Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Τα 100 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει πριν πεθάνεις

Εν Ψυχρώ - Τρούμαν Καπότε

« Χρειάστηκαν 4 ώρες για την επιλογή των ενόρκων. Η πολιτεία χρειάστηκε τρεις μέρες για να παρουσιάσει την υπόθεση. Ο συνήγορος χρειάστηκε 1:30 ώρα. Οι ένορκοι σε 40 λεπτά είχαν την ετυμηγορία. Ένοχοι»! Στις 15 Νοεμβρίου 1959, στην επαρχιακή πόλη Χόλκομπ του Κάνσας, δύο κακοποιοί δολοφονούν Εν Ψυχρώ μια ολόκληρη οικογένεια... Ο Ρίτσαρντ Γιουτζίν Χίκοκ και ο Έντουαρντ Πέρι Σμίθ καταδικάζονται σε θάνατο με απαγχονισμό για την ειδεχθή πράξη τους, την δολοφονία και των τεσσάρων μελών της οικογένειας Κλάτερ .

Ο Τρούμαν Καπότε, παρορμούμενος από τα δημοσιεύματα που με τους πηχυαίους τίτλους τους συγκλόνιζαν και εξήραν τη φαντασία της αμερικανικής κοινής γνώμης, επισκέφτηκε την περιοχή ως απεσταλμένος του μηνιαίου περιοδικού New Yorker, προκειμένου να καλύψει δημοσιογραφικά το γεγονός. Επισκέπτεται το σπίτι των Κλάτερ, παρευρίσκεται στην κηδεία των θυμάτων, παίρνει συνεντεύξεις από όλους τους κοντινούς ανθρώπους της οικογένειας, ζητά πληροφορίες από την αστυνομία , συνομιλεί με δικηγόρους, ανακριτές, δεσμοφύλακες και εν τέλει γνωρίζει τους δολοφόνους . Θέλοντας να καταγράψει την επιρροή που άσκησε στην καθημερινότητα των περιοίκων το φονικό συγκέντρωσε τόσες πληροφορίες που ξεπέρασαν κατά πολύ την προσδοκούμενη έκταση ενός απλού άρθρου. 



Ο Τρούμαν τηλεφωνεί στον εκδότη του ανακοινώνοντάς του την νέα του απόφαση:
- Θα γράψω βιβλίο, το υλικό είναι πολύ για άρθρο, αυτός ο δολοφόνος ο Πέρι Σμίθ θα σας αφήσει έκπληκτο.
- Γιατί τι συμβαίνει;
- Ακόμα τίποτα σπουδαίο αλλά μπορώ να τον καταλάβω. Η μοναξιά τον απελπίζει, φοβάται.

«Πώς γίνεται κάποιος απόλυτα υγιείς να διαπράττει έναν τέτοιο παραλογισμό χωρίς κίνητρο» είναι το ερώτημα που τον βασάνιζε. Η λεία τους ένα φορητό ραδιόφωνο Ζενίθ και περίπου 40 δολάρια. 10 δολάρια το άτομο. Τόσο αξίζει μια ανθρώπινη ζωή;



Μετά τη σύλληψη των δύο δολοφόνων ο Καπότε επισκέπτεται τακτικά τους δολοφόνους στη φυλακή Λάνσιγκ όπου κρατούνταν εμπλουτίζοντας το υλικό και ολοκλήρωσαν ένα «ρεπορτάζ» 8.000 σελίδων. «Ακούσαμε ότι υπήρχαν 10.000$ στο σπίτι, όταν τους δέσαμε όλους και ψάξαμε ολόκληρο το σπίτι κατάλαβα ότι ο τύπος που μας το είπε έκανε λάθος. Δεν υπήρχαν λεφτά. Κάτι συμβαίνει με μας για να κάναμε αυτό που κάναμε στο Κάνσας» εκμυστηρεύεται ο Πέρι Σμίθ στον Καπότε σε κάποια από τις συναντήσεις τους στην φυλακή. Αυτό το «κάτι» προσπαθεί να αναλύσει στη συγγραφή του θρυλικού Εν Ψυχρώ, του αδιαμφισβήτητου αριστουργήματος του εκκεντρικού συγγραφέα και ένα από τα σημαντικότερα έργα της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας.

Η καθολική γνωστοποίηση του εγκλήματος από τα μέσα ενημέρωσης ωθεί τον Καπότε να συμπεριλάβει και να κοινοποιήσει μεταξύ άλλων τις άγνωστες πτυχές του αιματηρού φονικού καθώς και την προηγηθείσα καθημερινότητα των τραγικών πρωταγωνιστών με σκοπό να αναζωπυρώσει το σασπένς. 



Η «λογοτεχνική χρήση» του ρεπορτάζ ενέταξε το βιβλίο στην κατηγορία του «non fiction novel», που αποδίδεται στην ελληνική γλώσσα με τον οξύμωρο τίτλο «μυθιστορηματικό ντοκιμαντέρ». Μυθιστορηματικό ως προς το ύφος γραφής και ντοκιμαντέρ ως προς το περιεχόμενό του, με τις κατηγορίες ωστόσο για κατευθυνόμενη μεταχείριση του δημοσιογραφικού υλικού να συνοδεύουν τη φήμη του βιβλίου.

Το κοινωνικό και οικονομικό περίβλημα της εποχής εκκολάπτει εν δυνάμει δολοφόνους και το αμερικάνικο όνειρο , διάτρητο πια, αποτυπώνεται σαν ένα πικρό σχόλιο και αναλύεται μυθιστορηματικά ώστε να σκιαγραφήσει τις συνθήκες που γεννούν την παραβατικότητα και την λανθασμένη αντιμετώπισή της. Ο Καπότε εναντιώνεται στην επιβολή της θανατικής ποινής. 



Το κοινωνικό αυτό δίπολο, τα άκρα του οποίου αποτελούν οι δολοφονημένοι και οι δράστες όταν συναντιέται είναι αναμενόμενο πως θα ακολουθήσει η καταστροφή. Αυτή την καταστροφή σχολιάζει ο Τρούμαν Καπότε, καυτηριάζοντας μάλιστα την αρτηριοσκλήρυνση, τα στερεότυπα και τις νευρώσεις της αμερικανικής κοινωνίας, που απαξιώνει γνωματεύσεις ψυχιάτρων και καταδικάζει σε θάνατο επικαλούμενη τη Βίβλο και τον Μωσαϊκό Νόμο.

Η ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ είναι ευδιάκριτο στις τελευταίες σελίδες του Εν Ψυχρώ που περιγράφουν την ψυχοπαθολογία των φονιάδων 

«Ο Χίκοκ τελειώνοντας την έκθεση του προς τον ψυχίατρο Δρ.Τζόουνς γράφει: Ο δικηγόρος μού ότι είπε έπρεπε να είμαι ειλικρινής μαζί σας γιατί μπορείτε να με βοηθήσετε. Και χρειάζομαι βοήθεια, όπως ξέρετε».
Η παιδική ηλικία του ήρωα φαντάζει φυσιολογική , μεγαλώνει σε μια φτωχή οικογένεια με αρχηγό τον αυστηρό πατέρα που φροντίζει τα προς το ζην της οικογένειας.
«Η ζωή στο σπίτι μου ήταν επίσης φυσιολογική όμως δεν με άφηναν σχεδόν ποτέ να βγαίνω από την αυλή μου και να βρίσκω φίλους […] ξέρω ότι είναι λάθος, όμως δεν σκέφθηκα αν είναι σωστό ή λάθος, είναι παρόρμηση… υπάρχουν και άλλα πράγματα που θα έπρεπε να σας πω αλλά φοβάμαι μην τα ανακαλύψουν οι δικοί μου. Γιατί περισσότερο ντρέπομαι γι’ αυτά παρά για το αν θα κρεμαστώ… ».



Αντίθετα ο Πέρι Σμίθ γράφει στην έκθεση για την ζωή του:
«… εκείνη την περίοδο η μητέρα μου άρχισε να πίνει. Η μαμά και ο μπαμπάς άρχισαν να καβγαδίζουν. […] θυμάμαι ένα αηδιαστικό περιστατικό ανάμεσα στην μητέρα μου και ένα νέγρο […]. Τελικά η μαμά και ο μπαμπάς χώρισαν και η μαμά πήρε εμάς τα παιδιά στο Σαν Φρανσίσκο, το έσκασε με το φορτηγό του μπαμπά και με όλα τα ενθύμια του […] Στο Φρίσκο είχα συνεχώς μπλεξίματα …κυκλοφορούσα με μια συμμορία […]Η μητέρα μου ήταν πάντα μεθυσμένη, δεν ήταν ποτέ σε θέση να μας συντηρήσει και να μας φροντίσει, τριγυρνούσα ελεύθερος σαν κογιότ. Δεν υπήρχαν κανόνες ή πειθαρχία ή κάποιος […] μπήκα πολλές φορές στο αναμορφωτήριο […]
Θυμάμαι σε μια αγροικία που με έστειλαν. Είχα αδύναμα νεφρά και κατουριόμουν το βράδυ, η κυρία του σπιτιού με έδερνε πολύ, με έβριζε και με κορόιδευε μπροστά σε όλα τα αγόρια […] αγαπούσα τον πατέρα μου αλλά υπήρχαν φορές που η αγάπη αυτή στραγγίζονταν απ’ την καρδιά μου όπως το νερό από ένα σφουγγαρόπανο όταν το στύβεις…». Ο Σμίθ ήταν καχύποπτος με τους ανθρώπους και δεν οι πληγές δεν του επέτρεπαν να εμπιστευτεί εύκολα. 

Μιλώντας στον φίλο του Ντόναλτ Κάλιβαν, ο Σμίθ είπε: «Δεν με έβλαψαν. Όπως άλλοι άνθρωποι. Όπως άνθρωποι με βλάπτουν σε όλη μου τη ζωή. Ίσως οι Κλάτερ ήταν απλώς εκείνοι που έπρεπε να πληρώσουν γι’ αυτό». Λίγο πριν το απαγχονισμό θα δηλώσει « Θέλω να ζητήσω συγνώμη αλλά δεν ξέρω σε ποιόν…».


Η θρησκεία δεν συγχωρεί , βαραθρώνει, το δικαστικό σώμα άγει και φέρει το σώμα των ενόρκων, ακυρώνοντας οποιαδήποτε συζήτηση περί ηθικής και μεγαλοθυμίας. Αντίθετα ο συγγραφέας επαναφέρει τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά των εγκληματιών που είχαν καλυφθεί από τα μέσα ενημέρωσης, παρέχοντάς τους εν μέρει μια άφεση. Το φρικιαστικό αναίτιο έγκλημα που διέπραξαν επεξηγείται, πλαισιώνεται με κοινωνικές παραμέτρους και αποποιείται την ταυτότητα του «λαϊκού θρύλου» με τα φαντάσματα και τους δαίμονές του.

Η ζωή θυτών και θυμάτων πριν την συνάντηση και το ειδεχθές έγκλημα που την ακολουθεί παρουσιάζεται παράλληλα, υπερτονίζοντας τις διαφορές δύο κόσμων παράλληλων, δύο πληθυσμιακών ομάδων παράταιρων που σύμφωνα με τους τύπους πρέπει να συμβιώσουν αρμονικά.
 
Η μοίρα όμως, έχοντας αντίθετη γνώμη βάζει, πλέκει ένα σατανικό παιχνίδι και βάζει τους πρωταγωνιστές να συγκρουστούν. Η εν ψυχρώ διαγραφή ανθρώπινων ζωών και συναισθημάτων ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής, αποτυπώνει γλαφυρά την ψυχρότητα μιας ολόκληρης κοινωνίας, και την αποξένωση των πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών της.


Ο αναγνώστης ξεκινά το λογοτεχνικό ταξίδι πεπεισμένος για μια εν ψυχρώ δολοφονία και εν τέλει τίθεται αντιμέτωπος με δύο, με τον νομότυπο και απρόσωπο απαγχονισμό των δολοφόνων να ολοκληρώνει την εξιστόρηση και να δικαιολογεί απολύτως τον τίτλο του βιβλίου.

Σε μια συνάντησή του με τον Πέρι, μέσα στο κελί του, ο Τρούμαν του αναφέρει: «Πέρι δεν διαφέρουμε τόσο όσο νομίζεις. Ξέρεις όταν ήμουν παιδί με είχαν εγκαταλείψει πολλές φορές. Η μαμά με τραβολογούσε από πόλη σε πόλη και τα έφτιαχνε με όποιον καινούριο γνώριζε. Νύχτα με τη νύχτα με κλείδωνε μόνο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, γύριζε το κλειδί και έλεγε να μην μου ανοίξουν την πόρτα. Ήμουν τρομοκρατημένος. Ούρλιαζα όσο πιο δυνατά μπορούσα ώσπου ξάπλωνα εξουθενωμένος δίπλα στην πόρτα και με έπαιρνε ο ύπνος. Αφού πέρασαν έτσι πολλά χρόνια με άφησε σε κάτι συγγενείς στην Αλαμπάμα, με μεγάλωσαν οι θείες μου».

Το 1965 ο Τρούμαν Καπότε με το «Εν ψυχρώ», τη μυθιστορηματική αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας -της άγριας δολοφονίας μιας τετραμελούς οικογένειας στο Κάνσας από δύο νεαρούς- θεμελίωσε ένα νέο λογοτεχνικό είδος, το «non fiction novel», σύμφωνα και με τον ορισμό του ιδίου, που απέκλειε μάλιστα την αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι έχει προηγηθεί το «Operacion Masacre» του Αργεντινού δημοσιογράφου και συγγραφέα Rodolpho Walsh το 1957.



Το βιβλίο γίνεται θρύλος και η μυθιστορηματική αυτή αφήγηση μιας πραγματικής ιστορίας -της άγριας δολοφονίας τεσσάρων μελών μιας οικογένειας στο Κάνσας, της έρευνας που ακολούθησε για την ανεύρεση των δραστών, της σύλληψης και της εκτέλεσής τους – συνεπαίρνει εξ αρχής κοινό και κριτικούς. Ακόμα και σήμερα, 50 χρόνια μετά, αυτό το "non fiction novel", εξακολουθεί να θεωρείται το αριστούργημα του Τρούμαν Καπότε, ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του 20ού αιώνα. Το «Εν ψυχρώ», έμεινε 37 συνεχείς εβδομάδες στην κορυφή των πωλήσεων και πούλησε 300.000 αντίτυπα μέσα σ’ ένα χρόνο. Έκτοτε έχει μεταφραστεί σε 24 γλώσσες και έχει πουλήσει, μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, πάνω από πέντε εκατομμύρια αντίτυπα. Του απέφερε κέρδη 3.000.000 εκατομμυρίων δολαρίων και αναδείχθηκε ως ένα από τα best seller όλων των εποχών.

Στην ομώνυμη κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, σε σκηνοθεσία Ρίτσαρντ Μπρουκς (1967), τα στοιχεία της μοίρας και της αποξένωσης προσδίδουν έντονες νουάρ αποχρώσεις, με την απουσία της μοιραίας γυναικείας μορφής και του αστικού τοπίου να στερούν ουσιαστικά από την ταινία τον χαρακτηρισμό ενός αμιγώς «μετα-νουάρ» φιλμ. Η συνεργασία του σκηνοθέτη με τον συγγραφέα -έναν μόλις χρόνο από την έκδοση του βιβλίου- διαπερνά το φιλμ, που ακολουθεί πιστά το λογοτεχνικό κείμενο και αποδίδει την προβληματική του συγγραφέα στο σύνολό της

Ο ίδιος ο συγγραφέας στην κινηματογραφική μεταφορά «In Cold Blood» αποχωρώντας από το κτίριο της «Γωνιάς» χώρος του απαγχονισμού, αναλογίζεται:
«Διαλύθηκαν 3 οικογένειες, οι εφημερίδες πούλησαν περισσότερα φύλλα, οι πολιτικοί θα βγάλουν περισσότερους λόγους, θα κατηγορήσουν την αστυνομία και τον έλεγχο, θα ψηφιστούν περισσότεροι νόμοι. Όλοι αποφεύγουν τις ευθύνες. Και μετά τον επόμενο μήνα, τον επόμενο χρόνο θα γίνει πάλι το ίδιο…»
πηγή:newsbeast.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου