Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

"Θεία είν’η δάφνη...", Ελένη Σκάβδη

Θεία είν’η δάφνη... (*)

Ποτέ δεν μου άρεσε να είμαι από την άλλη πλευρά της όχθης, πάντα έψαχνα παρέα, ομάδες και συλλογικότητες, δεν άντεχα το ζειν...κατά μόνας. Ίσως γι’ αυτό από μικρή μάζευα τα μικρότερα γειτονόπουλα και κάνοντας την αρχηγό τα έβαζα να μελετούν βιβλία, τους μάθαινα τα Πάτερ ημών και τα Χριστός Ανέστη, διαβάζαμε Κρόνιν και «Η δύναμη της δημιουργίας», κρεμούσα μπερντέ στην απλώστρα και παίζαμε θέατρο, απάγγελλα Μιστράλ, από το βιβλίο νεοελληνικών του σχολείου, «Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα, θεία ειν’ η δάφνη μια φορά κανείς πεθαίνει» ... (*) Αυτές οι ομάδες είχαν εντός τους όλο το παιχνίδι της εξουσίας που έμαθα μετά την εφηβεία, απ’ έξω κι ανακατωτά και στο Φροντιστήριο της Αθήνας, και στο Πανεπιστήμιο, ολοκληρώνοντας μεταπτυχιακό με άριστα, στην οργάνωση, στις φράξιες, και στις ομάδες γυναικών στα ώριμα χρόνια...

Πήρα «πτυχίο», κι εγώ κι άλλοι πολλοί και το κρέμασα στη βιβλιοθήκη μου... Από εκεί και μετά σήκωσα μανίκια, φόρεσα μπροστοποδιά κι άρχισα τη διαδρομή του στερεότυπου. Και καθώς η επαγγελματική μου δεξιότητα και το «βραχιόλι στο χέρι», που ήθελε ο πατέρας παρέμεναν σταθερές στο ιδεολόγημά μου, ρίχτηκα στα ...καθήκοντα! Πρώτα εργασία και μετά τα λοιπά... Έγραφα και λογάριαζα λέξεις, και μαζί μαγείρευα χιλιάδες ψητά και βραστά, σφουγγάριζα χιλιόμετρα πλακάκια και πατώματα, τίναζα χαλιά, απλάδια και κουρελούδες, σιδέρωνα λινά, χασέδες και μεταξωτά, πάνες, ζιπούνια, βρακιά, σκελέες και πουκάμισα, γήτευα από ιώσεις μέχρι και εγκεφαλικά γερόντων, τακτοποιούσα ντουλάπια, σαπούνιζα πορτοπαράθυρα, σκούπιζα αυλές, καθάριζα πατσά, τύλιγα ντολμάδες, γιαπράκια, σερνόμενη σκυφτή πίσω από μια γερμανική σκούπα Siemens... Αυτό το δεύτερο πιστοποιητικό της οικοκυρικής δεν το κρέμασα πουθενά, δεν αναγνωρίζεται βλέπεις, η δουλειά μου δεν προσμετράται στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν... Έτσι κανείς δεν πρόκειται να μου κόψει από τα αφανή αυτά μιστά, δεν κινδυνεύω από ανεργία, ίσως γι’ αυτό πολλές φορές, καθώς καθαρίζω τα φασολάκια μου αναφωνώ: «Τι είχες Γιάνη μ’, τι είχα πάντα!!!»

Όχι, καμία σχέση δεν έχω με εκείνο το κίνημα υπέρ καταμέτρησης της αφανούς εργασίας της νοικοκυράς-γυναίκας, ούτε επιχειρώ φεμινιστικό κήρυγμα... Απλά προσπαθώ να προσμετρήσω πόσες αφορμές μπορεί να έχει μια ελληνίδα σήμερα, για να αναρτήσει πλακάτ και να βγει στο δρόμο διεκδικώντας. «Από αιτήματα, άλλο τίποτε!!!»,φώναζε συνομήλικη πριν λίγες μέρες στην παρέα, που έπινε το γρήγορο καφεδάκι στης γειτόνισσας, μεταξύ κατσαρόλας και φασίνας. Ήθελε να πει πώς η ζωή είναι κι αυτή γυναίκα, αλλά λίγες καταλάβαμε... Κατά βάθος εκείνη η εγωκεντρική εποχή που ανακαλύπταμε ταυτότητες και υπεραξίες, κι ας μην είχαμε ακούσει ούτε μια φορά κάτι από ανατρεπτικές θεωρίες, εξακολουθεί να ζέει εντός μας σαν χύτρα ταχύτητας, αλλά δεν το λέμε... Εδώ κοιτάμε να περισώσουμε τα υπόλοιπα από όλα εκείνα που δεν ταυτοποιήσαμε, που δεν τα είδαμε, δεν τα μυρίσαμε κι ας βρώμαγε ο τόπος από τις αναθυμιάσεις τους...

Μια ματιά να ρίξεις στη διαδρομή τώρα, βλέπεις καθαρά τα σκ@τά! Μπορεί να είναι υπερβολικό αυτό που σκέπτομαι, αλλά όπως και να το δω και να το μετρήσω, η Ελλάς, είναι κάτι σαν ένα πρώιμο Ντουμπάι!!! Ακριβώς έτσι... Από το 68 και μετά παρακολουθήσαμε τις πόλεις και τις γεωγραφίες τους να γκρεμοτσακίζονται αργά και σταθερά, υπέρ της οριζόντιας ιδιοκτησίας και της υψηλής δόμησης... Όταν μπούκωσε από πατώματα ο τόπος, ξεκίνησε η νέα επιδρομή... Παραλίες, δάση κι εξοχές, έγιναν βιλάρες πισινάτες για το Σαββατοκύριακο! Δούλεψε το σύστημα: Μπετατζήδες, σιδεράδες, αλουμινάδες, ξυλουργοί, πλακάδες, υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι, πολυτεχνίτες και μικροπολυτεχνίτες, εργολάβοι, δικολάβοι... Δούλεψε και όλο το κύκλωμα, κι ήταν όλοι ευχαριστημένοι, και προίκες φτιάχτηκαν για κόρες, και οι γαμπροί καμάρωσαν για τα προικώα και όλοι άλλαξαν τάξη και συνομοταξία... Μπαζωθήκαν και ακτές για να γίνουν οδικοί άξονες, μια σμίκρυνση της κατασκευής των Αράβων, που έγινε βέβαια σε μεγαλύτερη διάρκεια χρόνου... Το ντελίριο όμως είχε ημερομηνία λήξης... Μικρό οικόπεδο η Ελλάς, το άρτιο και οικοδομήσιμο καθ’ υπέρβασιν μπούκωσε και μαζί του και οι παράδες που θάφτηκαν στα θεμέλια...

Τι να κάνουμε τώρα τα ...οσπίτια, και τις επαύλεις;;; Εδώ μας θέλω!!! Προς το παρόν...κρατιόμαστε... από τη συνείδηση που απέμεινε μετά το γιουρούσι, κάτι ψελλίζουμε για τα απομεινάρια από τα παλιά, τα ονομάζουμε τώρα «ιστορικά κτίρια» «πολιτιστική κληρονομιά» και άλλα λυπητερά, ίνα επιβεβαιωθούν Φροϋδικές θεωρίες περί ενοχών και σεξουαλικότητας...

Δείτε τις μικρές νεοελληνικές πόλεις... Επεκτάσεις που ακόμα περιμένουν, πολυόφορες οικοδομές που κατάπιαν αυλές και ελευθέρους χώρους, ιδιοκτησίες που διαμοιράστηκαν με χαμηλότοκα δάνεια, αυθαίρετα στις παραλίες και στα δάση κατάπιαν μαζί με τη φύση και κάθε ίχνος σχέσης που οφείλει να διατηρεί το ον με το χώρο, μικροϊδιοκτήτες που περιχαράκωσαν βιός και ψυχή σε οριζόντια δόμηση, με συνέπεια κακή γειτονία, κατακερματισμό, μικρές φυλακές όπου το μόνο που πλεονάζει είναι ρύποι, και απαξίες... Όταν όλα θα έχουν εκμηδενιστεί, ίσως γίνει η νέα αρχή, ίσως σκεφτούμε ότι οφείλουμε να επιστρέψουμε... Το πώς δεν το ξέρω... Όταν αρχίσει ανάγκα η επιστροφή εγώ θα βλέπω να ραδίκια ανάποδα, σε ένα ωραίο κοιμητήριο ψηλά στο λόφο που βλέπει από παντού γη... Από τη μια Χλεμούτσι, από την άλλη Χελμό, πιο πέρα Ερύμανθο και από την νοτιοδυτική πλευρά ένα άγριο δάσος... Όταν αρχίσει η επιστροφή μπορεί να έχει καθιερωθεί στη χώρα και η καύση αντί της ταφής, κι εκεί που παλιά υπήρχαν κοιμητήρια, να υπάρχουν κλίβανοι, κάτι σαν κρεματόρια, που θα καπνίζουν σε κάθε θανατικό, επειδή δεν θα έχει μείνει σπιθαμή για μνήματα... Θα έχουν εξαφανιστεί και οι μόρτηδες, για την ακρίβεια θα έχουν εκσυγχρονιστεί, θα έχουν καταργηθεί τα παλιά τους εργαλεία, τσάπα και φτυάρι, αντ’ αυτών θα χειρίζονται φουρνάκια υψηλής τεχνολογίας που θα δουλεύουν με ηλεκτρικό ρεύμα παραγόμενο μάλλον από ανανεώσιμες πηγές...

Τα παλιά κοιμητήρια μπορεί να έχουν γίνει resort, αφού είναι χωροθετημένα σε περιοχές φιλέτα των άστεων...το λιγότερο. Και τα κυπαρίσσια των κοιμητηρίων θα κοπούν για να γίνουν ξύλινα δάπεδα στις μοντέρνας εκδοχής «πράσινες» κατοικίες... Όλα θα πιάσουν τόπο στη νέα οικονομία που χρειάζεται παρά τις ελλείψεις και την εξαφάνιση ειδών όλο και πιο πολλά... Και οι μοιρολογίστρες θα έχουν πεθάνει, τα μοιρολόγια δεν θα τα θυμάται πια κανείς, και τα καντήλια θα εξαφανιστούν και στο λαδάκι οικονομία θα έχουμε, κι όλα θα προσαρμοστούν στη νέα συνθήκη... Μόνο στάχτη και μπούλμπερη θα περισσεύει, κι αυτή θα πρέπει να ταφεί, θα γίνουν πάλι μάχες για χωματερές προϊόντων καύσης νεκρών, μπορεί όσα περισσέψουν να γίνουν και λίπασμα για περιβολικά...
Στα μνημόσυνα μόνο μπορεί να μοιράζουν σπερνά με ρόδι και μαϊντανό για το «χλωρό» που απαιτεί η τελετουργία, υποθέτω ότι θα περισσέψουν συνταγές στα ερμάρια νοικοκυρών για να θρηνωδούν με θεατρικότητα τους φευγάτους...


Μέχρις εκεί... Όχι δεν είμαι κατά της καύσης νεκρών... Απλά μου φαίνεται «κρύο» πράγμα να μην μπορώ να προγραμματίσω από τώρα τα της κτήσης της τελευταίας μου κατοικίας, εγώ που έμαθα ότι εξίσου σημαντικό με το «κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μου» είναι και το «μαρμαράκι πάνω από σκήνωμά μου...»!!! Εγώ που ζω σε μια περιοχή πλήθουσα από ταφές και μνημεία, τάφους προπατόρων και προγόνων, περίτεχνους, κιβωτιόσχημους, πρώιιμες ταφές σε ταφολήκυθους, που τους ανακαλύπτει η αρχαιολογική σκαπάνη διαρκώς... Μια συγκατοίκηση πάει να πει που πιστοποιεί ότι αυτό το χώμα, η γαία, είναι που ορίζει διαδρομές... Που αγκαλιάζει τρυφερά με φλυαρία ή σιωπή ό,τι γέννησε και γεννά ανά τους αιώνες... Ξέρω, θα μου πείτε ότι αυτοί που απέμειναν είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά σε όσους χάθηκαν, χωνεύτηκαν και καταποντίστηκαν στο διάβα του χρόνου... Έλα, όμως, που εγώ ζητώ...παράταση! Ζωντανή ή φευγάτη, θέλω να παρατείνω ... παρουσία εδώ που αγάπησα... Γιατί όπως και να’ ναι ο κόσμος στο μέλλον, πάντα θα ανθούν μαργαρίτες και αγριολούλουδα την άνοιξη, αρωματικές φρέζες και σπαρτιές, περήφανα κυπαρίσσια... Από τ’ αντιγόνα μου ίσως προκόψουν κι άλλα. Κι αυτό δεν θέλω να το απαξιώσω γι’ άλλη μια φορά, να το δώσω «αντιπαροχή», να το κάνω στάχτη όπως και το μικρό σπιτάκι των παιδικών χρόνων, όπως το κουζινάκι της Ικαριάς, ή το παλιό σπίτι της Λουκάβιτσας που έπνιξε το φράγμα... Για κανένα λόγο, έναντι κανενός τιμήματος... Αν στο κάτω-κάτω θέλει να με κάνει στάχτη ο καιρός, ας με κάνει όταν θα έχω οριστικά ξεχάσει..

1 σχόλιο: