλώνει το ποιητικό υποκείμενο του Καββαδία, δημιουργώντας μια ποιητολογικής υφής γέφυρα ανάμεσα στο μοναχικό ταξίδι και την ανάγκη για συντροφικότητα. Μια γέφυρα που πέφτει κι αναστηλώνεται, καθ’ όλη τη λογοτεχνική του πορεία, γιατί «πάντα οι κυκλώνες έχουν γυναικείο όνομα» κι οι γυναίκες προσμένουν «απ’ το δίκαιον ουρανό / το στεριανό, το γητευτή, τον απελάτη», όσο κι αν «της θάλασσας κατανικώντας τους θανάτους / στην ανεμόσκαλα σε θέλω να φανείς». Η απόρριψη που διαδέχεται το ταξίδι, το ταξίδι που διαδέχεται την απόρριψη. Μια πορεία εφηβική στην ενηλικίωση, μια πορεία ποιητική στην αιωνιότητα.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Οι προσευχές των ναυτικών

Στο Θανάση Καραβία


Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι.

Κάτι μακριά ώς τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Έλληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν, το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή «Πάτερ ημών...»
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους.

Από την ποιητική συλλογή «Μαραμπού»

Cambay's water

Στον Π. Π. Παναγιώτου


Φουντάραμε καραμοσάλι στο ποτάμι.
Είχε ο πιλότος μας το κούτελο βαμμένο
«κι αν λείψεις χίλια χρόνια θα σε περιμένω»
ωστόσο οι κάβοι σού σκληρύναν την παλάμη.

Θολά νερά και μίλια τέσσερα το ρέμα,
οι κούληδες τρώνε σκυφτοί ρύζι με κάρι,
ο καπετάνιος μας κοιτάζει το φεγγάρι,
που ’ναι θολό και κατακόκκινο σαν αίμα.

Το ρυμουλκό σφύριξε τρεις και πάει για πέρα,
σαράντα μέρες όλο εμέτραγες τα μίλια,
μ' απόψε -λέω- φαρμάκι κόμπρα είχες στα χείλια,
την ώρα που ’πες με θυμό: «Θα ’βγω άλλη μέρα...»

Τη νύχτα σού ’πα στο καμπούνι μια ιστορία,
την ίδια που όλοι οι ναυτικοί λένε στη ράδα,
τα μάτια σου τα κυβερνούσε σοροκάδα
κι όλο μουρμούριζες βραχνά: «Φάλτσο η πορεία...»

Ξημέρωσε κ' ήρθε ο φακίρης με τα φίδια,
η Μαραχάνα του Μυζόρ δε φάνηκε όμως!...
Μ' αισχρές κουβέντες τον επείραζε ο λοστρόμος
και του πετούσε απά τα φίδια του σκουπίδια.

Σαλπάρουμε! Μας περιμένουν στο Μπραζίλι.
Το πρόσωπό σου θα το μούσκεψε το αγιάζι.
Ζεστόν αγέρα κατεβάζει το μπουγάζι?
μα ούτε φουστάνι στη στεριά κι ούτε μαντήλι.

Από την ποιητική συλλογή «Πούσι»

Yara Yara


Καθώς αποκοιμήθηκες φύλαγε βάρδια ο κάβος.
Σε σπίτι μέσα, ξέχασες προχτές το φυλαχτό.
Γελάς, μα εγώ σε πούλησα στο Rio για δυο centavos
κι απέ σε ξαναγόρασα ακριβά στη Βηρυττό.

Με πορφυρό στα χείλη μου κοχύλι σε προστάζω.
Στο χέρι το γεράκι σου και τα σκυλιά λυτά.
Απάνωθέ μου σκούπισε τη θάλασσα που στάζω
και μάθε με να περπατώ πάνω στη γη σωστά.

Κούκο φορούσες κάτασπρο μικρός και κολαρίνα.
Ναυτάκι του γλυκού νερού.
Σε πιάνει - μην το πεις αλλού - σα γάτα η λαμαρίνα
και σε σαστίζει ξαφνικό προβέτζο του καιρού.

Το κύμα πάρε του φιδιού και δώσ’ μου ένα μαντήλι.
Εγώ, - και σ’ έγδυσα μπροστά στο γέρο Τισιανό.
Βίρα, Κεφαλονίτισσα, και μάινα το καντήλι.
Σε λόφο γιαπωνέζικο κοιμάται το στερνό.

Σου πήρ’ από τη Νάπολη μια ψεύτικη καμέα
κι ένα κοράλλι ξέθωρο μαζί.
Πίσω απ’ το φριγκορίφικο στην άδεια προκυμαία
έβενος, - γλώσσα της φωτιάς, στο βάθος κρεμεζί.

Φώτα του Melbourne. Βαρετά κυλάει ο Yara Yara
ανάμεσα σε φορτηγά πελώρια και βουβά,
φέρνοντας προς το πέλαγος, χωρίς να δίνει διάρα,
του κοριτσιού το φίλημα, που στοίχισε ακριβά.

Γερά την ανεμόσκαλα. Καφέ για τον πιλότο.
Λακίζετε, αλυσόδετοι του στεριανού καημού.
Και σένα, που σε κέρδισα μιανής νυχτιάς σε λότο,
σμίγεις και πας με τον καπνό του γκρίζου ποταμού.

Μια βάρκα θέλω, ποταμέ, να ρίξω από χαρτόνι,
όπως αυτές που παίζουνε στις όχθες μαθητές.
Σκοτώνει, πες μου, ο χωρισμός; - Ματώνει, δε σκοτώνει.
Ποιος είπε φούντο; Ψέματα. Δε φτάσαμε ποτές.

Από την ποιητική συλλογή «Τραβέρσο»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου