Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

"η φουρνάρισσα" , Ελβίρα Μιχαήλ.

             
 
"η φουρνάρισσα" 

         Είμαι η φουρνάρισσα η Χάιδω .Για χρόνια μούριχναν περιφρονητικό βλέμμα και έλεγαν μια καλημέρα μέσα από τα δόντια ,γιατί δεν έκαμνα παιδιά.     
Στέρφααααα φώναζε η πεθερά μου με μανία.
-Άχρηστη δεν έκανες ένα παιδί να χαρεί ο γιος μου .
Μαζευόταν η ψυχή μου σαν κουβάρι χωρίς αρχή και τέλος. Η μοναξιά μου ήταν μεγάλη ,μαύρη, άχαρη .Γύριζα από γιατρό σε γιατρό κι έπαιρνα την ίδια απάντηση πάντα. Τίποτα παθολογικό.
           Έπεσα με τα μούτρα  στην προσευχή. Παρακαλούσα τον Θεό κι ήλπιζα κάθε μέρα περισσότερο πως το θαύμα θα γίνει. Αναθαρρούσα όταν ξημέρωνε. Πήγαινα στο φούρνο ,εκεί μπροστά στην κάψα του ,μπερδεμένα τα δάκρυα με τον ιδρώτα έτρεχαν απενοχοποιημένα. Οι κύκλοι κάτω από τα μάτια μου μαύριζαν όλο και περισσότερο ,οι ρυτίδες στο μέτωπο και τα μάγουλα σα ρεματιές μέσα σε άσπαρτο χωράφι.
Τα χρόνια περνούσαν φωτοτυπημένα.
          

Σαρανταπεντάρισα τώρα πια  κι άρχισα να προσδοκώ λιγότερα απ’ότι στα νιάτα μου .Δεν ξέρω αν είναι συμβιβασμός ,αποδοχή ή βαρεμάρα. Πριν από εφτά χρόνια, λίγο πριν πεθάνει η μάνα του άντρα μου που καλή κουβέντα δεν έβγαλε από το στόμα της για μένα, ήλθε  στον κόσμο τ’αγόρι μου ο μονάκριβος μου ο Πετρής. Το δώρο του Θεού ,το μεγαλύτερο για μένα.
           Όταν κάναμε τα πρώτα γενέθλια του παιδιού, είχε πέσει ήδη στο κρεβάτι κατάκοιτη. Εκλιπαρούσε για φροντίδα κι ενδιαφέρον. Τη λυπόμουνα, γιατί σκεφτόμουν πως είχε ζήσει σ’όλη της τη ζωή με το θηρίο της κατάκρισης ,του θυμού και του μίσους. Κι ότι όλα όσα είχε πει, θα πληρωνόταν μ’ άλλο νόμισμα από αυτό που είχε ξοδέψει για μένα .Υπάρχει όμως νομοτέλεια ,είμαι σίγουρη γι’αυτό.
           Άρχισε να μ’ ευγνωμονεί  και να μου καλομιλάει .Είχα φύγει από τον μικρόκοσμό της  εδώ και καιρό .Απλά  υπήρχε σ’ ένα κρεβάτι άπραγη  δουλεύοντας μόνο τα χείλη και λέγοντας πια ,αντί  κατάρες ευχές .Της πρόσφερα  τ ’απαραίτητα ,μέχρι να βγει η ψυχή της. Τα πολλά ήταν για το παιδί μου. Χάζευα το αρκούδισμά του ,τα βηματάκιά στην περπατούρα ,τα σιγανά τα πρώτα φοβισμένα πατήματα πιάνοντας τον καναπέ το σύνθετο ,το τραπεζάκι.
             Η Μέλπω ξεψύχησε μια Καθαρή Δευτέρα την ώρα που ετοίμαζα τον χαρταετό κι είχαμε τελειώσει από τη λάτρα στο φούρνο .Όλες  οι  λαγάνες  είχαν πουληθεί. Τα λεφτά δεν μας έλειψαν ποτέ . Είμασταν χρεώστες στον χρόνο και στ’ όνειρο. Τα τελευταία λεπτά πριν φύγει στο αιώνιο ζήτησε συγχώρεση, συγνώμη, μούπε πως μετάνιωσε ,πως με ζήλευε και χαιρόταν που ο γιος της μάλωνε μαζί μου. Ύστερα  άρχισε να βλέπει οράματα ,να μιλάει σιγά κι ενδιάμεσα να φωνάζει. Έμεινα μέχρι το τέλος βλέποντας την να σφαδάζει. Για κάποιο λόγο ο Χάρος δεν την έπαιρνε  γρήγορα κι ο δικός μου Πετρής έχανε το πρώτο πέταγμα του χαρταετού του. Εκείνη τη μέρα τον πήρα αγκαλιά και του υποσχέθηκα ότι δεν θα ξαναχάσουμε Καθαρή Δευτέρα .Έβαλε τα χεράκια του γύρω από το λαιμό μου και τούδωσα ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο.
               Είχα κλείσει τα τεφτέρια μου με γνωριμίες και τέτοια. Κάνα δυο ζευγάρια που πίναμε κανένα κρασί που και που ,τους κουμπάρους  μας ,κάτι ξαδέλφια του Μίλτου….Ο φούρνος δεν σ’αφήνει  περιθώρια. Έχει άτσαλο ωράριο .Όταν οι άλλοι βγαίνουν για γλέντι εγώ ξυπνώ για νάμαι εντάξει στη δουλειά μου .Και να μην τα παραλέω δεν είμαι και σαν τους υπαλλήλους. Αυτοί ανάσα δεν παίρνουν.
               
Ο χειμώνας πάντα σ' αυτό το μέρος κρατάει πολύ. Όταν έχεις μικρό παιδί, αναγκάζεσαι να μένεις μεγάλα διαστήματα μέσα στο σπίτι. Ο φόβος φυλάει τα έρμα. Οι  πυρετοί ,οι ιώσεις ,οι παιδικές αρρώστιες. Με μια βόλτα στο πάρκο ή στον παιδότοπο, κουβαλούσαμε κι ένα παράσημο. Οι έξοδοι μας έβγαιναν για χρόνια ξινοί. Τώρα στα εφτά του αρχίζει να είναι πιο ανθεκτικός. Μεγαλώνει μέρα τη μέρα ,αλλάζει ,τα χρυσόξανθα μαλλιά του σκουραίνουν καθώς και τα γαλαζοπρασινογκρί μάτια του βαθαίνουν κι αυτά.
          Έριχνα ένα καλησπέρα ή μια καλημέρα τυπικά σ’όποια μαμά έβρισκα ,για ώρα μετά χανόμουνα μαζί με τον Πετρή πάνω στην κούνια, την τσουλήθρα ή το αλογατάκι που κάλπαζε ρίχνοντάς του ένα κέρμα.
            Η Βασιλική η μαμά των διδύμων, όταν βρισκόμασταν στο πάρκο επέμενε να πιάνουμε κουβέντα .Ξενομερίτισσα , μόνη λυπημένη .Εγώ είχα τις δικές μου έννοιες .και μονολεκτικά απαντούσα. Η απόσταση με τον Μίλτο ήταν αγεφύρωτη πια. Σαν κατακάθι βαρύ είχε κάτσει στο  στομάχι μου, η απόρριψη και η γκρίνια των προηγούμενων χρόνων ,δεν υπήρχε καμιά πρόθεση να ξαναρχίσουμε κάτι πιο αισιόδοξο και ονειροπόλο. Για μένα ο Πετρής ήταν η λύτρωση η έξοδος προς το φως, η ελπίδα. Είχα κρεμαστεί πάνω του παρακαλεστικά και ρουφούσα αγάπη, ενέργεια, χυμούς .Έμοιαζα σα σφήκα που κρέμεται από τη ρώγα ενός τσαμπιού χρυσού.
            Με τον καιρό άρχισα να γεύομαι σπυρί-σπυρί κομμάτια από την ψυχή της Βασιλικής. Είχε ένα βλέμμα χαμένο ,τα μαλλιά της βαριά και λαδωμένα, το κορμί της γυρτό τα χέρια της λεπτά ,μέση δαχτυλίδι ,μπούτι ίσα με το μπράτσο μου .Στον παιδότοπο πίναμε καφέ ,καπνίζαμε τσιγάρο. Ο καπνός θόλωνε την απόσταση μεταξύ μας και με τον καιρό την μίκρυνε .Γίναμε αχώριστες. Είχα βρει μια αδελφή ψυχή. Λέγαμε τα πιο μύχια μυστικά μας ,μοιραζόμασταν την πολύβουη μοναξιά μας.
Κοπιαστικά διαχειριζόταν την καθημερινότητά της κι ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις της δουλειάς  και της οικογένειας .Καθηγήτρια στο Γυμνάσιο  των ελληνικών ξεκίνησε με θέρμη ,όνειρα, τη ζωή της ,τώρα αυτό που μου λέει κάθε μέρα είναι ,με θλιμμένη φωνή:
-Απέτυχα Χαιδούλα , απέτυχα. Λέω στα παιδιά ψέματα κάθε μέρα για τη ζωή….Τα μεγαλύτερα τάχω πει σε μένα. Αυτό που βλέπεις είναι άλλο απ’αυτό που ήμουν. Με τα χρόνια έγινα αυτό κι έχασα εκείνο. Το σπιρτόζικο βλέμμα, το λίκνισμα στο χορό, τα ταξίδια. Μπήκα στον κόσμο του εδώ που μ’ήθελε αλλιώς και με τράβηξε προς τα κάτω στο δήθεν και το πρέπει. Με αποστέωσε με σαφράκιασε, νιώθω σα στημένη λεμονόκουπα, η κατάθλιψη με πνίγει απλώνοντας τα πλοκάμιά της όλο και πιο πολύ.
               Αντί να φορτωθώ το αγκομαχητό της να γίνει βάρος, μπελάς ,μπήκα σε δράση. Φώναξα τον παπά  μίλησε μαζί του. Άρχισε να ξαλαφρώνει σιγά-σιγά. Ύστερα της σύστησα μια ψυχολόγο. Μετά από δυο μήνες έβαψε τα μαλλιά της ,τα νύχια της …μακιγιαρίστηκε .Αργότερα  ,μεταφυσικά θάλεγα βρέθηκε σε σεμινάρια εναλλακτικών θεραπειών. Άρχισε να διαβάζει για την αύρα ,τα τσάκρα, το ρέικι. Κάθε μέρα προχωρούσε όλο και καλύτερα. Κατάλαβε πως η ενέργεια όταν μπλοκάρει η ζωή αλλάζει. Αποφάσισε να βγάλει από τη ζωή της όλους αυτούς που είχαν άρνηση ,κακό λόγο. Μεταμορφωνόταν ….Τα αμυγδαλωτά της μάτια γέμιζαν φως.
                 Η  ζωή μου έπαιρνε χρώμα. Κοντά της μάθαινα κι εγώ. Γευόμουνα νέους καρπούς. Ο φούρνος που χρόνια μ’έψηνε, μαζί με τον Μίλτο, τώρα γινόταν δίαυλος για να διακρίνω όλες τις απελπισμένες ψυχές δείχνοντάς τους  μια διαφορετική οδό.
                  Τα βράδια όταν κοιμίζω τον Πετρή κι ακούω στο πέρα δωμάτιο τον άντρα μου να ροχαλίζει στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη .Μπαίνω στο κεφάλι μου μέσα από τους βολβούς ,με κοιτώ επίμονα μου λέω χαμηλόφωνα: 
-Χάιδω προχώρα καλά τα πάς.                                                                                  
Πριν κλείσω το φως ανάβω το καντήλι, η φλόγα μπαίνει στο στέρνο μου από την οδό των ματιών μου, προχωράει προς τα πάνω καθαρίζει τα δύο ημισφαίρια  του εγκεφάλου μου, από όλους τους ρύπους των χρόνων, των στιγμών, της ημέρας.
                Το πάρκο…η βόλτα μου με τον Πετρή, μου έδωσε τη Βασιλική, την αδελφή ψυχή μου. Η επιμονή της να μου ανοίγει διάλογο κι εγώ ν’αμύνομαι, ήταν δυνατή, καθαρή κι υπήρχε λόγος .Γιατί τίποτα δεν γίνεται τυχαία. Το σύμπαν ξέρει, δίνει , αφουγκράζεται. Το εγώ σαμποτάρει ,θυμώνει, παλεύει .Αλυσοδένει ,ελέγχει, απολαμβάνει την ήττα, τη συνήθεια, το μαρασμό. Θάταν απλό αν έλεγα ότι αυτό το βάσανο που βιώνει ο καθένας μας είναι απλά επιλογή του. Κρύβονται πολλά πίσω από έναν επιφανειακά κακό χαρακτήρα. Η δυστυχία πως μπορεί να είναι επιλογή; Μεγάλο κεφάλαιο.
             

Εγώ σαν απλή μαγείρισσα ψωμιού αυτό που κάνω είναι να έχω επιμονή κι υπομονή ,μου τόμαθε το  ζυμάρι ,θέλει χρόνο να γίνει να φουσκώσει, να ψηθεί σωστά από μέσα ,όχι απ’έξω καμμένο ,μαυρισμένο το σουσάμι, μέσα υγρό…Αρρωστημένο θα γένει.
              Τι είναι τελικά η χαρά;
Νομίζω μια φέτα καλοψημένο ψωμί που γίνεται νοστιμότερη αν βρεις τους κατάλληλους ανθρώπους να τη μοιραστείς.
              Κι ευδαιμονία για μένα αυτό που λέει το Ταλμούδ <<Λυτρώνοντας  έναν άνθρωπο είναι σα να σώζεις ολόκληρο τον κόσμο>>

                                                                                        
Ελβίρα Μιχαήλ.

1 σχόλιο:

  1. πολύ προσεγμένη γραφή, πλημμυρισμένη από συναισθήματα που μεταβάλλονται συνεχώς, αναδομούνται χωρίς να εκτροχιάζεται το κείμενο. Μια μικρή καθημερινή ιστορία,που εμφανίζεται συχνά κυρίως στην επαρχία όπου κυριάρχησαν οι μητριαρχικές οικογένειες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή