Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Χαραυγή, το χωριό που έδυσε για να φωτίσει την Ελλάδα, γράφει η Παρασκευή Κηπουρίδου

Αυστηρά κατάλληλο για όσους νοσταλγούν τις παλιές, χαμένες μα όχι λησμονημένες στιγμές που ζήσαμε.....και ζούμε ακόμη στη σκέψη και στα όνειρά μας....




Χαραυγή, το χωριό που έδυσε για να φωτίσει την Ελλάδα.


  Το όμορφο κεφαλοχώρι στους πρόποδες του Βερμίου έσφυζε από ζωή. Τα σπίτια λευκά σαν περιστέρια, πάντα φροντισμένα, άστραφταν από καθαριότητα.Τα τοιχάκια ασπρισμένα, τα παρτέρια ανθισμένα και στους λαχανόκηπους μπορούσες να βρεις  ό,τι επιθυμούσε η ψυχή σου.
 
Τα δέντρα φορτωμένα δροσερούς, μυρωμένους καρπούς και τα αμπέλια έδιναν απλόχερα κάθε φθινόπωρο κοφίνια ολόκληρα, γεμάτα σταφύλια. Ο τρύγος ήταν πανηγύρι, γιορτή. Μικροί και μεγάλοι, με το τραγούδι στα χείλη, έκοβαν τα πυκνόρογα τσαμπιά, τα έβαζαν στα κοφίνια και όταν τελείωνε η δουλειά τα φόρτωναν στα κάρα και κατηφόριζαν για το χωριό.
   Ακολουθούσε το πάτημα των σταφυλιών στα μεγάλα πατητήρια και ο γλυκός χυμός, έμπαινε στα φροντισμένα κρασοβάρελα, όπου γινόταν μούστος κι αργότερα κρασί.Εκείνες τις μέρες οι νοικοκυρές είχαν την τιμητική τους. Μουσταλευρές, πετιμέζι και ριτσέλια γέμιζαν τα σπίτια.
  Ότι έμενε από τα σταφύλια στο πατητήρι τα κρατούσαν για λίγο καιρό και μετά τα μετέφεραν στα αποστακτήρια για να βγάλουν το τσίπουρο της χρονιάς. Νυχτέρια, μεζέδες, χαρές κι εκείνη η μυρωδιά του γλυκάνισου αρκούσε για να νιώσεις την χαρά της ζωής. Τα αστεία και οι ιστορίες έδιναν κι έπαιρναν.
 
Τι να πρωτοθυμηθώ! Τα νυχτέρια κάτω από το φως των φαναριών, το καθάρισμα του καλαμποκιού και των ηλιόσπορων, το βελόνιασμα του καπνού; Δουλειές χρονοβόρες και κουραστικές που όμως γινόταν μέσα σ’ ένα κλίμα αγάπης και χαράς και την κούραση δεν την ένιωθες.
  

Να θυμηθώ τις μέρες που μαζευόταν όλο το σόι στο σπίτι για να ετοιμάσουν τα ζυμαρικά για το χειμώνα; Τα γλυκά του κουταλιού που έφτιαχναν με φρούτα εποχής; Τον ξυλόφουρνο που όταν άνοιγε και ξεφούρνιζε η μητέρα μου το ψωμί, μοσχομύριζε η γειτονιά;Τις κότες που μου άρεσε να τις βλέπω να τσιμπολογούν τους σπόρους που τους έριχνα;
 

Κάθε γεωργική εργασία τότε θύμιζε πανηγύρι. Όργωμα, σπορά, θέρος, αλώνισμα, όλα μια 
μεγάλη γιορτή. Θέρος. Άντρες, γυναίκες, παιδιά με το δρεπάνι στο χέρι και το τραγούδι στα χείλη, κάτω από τον καυτό ήλιο, θέριζαν και μάζευαν τα στάχυα σε μεγάλες θημωνιές. Οι άντρες με τα φανελάκια και οι γυναίκες με κατάλευκα μαντήλια στο κεφάλι, ακούραστοι δούλευαν ολημερίς και σταματούσαν μόνο για να κολατσίσουν και να δροσίσουν τα χείλη τους που τα έψηνε ο καυτός ήλιος. Κι όταν ο ήλιος έγερνε, φόρτωναν τα δεμάτια στα κάρα κι έπαιρναν το δρόμο του γυρισμού.
  
Όταν ο θερισμός τελείωνε τα άλογα και το δοκάνι αναλάμβαναν δουλειά. Εμείς, μικρά παιδιά, ανεβαίναμε στο δοκάνι και μας άρεσε να κάνουμε βόλτα, καθώς τα άλογα έκαναν γύρους στο αλώνι, πατώντας τα στάχυα για να βγει ο καρπός. Ακολουθούσε το λίχνισμα και το πολύτιμο χρυσάφι συγκεντρωνόταν σε μεγάλα σακιά και κατέληγε στις αποθήκες.
    Ένα μέρος έμενε στο σπίτι για τις ανάγκες της οικογένειας και το υπόλοιπο το παρέδιδε ο πατέρας στο συνεταιρισμό, προκειμένου να καλυφθούν κι άλλες ανάγκες της οικογένειας. Βέβαια δεν ήταν λίγες οι φορές που η σοδειά χανόταν την τελευταία στιγμή αν ο καιρός δεν βοηθούσε και τότε τα πράγματα δυσκόλευαν πολύ. Τότε στερούμασταν κάποια πράγματα, αλλά σαν παιδιά ζούσαμε ξέγνοιαστα και χαρούμενα και δεν είχαμε μεγάλες απαιτήσεις.
 

Όσοι ασχολούνταν με την καλλιέργεια καπνού ξεκινούσαν από την ΄Ανοιξη και τελείωναν το φθινόπωρο. Έσπερναν τον καπνόσπορο σε φιντάνια, τα φρόντιζαν, τα πότιζαν, τα ξεβοτάνιζαν και ακολουθούσε το φύτεμα στα καπνοχώραφα.Τα σκάλιζαν, τα φρόντιζαν, δουλειά επίπονη, μέχρι να έρθει η στιγμή της συγκομιδής, που τελείωνε το φθινόπωρο.
   Αξημέρωτα, αγουροξυπνημένοι, ανέβαιναν στα κάρα και πήγαιναν στο χωράφι. Μετά από ώρες με γεμάτα κοφίνια γύριζαν στο σπίτι. Τα καλάθια άδειαζαν στην αποθήκη κι εμείς, μαζί με τους μεγάλους, καθόμασταν γύρω από την καταπράσινη στίβα και βελονιάζαμε, μέχρι να τελειώσει η σοδειά της ημέρας. Όταν τελειώναμε και τα καταπράσινα φύλλα είχαν γίνει αρμαθιές, πλέναμε τα χέρια, που ήταν μαυρισμένα και κολλούσαν από την πίσσα και τρέχαμε στις αλάνες να παίξουμε.
  

Συχνά κουβαλούσαμε νερό από τη βρύση της γειτονιάς για να βοηθήσουμε τη μητέρα να κάνει τη λάτρα του σπιτιού.Τα βράδια διαβάζαμε με το αδύναμο φως της γκαζόλαμπας, ηλεκτρικό δεν υπήρχε. Όταν ήρθε κάναμε μέρες να το συνειδητοποιήσουμε. Τέρμα η γκαζόλαμπα. Πατούσαμε το μαγικό κουμπί και το σκοτάδι γινόταν φως.
  
Μας έλειπαν πολλά, μας περίσσευε όμως η αγάπη και η ξεγνοιασιά της ηλικίας. Το σχολείο μας έμοιαζε με πολύβουο μελίσσι και οι φωνές μας ήταν ένα αισιόδοξο μήνυμα πως το χωριό θα συνέχιζε την πορεία του μέσα στο χρόνο.
 
Το φθινόπωρο με τα πρωτοβρόχια, η κοίτη του ξεροπόταμου ξεχείλιζε από νερό και γινόταν πόλος έλξης. Μας μαγνήτιζε και μόλις το κουδούνι σήμαινε το τέλος των μαθημάτων, παίρναμε τις τσάντες και πηγαίναμε εκεί. Συνήθως καταλήγαμε στα δεξιά της γέφυρας. Στο σημείο εκείνο υπήρχαν μέσα στο νερό μεγάλες πέτρες και βάζαμε στοίχημα ποιος θα περάσει απέναντι χωρίς να βραχεί. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιος από μας παραπατούσε και, έπεφτε στο νερό κι έβγαινε σαν βρεγμένο γατί, μούσκεμα μέχρι το κόκαλο. Φυσικά τότε ακολουθούσε η αναμενόμενη κατσάδα, αλλά εμείς την άλλη μέρα πάλι τα ίδια κάναμε.
 
Στις αλάνες ανθούσε το ποδόσφαιρο, το τζαμί και το τσιλίκι. Μετά το παιχνίδι η τσακαλοπαρέα έκανε και καμιά βολτούλα στην πλατεία. Αν υπήρχε καμιά δραχμούλα αγοράζαμε φοινίκια, καραμέλες και σάμαλι.
Προσθήκη λεζάντας
Αλησμόνητοι οι χειμώνες που ζούσαμε στο πολυαγαπημένο μας χωριουδάκι.Έπεφτε τόσο πολύ χιόνι, που ήταν δύσκολο να πάμε ακόμη και στο διπλανό σπίτι της γιαγιάς.Για να πάμε στο σχολείο προηγούνταν ο μπαμπάς με το φτυάρι κι ακολουθούσαμε εμείς, ενώ το ύψος του χιονιού περνούσε κατά πολύ το δικό μας.
    Τα κρύα, χειμωνιάτικα βράδια, τα περνούσαμε με νυχτέρια, πότε στο σπίτι του ενός, πότε στου άλλου.Κι ενώ η φωτιά τριζοβολούσε, εμείς τα παιδιά, καθισμένα γύρω από την λατρεμένη και αξέχαστη φιγούρα, τη γιαγιά, ακούγαμε ιστορίες μαγικές. Ιστορίες για νεράιδες, δράκους, πρίγκιπες και βασιλιάδες, μυλωνάδες και καλικάντζαρους.
   Ο μπαμπάς έσκιζε τα κάστανα και τα έριχνε στη θράκα. Έψηνε σπιτικά λουκάνικα που μοσχοβολούσαν και κοψίδια από το καλά συντηρημένο χοιρινό που υπήρχε στο κελάρι. Μοσχομύριζε ο τόπος και η μαμά γέμιζε την κανάτα με κατακόκκινο κρασί από το βαρέλι. Ο απόηχος από τα γέλια και τις κουβέντες συνοδευόμενος από τον ήχο των ποτηριών που τσούγκριζαν, ηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου, κάθε φορά που η σκέψη μου γυρίζει πίσω σ’ εκείνες τις ανεπανάληπτες στιγμές.


Παραμονές των Χριστουγέννων τα χοιροσφάγια ήταν άλλη μια γιορτή σε κάθε σπίτι. Κι εμείς μαλώναμε ποιος θα πάρει τη ‘φούσκα’  που μας την φούσκωναν και παίζαμε. Από το κρέας του γουρουνιού ετοιμάζονταν λουκάνικα, λαρδί, καβουρμάς, λίπος και η γνωστή στους Θρακιώτες κυρίως καρκαβίτσα.Τα Χριστούγεννα ερχόταν και οι ξενιτεμένοι και οι μέρες των εορτών κυλούσαν μέσα σε κλίμα χαράς και ευτυχίας. Εμείς τα παιδιά γυρίζαμε όλο το χωριό και λέγαμε τα κάλαντα. Μας έδιναν καρύδια, κάστανα, μανταρίνια, αμύγδαλα, σύκα και σπανίως καμιά δεκαρίτσα κι εκεί να δεις χαρές που κάναμε!!!
  Τις απόκριες που οι γονείς μας πήγαιναν σε κάποια χοροεσπερίδα, εμείς τα παιδιά μέναμε στο σπίτι με τη γιαγιά, βυθισμένα στη μαγεία των παραμυθιών της. Συχνά μας έπαιρνε ο ύπνος στη ζεστή της αγκαλιά, σαν κλωσόπουλα που κοιμούνται κάτω από τις φτερούγες της  μαμάς κλώσας.
   

Οι Απόκριες είχαν τη δική τους ομορφιά κι έδιναν ζωντάνια για μέρες στο χωριό. Μικροί, μεγάλοι μασκαρευότανε και τα βράδια επισκέπτονταν συγγενείς και φίλους και ουκ ολίγες φορές ξεστόμιζαν πιπεράτα ‘μασλάτια’ ακατάλληλα για ανηλίκους σκορπώντας το γέλιο στην παρέα.
   Οι κάτοικοι μαζεμένοι στην πλατεία ξεφάντωναν και το γαιτανάκι καλά κρατούσε. Από τα γύρω χωριά ερχόταν κόσμος με άμαξες που τις έσερναν πανέμορφα άλογα, στολισμένα με κουδουνάκια και χρωματιστές χάντρες και φούντες.


   
Αξέχαστες μέρες, μέρες μαγικές.Την τελευταία Κυριακή, βράδυ η γιαγιά έκανε το έθιμο με το αυγό, κι εμείς μαζεμένα γύρω της με τα χέρια πίσω προσπαθούσαμε να το αρπάξουμε με το στόμα. Εκεί να δεις διασκέδαση.Η Γιαγιά  έλεγε πως μετά το αυγό ξεκινάει πλέον η νηστεία.
   
Στις εθνικές γιορτές φορούσαμε παραδοσιακές στολές και η πλατεία γέμιζε κόσμο, σημαίες και χαμόγελα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον ποδαρόδρομο που κάναμε με τις φίλες μου για να πάμε στην Ερμακιά προκειμένου να βρούμε παραδοσιακή στολή για την παρέλαση από κάποιους γνωστούς των γονιών μας. Περνούσαμε από αμπελώνες, λόφους, σκαρφαλώναμε πλαγιές, κουβεντιάζοντας χαρούμενα και κούραση δεν ξέραμε τι θα πει. Εκείνη η ευωδιά από τη ρίγανη, το θυμάρι, τα φρύγανα σου γέμιζε τα ρουθούνια και την ψυχή.
  Τις Παρασκευές κόσμος από τα διπλανά χωριά συνέρρεε στο παζάρι να ψωνίσει και οι φωνές των μικροπωλητών ηχούσαν γύρω καλώντας τον κόσμο να αγοράσει τα προιόντα τους.Εμείς τρελαινόμασταν για καραμελωμένα μήλα και ψεύτικα παγωτά.

Όσο για το ζωοπάζαρο μας τραβούσε σαν δυνατός μαγνήτης. Μας άρεσε να παρατηρούμε τα όμορφα ζώα. Κάποια από την παρέα βέβαια - θα καταλάβει σίγουρα - εξασφάλισε μια δυνατή κλωτσιά και κάποια τσιμπιδάκια στα χείλη, ένα από τα οποία το κατάπιε κατά λάθος.
   Χαρούμενα και ξέγνοιαστα ρουφούσαμε με όλες μας τις αισθήσεις μυρωδιές, ήχους,γεύσεις, ακούσματα και εντελώς ασυναίσθητα τα καταγράφαμε στο νου, για να φυλάξουμε ανεξίτηλα εκεί, θησαυρό πολύτιμο για όσο ζούμε κι ανασαίνουμε.
   Το Πάσχα κανείς δεν έλειπε από την εκκλησία. Μικροί μεγάλοι όλη την εβδομάδα ζούσαμε τα πάθη του Χριστού, την Ταφή και την Ανάστασή του. Σαν να βλέπω ακόμη και τώρα εκείνες τις σκηνές.Την Μ. Πέμπτη μέναμε όλη τη νύχτα με την γιαγιά να ξενυχτήσουμε τον Εσταυρωμένο και το μοιρολόι της Παναγιάς μας άγγιζε ως τα τρίσβαθα της μικρής μας καρδιάς.
   Πρωί – πρωί παρέα με τις φίλες μου γυρίζαμε στα σπίτια και μαζεύαμε λουλούδια για τον επιτάφιο. Οι ανθόκηποι ήταν ολάνθιστοι. Ζουμπούλια, νάρκισσοι και καμπανάκια είχαν την τιμητική τους στο στόλισμα του επιταφίου. Ο παπα – Διονύσης μας χώριζε σε ομάδες και κάθε ομάδα ανελάμβανε κάποια γειτονιά. Η γιαγιά, μας έβαζε να περνάμε σταυρωτά κάτω από τον επιτάφιο τρεις φορές, για «να έχουμε υγεία και να μας φυλάει από κάθε κακό» όπως έλεγε.
Το βράδυ της Μ.Παρασκευής ψάλλαμε τον επιτάφιο θρήνο με την καθοδήγηση της «θείας Κωνσταντίας» όπως την λέγαμε καθώς και την ζωή εν τάφω, ραίνοντας τον επιτάφιο με λουλούδια.Το αποκορύφωμα ήταν η Ανάσταση, που ανταλλάσσαμε ευχές, τσουγκρίζαμε αυγά και δίναμε το φιλί της αγάπης. Την Κυριακή του Πάσχα η αυλή του παππού γέμιζε κόσμο. Η σούβλα με  το αρνί γύριζε από το χάραμα και το πατροπαράδοτο κοκορέτσι, νόστιμος μεζές στο πιάτο, συνόδευε ευχές και τσουγκρίσματα.

  
Η Πρωτομαγιά ήταν άλλη μια μέρα γιορτής και ξεφαντώματος. Από το χάραμα, τα τρακτέρ στολισμένα με Πασχαλιές και Πρωτομαγιάτικα στεφάνια, φόρτωναν κόσμο και ξεκινούσαν για το δασάκι στους πρόποδες του Βερμίου. Εκεί στήνανε πραγματικό πανηγύρι.Σούβλες στριφογύριζαν, χοροί στήνονταν και η πλαγιά βούιζε από τα γέλια και τα τραγούδια.
   Εμείς τα παιδιά συνηθίζαμε να σκαρφαλώνουμε στο βουνό μέχρι τις πηγές. Μετά κατεβαίναμε σ’ ένα σημείο, όπου υπήρχαν γυαλιστερές πέτρες που κατηφόριζαν μέχρι κάτω και κάναμε τσουλήθρα. Ήταν υπέροχες στιγμές, ποτισμένες με γλυκιές ευωδιές της φύσης, εικόνες ανεξίτηλες που θα μας συνοδεύουν για πάντα.
 Αξέχαστο θα μου μείνει το έθιμο της περπερούνας, ένα τελετουργικό, που αναβίωνε σε περιπτώσεις μεγάλης ανομβρίας. Έντυναν ένα κορίτσι, το στόλιζαν με πρασινάδες, και γύριζε όλο το χωριό, ακολουθούμενο από κόσμο που τραγουδούσε:

«Περπιρούνα περπατεί,
το Θεό παρακαλεί:
- Βρέξε, Κύριε μιά βροχή,
μια βροχή καλή βροχή,
να βραχούν……
 Οι νοικοκυρές έβγαιναν μ’ ένα κανάτι νερό  έριχναν στις πρασινάδες και μετά κερνούσαν το κορίτσι. Οι κάτοικοι πίστευαν πως έτσι ο Θεός θα έστελνε την πολυπόθητη βροχή, που θα βοηθούσε τα σπαρτά να αναπτυχθούν.
     Τον Ιούνιο στη γιορτή του Αι Γιάννη συνηθίζονταν στο χωριό η γιορτή του Κλείδωνα. Από το απόγευμα οι σωροί των ξύλων ήταν έτοιμοι. Μόλις νύχτωνε και το σκοτάδι άπλωνε τα πέπλα του πάνω από το χωριό, οι φλόγες που ξεπηδούσαν, έδιναν το πρόσταγμα να ξεκινήσει το πανηγύρι.
   Κόσμος συγκεντρωμένος παρακολουθούσε τους νέους να περνούν πάνω από τις φλόγες και τους επευφημούσε με φωνές και χειροκροτήματα. Μετά τα κορίτσια έπαιρναν το αμίλητο νερό και μέσα από κάποιες διαδικασίες, προσπαθούσαν να μάθουν ποιος θα είναι ο μελλοντικός τους σύντροφος.

   Η μεγαλύτερη και λαμπρότερη γιορτή του χωριού όμως ήταν ο Δεκαπενταύγουστος. Γιόρταζε η εκκλησία της «Κοιμήσεως της Θεοτόκου». Τρεις ολόκληρες μέρες κρατούσε το πανηγύρι και το χωριό κόντευε πραγματικά να βουλιάξει από κόσμο.





  Όλα τα γύρω χωριά μαζευόταν εκεί και τα παιδιά δεν ξεκολλούσαν από την σκοποβολή και τις κούνιες. Κάθε βράδυ οι ταβέρνες ήταν γεμάτες  και οι χοροί και τα τραγούδια έδιναν κι έπαιρναν.
  Την ημέρα του Δεκαπενταύγουστου η εκκλησία γέμιζε ασφυκτικά και μετά την λειτουργία πλήθος κόσμου κατέληγε στην πλατεία για βόλτα, φαγητό και διασκέδαση και ξημερώματα πια, η πλατεία άδειαζε και οι μικροπωλητές άρχιζαν να μαζεύουν την πραμάτεια τους.
Όλα αυτά είναι πια μια γλυκειά ανάμνηση, αλλά στη μνήμη μας έχουν καταγραφεί με ανεξίτηλα γράμματα, εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές και συναισθήματα από εκείνες τις μέρες. Με την πρώτη ευκαιρία αναδύονται και μας φέρνουν δάκρυα στα μάτια. Δάκρυα νοσταλγίας κι ευγνωμοσύνης που αξιωθήκαμε να ζήσουμε τόσο όμορφες στιγμές.
   Το όμορφο χωριουδάκι, απλωμένο στους πρόποδες του Βερμίου ήταν περιτριγυρισμένο από εύφορα χωράφια που έφταναν μέχρι την περιοχή Σαρή –γκιολ από την μια πλευρά κι ενώνονταν με τα χωράφια της Καρδιάς και της Πτελεώνας από την άλλη.
  Πολύ πριν γεννηθώ ήταν γνωστό πως όλη η περιοχή είχε στο υπέδαφος κάρβουνο. Στην ευρύτερη περιοχή είχαν ανοίξει πολλές υπόγειες στοές και γινόταν εξόρυξη, αρχικά για προσωπική χρήση κι αργότερα για τις ανάγκες των κατοίκων σε καύσιμη ύλη.
 Μετρήσεις που έγιναν στην περιοχή λίγο αργότερα, έδειξαν πως τα κοιτάσματα του λιγνίτη ήταν πάρα πολύ πλούσια και θα μπορούσαν να τροφοδοτήσουν εργοστάσια παραγωγής  ηλεκτρικού ρεύματος.
   Οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν και η ελπίδα να εργαστεί κόσμος στα εργοστάσια κυριαρχούσε στην περιοχή μας. Κάπως έτσι κυλούσε η ζωή μας, μέχρι που κάποια στιγμή, σε μικρή απόσταση από το χωριό, εμφανίστηκαν τεράστια μηχανήματα που έσκαβαν τη γη σε μεγάλο βάθος και αποθέτες που έριχναν το χώμα στην άλλη πλευρά του ορυχείου. Με το πέρασμα του χρόνου, η περιοχή άρχισε να μεταμορφώνεται σε σεληνιακό τοπίο.
  
Τα αδηφάγα μηχανήματα κατάπιναν ασταμάτητα δέντρα, πράσινο, χωράφια και στη θέση τους ξεφύτρωναν λόφοι ολόκληροι από χώμα και τέφρα. Σε κάθε φύσημα του ανέμου, η τέφρα κατάπινε τα σπίτια και σχημάτισε ένα παχύ, γκρίζο στρώμα πάνω στις στέγες, στα παράθυρα και στις φυλλωσιές των δέντρων. Έγινε αναπόσπαστο μέρος του αέρα που αναπνέαμε, βδέλλα που κόλλησε πάνω στο πετσί μας και μας ρουφούσε στην κυριολεξία το αίμα.
   Το εργοστάσιο είχε τεθεί σε λειτουργία και τόνοι λιγνίτη από το ορυχείο μεταφέρονταν με ταινίες εκεί, ως καύσιμη ύλη.  Οι καμινάδες μπήκαν στη ζωή μας. Πολλοί κάτοικοι βρήκαν δουλειά, αρκετοί χάθηκαν σε δυστυχήματα στον τόπο εργασίας τους. Τα εργατικά ατυχήματα τρύπωσαν κι αυτά ύπουλα στην καθημερινότητά μας.
  Κι ενώ τα μηχανήματα ροκάνιζαν μέρα τη μέρα, χωράφια, μποστάνια, καπνοχώραφα, αμπέλια, άρχισαν ν’ αλλάζουν και οι ασχολίες των κατοίκων.Φυσικό κι επόμενο αφού οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις εξαφανίζονταν και τα εργοστάσια αυξάνονταν και πληθύνονταν.

   Η ταινία που μετέφερε τον λιγνίτη έζωσε ασφυκτικά το χωριό από δυο πλευρές. Τα μηχανήματα τα έβλεπα σαν απειλητικά τέρατα που κατάπιναν τις περιουσίες μας, τις ζωές μας και ήταν πια θέμα χρόνου να καταπιούν και τα σπίτια, που μας γέννησαν και μας ανάθρεψαν.
Οι διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες των εργοστασίων για καύσιμη ύλη, είχαν σαν αποτέλεσμα να μετατραπεί το χωριό σε νησί, που κολυμπούσε σε μια θάλασσα ορυχείων και μηχανημάτων τα οποία εξακολουθούσαν να κατατρώνε τις σάρκες του. Τα σπίτια άρχισαν να γεμίζουν ρωγμές, η ζωή είχε γίνει ανυπόφορη, η τέφρα μας έπνιγε. Το χωριό έπρεπε να μετεγκατασταθεί οπωσδήποτε.


Η κινητοποίηση των κατοίκων, μετά από πολύ καιρό, έφερε αποτέλεσμα. Η ΔΕΗ αποφάσισε να αποζημιώσει τους κατοίκους για να μεταφερθεί το χωριό σε μια άλλη περιοχή κοντά στην Κοζάνη. Μέχρι να γίνει αυτό η τέφρα αυξήθηκε και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις μειώθηκαν στο ελάχιστο.
Ο νέος οικισμός έγινε όμορφος, δεν μπορώ να υποστηρίξω το αντίθετο, αλλά για μένα που δεν έζησα εκεί είναι κάτι ξένο. Οι συναισθηματικοί δεσμοί αφορούν τους κατοίκους και όχι το χωριό.
   Καθένας που τέλειωνε το νέο του σπίτι, έφευγε παίρνοντας μαζί του ότι μπορούσε να πάρει. Κάποιοι ξήλωναν πόρτες, παράθυρα, κεραμίδια κι ότι άλλο θα μπορούσε να είναι χρήσιμο. Ένα ένα τα όμορφα σπίτια μετατρέπονταν σε θλιβερά ερείπια.

Μετά την εγκατάσταση των κατοίκων στον νέο οικισμό, η εικόνα του χωριού είναι τελείως διαφορετική. Οι δρόμοι που έσφυζαν από ζωή είναι έρημοι, οι αλάνες σιωπηλές, η εκκλησία αλειτούργητη. Κάποια σκυλιά μόνο τριγυρίζουν ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, σπίτια φαντάσματα, διάσπαρτα μέσα σ’ ένα σεληνιακό τοπίο, βυθισμένα λες στην σιωπηλή ανάμνηση των περασμένων.
Θλιβερά απομεινάρια μιας όμορφης εποχής, σιωπηροί μάρτυρες για τόσες ανθρώπινες ιστορίες, που πέρασαν σαν αέρας και χάθηκαν, αφήνοντας πίσω να ηχεί σιωπηρά, ο απόηχος της δράσης τους. Κάτι τέτοιες σιωπές είναι που βροντοφωνάζουν και τα λένε όλα.
   Το πατρικό μου από επιλογή, δεν πήγα να το δω. Θέλω να το θυμάμαι όπως ήταν. Στα όνειρά μου κινούμαι στο χωριό που έζησα και αγάπησα.
   Στο χωριό που –σχήμα οξύμωρο θα έλεγε κανείς – αν και λεγόταν Χαραυγή, έδυσε μια μέρα για να φωτίσει την Ελλάδα.


   Στο χωριό που, σαν νέα Ιφιγένεια, θυσιάστηκε στο βωμό του εκσυγχρονισμού και της εκβιομηχάνισης. Ας είναι! Για μένα υπάρχει ακόμη στη σκέψη και στα όνειρά μου και η θύμησή του θα με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή……..

2 σχόλια:

  1. ευχαριστώ Παρασκευή που μου το εμπιστεύθηκες,έδωσες με αυτό τον τρόπο την δυνατότητα στους φίλους και συγχωριανούς σου όχι μόνο να το διαβάσουν, αλλά το κυριότερο να μπορούν να το φυλάξουν, ,τους έδωσες τις μνήμες τους πίσω και προστάτευσες τις θύμισες τους αναλλοίωτες, να στέκουν μέσα στην βαρβαρότητα του σήμερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τάσο, πέρασαν πάνω από τρεις δεκαετίες που το είχα γράψει.Το κοινοποίησα αρχικά σε φίλους και συγχωριανούς στο f/b. Εσύ είσαι που πρόσθεσες φωτο και το κοινοποίησες δημόσια. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη που οι σκέψεις και τα συναισθήματα των συγχωριανών και όχι μόνο, συμπλέουν με τα δικά μου. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σ' εσένα και σε όλους όσοι διέθεσαν χρόνο να το διαβάσουν. Σου εύχομαι να είσαι πάντα γερός και να γράφεις.

    Με εκτίμηση

    Αδαμίδου Κηπουρίδου Παρασκευή.

    ΑπάντησηΔιαγραφή