Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Χέρια... ,Ευτυχία Βιγκοπούλου

Χέρια... 

Κοιτάζω τα χέρια μου...
πως έγιναν έτσι???
που βρέθηκαν τόσες ελιές???
τόσες φλέβες???
τόσες ρυτίδες???
Δεν τα είχα προσέξει ποτέ...
ούτε τότε που ήταν χλωρά...
ούτε τότε που μέστωσαν...
μόνο τώρα που μαράθηκαν...
Κοιτάζω τα χέρια μου...
σαν να τα βλέπω πρώτη φορά...
χέρια πολεμιστές...
Που τα έβαλαν με τη φωτιά και το νερό...
το κρύο και τη ζέστη...
τη φροντίδα των παιδιών και του άντρα...
την έγνοια του σπιτιού και της δουλειάς...
Χέρια... που ακόμα δε μπόρεσα να ευχαριστήσω...
Πάω στο μπάνιο...
πιάνω το μοσχοσάπουνο και αρχίζω να τα πλένω...
έτσι που γλιστρούν απαλά το ένα μέσα στο άλλο...
τα βλέπω χαμένα στους αφρούς και τα χάδια...
σαν να έχουν κλείσει τα μάτια μη τους πάει σαπούνι...

και τα πάρουν τα δάκρυα. [εφη]

Χάρισέ μου….,Παρασκευή Αδαμίδου Κηπουρίδου

εικαστική δημιουργία της Παρασκευής Κηπουρίδου
Χάρισέ μου…

Χάρισέ μου του ήλιου μια ακτίνα,
στα μαλλιά φωτοστέφανο να βάλλω,
και κάνε να ξαναγυρίσει η ελπίδα.

Χάρισέ μου του ανέμου το θρόισμα,
τη σκέψη με γλυκές νότες να ντύσω,
ταχτάρισμα να γίνει και νανούρισμα.

Χάρισέ μου τις τρίλιες των πουλιών,
τραγούδι να τις κάνω εγώ μελωδικό,
που κάθε αυγούλα θα το τραγουδώ.

Χάρισέ μου τα φτερά ενός γλάρου,
πάνω από αφρισμένο κύμα να πετώ,
αφέντρα του ανέμου και του πελάου.

Χάρισέ μου τα λούλουδα της Άνοιξης
φόρεμα μ’ αυτά, πολύχρωμο, να πλέξω,
και σάλι την μεθυστική ευωδιά τους.

Χάρισέ μου τον ήχο της νεροποντής,
πάνω στις στέγες και τους τσίγκους,
χορό να στήσω στις πλάκες της αυλής.

Χάρισέ μου ένα όμορφο όνειρο – στόχο,
γι’ αυτό σκληρά με λύσσα να αγωνιστώ,
να έχω ένα σκοπό, κι άδικα ας ματώσω.

Χάρισέ μου μια μικρή σταγόνα ελπίδας,
κι εγώ ορμητικό ποτάμι θα την κάνω,
στα καθάρια νερά του να ξαναγεννηθώ.

Χάρισέ μου της θάλασσας τον φλοίσβο,
έτσι γλυκά να γείρω και ν’ αποκοιμηθώ,
κι ίσως με άλλο μάτι τον κόσμο να δω.



"πέρασαν τα χρόνια",Τάσος Ορφανίδης

"πέρασαν τα χρόνια"

44 χρόνια, μαζί με πάθος
σαν ένα χαμόγελο που δεν στέγνωσε ποτέ.
Ένα δάκρυ που δεν έπαψε να υπάρχει,
ένα χάδι που έμεινε χωρίς να φοβάται.
Ένας έρωτας που δεν δίστασε στο λάθος.

Μια αγωνία που έγινε ανάγκη
κι η ευτυχία δάκρυ στην αγάπη.

Έχω ξεχάσει πόσους αναστεναγμούς.
Έχω αφήσει όλους τους καημούς.
Κυρτώσαμε στα βάρη
και το δωμάτιο μένει αδειανό
Στράγγιξε πια και το δικό μας το ποτήρι
Μα η κανάτα έχει ακόμη κόκκινο κρασί
Κόπιασε μες στην αγκαλιά μου,

να  το πιούμε κι αυτό μαζί.

(με αφορμή  36+8) 






Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

"το καδί και η ρακή ", Τάσος Ορφανίδης


Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
"το καδί και η ρακή"

Αυτό το καδί το θυμάμαι, είναι από τότε που το κουβάλησε ο πατέρας.
Ξεχάστηκε μαζί με αυτόν, όχι γιατί δεν ήταν αγαπητός, το χούι τον έφαγε.
Αυτό το πιοτί δεν το ‘βαζε κάτω, τα κοπανούσε κι αυτό του το ανταπέδιδε, 
με την συντροφιά του.
Ένα εσύ, δυο εγώ, τέτοιος συναγωνισμός.Μόλις άδειαζε το ποτήρι το γύρναγε απ'την ανάποδη, μέχρι που εκείνο τον παρακινούσε σαν γυναίκα ξεμυαλίστρα.
Άντεξε όμως αυτό, εκείνος είναι στην μάχη με το χτικιό.
Που θα πάει θα βγει, όπως βγήκε κι από τούτο.
Έμεινε τώρα να μου κόβει τον δρόμο.
Κι εγώ που να ξαποστάσω, ακουμπώ πάνω του νοσταλγικά.
Μου θυμίζει τις καλές μέρες, το καδί γεμάτο κι η κάνουλα ανοιχτή!
Ο μεζές ξεχωριστός, πλάνευε την διάθεση, ειδικότητα της μάνας. Σκουμπρί, 
λιαστό χταπόδι,λακέρδα, τζατζίκι με λίγο σκόρδο τόσο για την γεύση ν'ανασταίνει.
Ο γαύρος μαρινάτος,  ξεχωριστός μεζές από ψαρεμένο γαύρο με την δική του βάρκα. Αραγμένη τώρα στον γιαλό, να την τρώει η αλμύρα και να στήνει νυχτερινές κουβέντες με τ' άστρα και το φεγγάρι. 

Δεν είναι του θυμού λόγια , αλλά να, η ανημποριά φέρνει το μαράζι κι αυτό στρογγυλοκάθεται και δεν λέει να φύγει.

Ακουμπισμένος στα χέρια, με το πρόσωπο κρυμμένο μέσα  στα δάκρυα να μουσκεύουν το είναι του, πληγωμένο απ' το σαράκι. Κι όταν απ' ώρα ανασήκωνε το κεφάλι κατακόκκινο, προσπαθούσε να κρύψει την αδράνεια στο χαμόγελο του.
Ας ήταν,το καδί  εκεί, εγώ εδώ κι εκείνος παραπέρα να χάσκει στα ταξίδια του κι ας είναι μακρινά φυλαγμένα και μπερδεμένα στο μυαλό του. 
Η προσπάθεια του ζωγραφίζεται με το χαμόγελο του και τα θολωμένα μάτια του λάμπουν από ευχαρίστηση.

(μια φανταστική ιστορία με αφορμή την φωτογραφία του Μιχάλη)
       
  

Γερο(ντο,ρε,μι,φα,σολ,λα,σι)λογία: από τον Βορονώφ στη νοβοκαΐνη, τραγουδώντας

To post αυτό είναι ένα ταξίδι στα περασμένα, με αφορμή ένα τραγούδι.

Ακολουθήστε με…
Η επιστήμη της ιατρικής,από τα πρώιμα ακόμα χρόνια της, προσπάθησε να συνδράμει στο αγωνιώδες αίτημα του ανθρώπου για παρατεταμένη νεότητα. Με μεθόδους που σήμερα φαντάζουν αφελείς και κομπογιαννίτικες, εφευρετικοί και τολμηροί γιατροί από τις αρχές του 20ου αιώνα, πειραματίστηκαν με ζώα και ανθρώπους, θέτοντας τα θεμέλια του κλάδου της ιατρικής που ονομάστηκε γεροντολογία. Ένας απ΄αυτούς υπήρξε και ο Σέργιος Βορονώφ (Serge Voronoff). Γεννημένος στην Ρωσία, σπούδασε και εργάστηκε στο Παρίσι κι έγινε παγκοσμίως διάσημος για τις μεταμοσχεύσεις ενδοκρινών αδένων (κυρίως όρχεων) από πιθήκους σε ανθρώπους.
Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής «η μέθοδος Βορονώφ συνίσταται στη μεταμόσχευση γεννητικών αδένων,από νεαρούς ανθρωποειδείς πιθήκους σε γερασμένους ανθρώπους. Οι γεννητικοί αδένες των πιθήκων χωρίζονται σε 3-4 μικρότερα τεμάχια, που εμφυτεύονται μέσα στους γεννητικούς αδένες του ανθρώπου.Με τον τρόπο αυτό επανέρχονται οι φυσιολογικές ορμές και όλος ο οργανισμός αποκτά για λίγα ή πολλά χρόνια νεανική σχεδόν ευεξία και δροσερότητα».
Ο Βορονώφ κατά καιρούς περιόδευε στις διάφορες πρωτεύουσες του κόσμου, δίνοντας διαλέξεις για την μέθοδό του στους ιατρικούς κύκλους και ψαρεύοντας πελάτες. Την Ελλάδα φαίνεται ότι την επισκέφτηκε αρκετές φορές στην δεκαετία του ’30. Οι επισκέψεις αυτές αποτελούσαν κορυφαίο γεγονός για την Αθήνα και οι εφημερίδες αναφερόταν συχνά στον Βορονώφ και στις μεθόδους του.
Φυσικά δεν έλειπαν και σχόλια με πολιτικές προεκτάσεις. Έτσι με αφορμή την επίσκεψη του Βορονώφ στην Αθήνα , στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠ στο φύλλο της 17/4/1929, στην πρώτη σελίδα, διαβάζουμε  το παρακάτω σχόλιο:
Προσοχή. Μιλάμε για το 1929 και όχι για το 2009.
(Ο πρωθυπουργός που χρειάζεται τις υπηρεσίες του Βορονώφ για να επανακτήσει την χαμένη νεότητα και το απωλεσθέν  σφρίγος είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος).
Στο φύλλο του Ριζοσπάστη στις 31/3/1934, με αφορμή πάλι κάποια επίσκεψη του Βορονώφ στην Αθήνα, στη στήλη «Η τσιμπίδα μας» του Νίκου Κοντού, βρίσκουμε το παρακάτω  χρονογράφημα με τίτλο «οι άρρωστοι του Βορονώφ»:
Ο Σέργιος Βορονώφ στην Αθήνα!
Πόσες ελπίδες και συγκινήσεις!
Τα κρεμαστά προγούλια των γερασμένων τράγων της ελληνικής αριστοκρατίας τρεμουλιάζουν από χαρά. Τα υστερικά τάγματα των γεροντοκορών δακρύζουν και πιπιλίζουν το μικρό τους δαχτυλάκι από ανυπομονησία. Οι γερασμένοι ιπποπόταμοι μουγκρίζοντας στριμώχνονται μέσα στα σαλόνια της υποδοχής που ετοιμάζουν στον Βορονώφ, σκορπώντας την αποφορά και την ξυνίλα της σάπιας τους σάρκας. Η γρηά στρίγκλα της οδού Ανθίμου Γαζή, η «Εστία» των βόθρων των παληών παλατιών και των σημερινών ληστοσυμμοριών, ανέβηκε στα κεραμίδια και καρτεράει με λαχτάρα.
Κι όλοι τους, όλοι τους ξεφωνίζουν εξ όλης ψυχής και εξ όλης καρδίας…απλώνοντας τα χέρια…
-Βορονώφ! Βορονώφ! Ο βαρυοκίνητος και μαλθακός τους πνευματικός κόσμος,το ξεσκισμένο πια πολιτικό τους σκυλολόι με τους Ζαϊμηδες, Τσαλδάρηδες και Βοζίκηδες τρίβουνε τα χέρια ψυθιρίζοντας
-Βορονώφ! Βορονώφ!
Κι εκείνοι που έστιψε πια η ζωική τους ύπαρξη μέσα στα όργια και τις καταχρήσεις κι εκείνοι που δεν βρίσκουν εργαζόμενους να τους αφαιρούν το αίμα, όχι μονάχα στην ξεθεωτική δουλειά των μαγαζιών τους, αλλά και με τις μεταγγίσεις από μικρά παιδιά, όπως έγινε στ’ Αγρίνι προχθές, κι εκείνοι ακόμα που χάσανε τις δυνάμεις τους να ρίχνονται στις εργάτριές τους σαν λύκοι, όλοι τους, όλοι τους ξεφωνίζουν:
-Βορονώφ! Βορονώφ!
Σ’ ολόκληρο αυτό το παθιασμένο συγκρότημα, κάτι μπορεί να κάνει ο Βορονώφ. Να τους πει δυο καλά λόγια με την Παριζιάνικη κομψή του γλώσσα. Να τους δώσει δυο συμβουλές και να τους μοιράσει χαμόγελα και επαίνους στην Ακρόπολη και στους αρχαίους. Τη μεγάλη άρρωστη όμως ούτε να την αγγίξει μπορεί ο Βορονώφ. Η γέρικη πλουτοκρατία ως τώρα πέρασε από πολλούς Βορονώφ. Ούτε οι φασιστικές αφαιμάξεις, ούτε οι μεταμοσχεύσεις που κάνει κάθε τόσο στον οργανισμό της, της δίνουν τη δύναμη να ζήσει…
Πεθαίνει… Πεθαίνει ουρλιάζοντας κάτω από την πίεση των εγκλημάτων της…
Πεθαίνει… Πεθαίνει μέσα στην ανατολή του λαμπρού ήλιου που θριαμβευτικά φωτίζει τους εργαζόμενους που παλεύουν και νικούν.
Ο Βορονώφ ήρθε στην Αθήνα! Ο Βορονώφ θα χαμογελάσει και θα φύγει με τις στριγγλιές των πιθήκων του…που θα σαρκάζουν την άρρωστη στρίγγλα.
Στην ίδια σελίδα του Ριζοσπάστη και στη στήλη «Κόκκινες Πινελιές» συναντάμε ακόμα ένα αιχμηρό χρονογράφημα με τίτλο «Βορονώφ», που υπογράφει ο «Πρωτοπόρος». Στόχος, όχι ο Βορονώφ, αλλά η αστική τάξη και οι υπερασπιστές των ιδανικών της.
Ένα ανοιξιάτικο κύμα από ελπίδες συνεπήρε όλους τους γεροπαραλυμένους της Αθήνας. Ο Βορονώφ έρχεται, ο Βορονώφ φτάνει! Είναι ο άνθρωπος που κατορθώνει «θαύματα» και μπορεί να παρατείνει τον κολασμένο βίο των εκμεταλλευτών για κάμποσα χρόνια ακόμη. Γιατί, βέβαια, κι αυτή ακόμα η κατάχτηση της επιστήμης μπαίνει στην υπηρεσία του κεφαλαιοκράτη. Ο εργάτης όταν γεράζει είναι το «περιττό βάρος της γής». Μερικές «υγιείς» αντιλήψεις, που έχουν κιόλα εφαρμογή στους αγρίους και χωρίς άλλο θα εφαρμοστούν από το φασισμό, καταδικάζουν το γέο, που είναι ανίκανος για δουλειά, σε θάνατο.
Για τους γέρο κεφαλαιοκράτες όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Γι’ αυτούς διδάσκεται ο σεβασμός, και βλέπουν τη διδασκαλία αυτή γύρω τους σ’ εφαρμογή με τις βαθειές υποκλίσεις που γίνονται στο πέρασμά τους από τους … κληρονόμους τους.
Τέλος κι αυτή η αστική επιστήμη πασκίζει να τους παρατείνει τον αμαρτωλό βίο. Δεν είναι κρίμα ένας άνθρωπος που τα χαίρεται όλα να τα χάσει όλα; Και οι πίθηκοι επιστρατεύονται να δώσουν τους αδένες τους. Αυτή είναι η μ’εθοδος Βορονώφ που φτάνει στην Αθήνα.
Μα δεν είναι μόνο οι γέροι κεφαλαιοκράτες, που θα χαιρετίσουν τον ερχομό του. Περισσότερο, ίσως ενθουσιαστούν οι χαφιέδες, οι φασίστες και οι λογής-λογής πνευματικοί στυλοβάτες των ιδανικών… Περισσότερο πολύτιμες από κάθε άλλη γηραλέα ύπαρξη, που περπατάει στην κλασσική αυτή χώρα, είναι κάποιες που δεν περπατούν και δεν υπάρχουν παρά στα όνειρα των στυλοβατών του καθεστώτος. Είναι οι «ιδέες» της πατρίδας και της θρησκείας. Γύρω απ’ αυτές γίνεται κάθε μέρα ένας διαβολικός χορός από τους οπαδούς της τάξης και του φασισμού. Πολεμούν μ’ όλα τα μέσα, παρατάξεις, λαμπαδηφορίες, τελετές, να συγκινήσουν τις μάζες και να τις κάμουν να πιστέψουν στα «ιδανικά» αυτά της πατρίδας και της θρησκείας.
Όλη η τεράστια προσπάθεια που καταβάλουν χάνεται στο κενό. Κανείς δε σκέφτεται πια με το πρίσμα των «ιδανικών» αυτών. Γιατί; Γιατί, απλούστατα, γέρασαν. Τι ευκαιρία λοιπόν, για το Μελά και τα δύο θύματά του, να τρέξουν στο ξενοδοχείο του Βορονώφ.
– Αχ, εξοχώτατε δόκτωρ, ήρθατε λίαν εγκαίρως. Θα μας σώσετε και η Ελλάς θα σας ευγνωμονεί εσαεί…
-Μήπως κανείς από τους επισήμους σας έπαθε γεροντικό μαρασμό;
-Κάτι περισσότερο δόκτωρ!
-Τι περισσότερο από τους επισήμους σας έχετε;
-Τα ιδανικά μας, τα ιδεώδη μας, τας ιδέας μας δόκτωρ! Η ιδέα της Πατρίδος εξεκούτιανε από τα γηρατιά, και η ιδέα της θρησκείας δεν μπορεί να πάρει τα πόδια της. Κάνετε το καλό να τις ξανανιώσετε κι ένια σας! Ο προϋπολογισμός θα δουλέψει γενναία…
Ο καθηγητής, που δεν έχει φέρει μαζί του και τους πιθήκους του θα βρεθεί σε μεγάλη δυσκολία να κάνει την θαυματουργό επέμβαση.
-Έχετε πιθήκους; θα ρωτήσει.
-Και βέβαια δόκτωρ! Άφθονους πιθήκους. Έχουμε τον Τουρκοβασίλη, τους αδερφούς Κύρου, τον Τσάτσο, τους εαυτούς μας…διαλέγετε και παίρνετε! Αν άλλοι έδωσαν το αίμα τους για την θρησκεία και την πατρίδα εμείς πολύ ευχαρίστως να δώσουμε τους αδένες μας.
Και οι πατριδοσωτήρες μια μέρα θα εμφανιστούν στον καθηγητή, θα ξεγυμνωθούν μπροστά του, έτοιμοι για τη μεγάλη θυσία… Μα τι απογοήτευση για το φτωχό δόκτωρα! Τι αποκάλυψη! Οι άνθρωποι αυτοί θ’ αποδειχτεί πως…δεν έχουν αδένες.
Με αφορμήτην ίδια επίσκεψη του Βορονώφ στην Αθήνα,  ο Κώστας Σκαρβέλης έγραψε ένα σκωπτικό ρεμπέτικο τραγούδι με τίτλο «Ο Βορονώφ». Οι στίχοι είναι   του Γιώργου Καμβύση και το τραγούδι κυκλοφόρησε ταυτόχρονα σε δίσκους το 1934 από 2 δισκογραφικές. Από την Columbia με τη Μαρίκα Πολίτισσα και από την H.M.V με την Ρόζα Εσκενάζυ, από την οποία  και το ακούμε εδώ:
Audio Player
Ποιος σου ‘πε γέρο μάγκα
στο Βορονώφ να πας
τι σου ‘ρθε τρακαδόρε ματσαράγκα
μικράκια ν’ αγαπάς.
Όλα βρε ‘συ τα ξέρω
και πως μπολιάστηκες
στη σκάσανε με μια μαϊμού βρε γέρο
κορόιδο πιάστηκες.
Κρίμα στο νταϊλίκι
κρίμα στο μπόγι σου
και στο σερετιλίκι γέρο ξούρα
το κομπολόγι σου.
Κουρέλι βρε λεχρίτη
σ’ έφτιαξε ο γιατρός
σε μπάνισα π’ αρχίνησες μαγκίτη
σαν τη μαϊμού να τρως.
ΑπέθανεΜε τον Βορονώφ, ασχολήθηκε και ο συνθέτης Κώστας Γιαννίδης (Γιάννης Κωνσταντινίδης) γράφοντας το 1938 για τον μεγάλο ηθοποιό Πέτρο Κυριακού το επιθεωρησιακό τραγούδι «Μετά το Βορονώφ».
Ο Βορονώφ αν και δήλωνε ότι θα ζήσει πέραν του 2000, πέθανε τελικά τον Σεπτέμβρη του 1951, σε ηλικία 85 ετών. Την είδηση του θανάτου  και σύντομο βιογραφικό με γαργαλιστικές λεπτομέρειες για τον  Βορονώφ, μπορείτε να διαβάσετε στο παραδίπλα απόκομμα της  εφημερίδας  ΣΚΡΙΠ (4-9-1951).
(κλικ για μεγαλύτερο μέγεθος)
Την ίδια εποχή με τον Βορονώφ, ένας άλλος επιστήμονας ο ρώσος Αλεξάντερ Μπογκομόλετς προσπαθούσε να βάλει φραγμό στα γηρατειά με τις δικές του μεθόδους. Αυτός, χορηγούσε στους ηλικιωμένους πελάτες του τον περίφημο «ορό Μπογκομόλετς» που αποτελούνταν από μυελό των οστών και κύτταρα της σπλήνας.
Με τον ορό του Μπογκομόλετς, ασχολήθηκε σε ένα τραγούδι της εποχής, ο στιχουργός Γιώργος Οικονομίδης. Στο τραγούδι του «Στο Τσούμπο-Τσάμπο», επαινώντας τα ευεργετικά αποτελέσματα του χορού, οι… εμπνευσμένοι στίχοι του Οικονομίδη λένε:
Στο Τσούμπο-Τσάμπο
χορεύουνε μάμπο
μάμπο χορεύουνε
στο Τσούμπο-Τσάμπο
και με φιγούρες
γυρνούν σαν τις σβούρες
με τρελές μαράκες και μπόνγκο.
Με μάμπο μόνο
κάθε σου πόνο
πικρό ξεχνάς
και κάνεις φόνο
αν δεν σ’ αφήσουν
να τριγυρνάς.
Στο Τσούμπο-Τσάμπο
χορός θα σας φέρει
που ξανανιώνουν
με μάμπο κι οι γέροι
το Μπογκομόλετς
κανείς δεν το ξέρει
και δυναμώνουν
όταν ακούν ταγκό.
Σύμφωνα πάλι με τις εφημερίδες τις εποχής, ο ορός του Μπογκομόλετς αν και είχε ευεργετικά αποτελέσματα στους τραυματίες στρατιώτες του Στάλινγκραντ, δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα στην καταπολέμηση του γήρατος.
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν η σκυτάλη στον αγώνα κατά των γηρατειών πέρασε στα χέρια των επιστημόνων της Ρουμανίας. Σημαιοφόρος του αγώνα αυτού ήταν η περίφημη γεροντολόγος Άννα Ασλάν. Όπλο της  η νοβοκαΐνη.
Σε σχετικό άρθρο της εφημερίδας «Ελευθερία» (11/2/1958) διαβάζουμε ότι «τον Οκτώβριον του 1956, εις το γεροντολογικόν συνέδριον της Καλσρούης, μία Ρουμανίς επιστήμων, ηλικίας  52 ετών, η Άννα Ασλάν, ανεκοίνωσε ότι είχεν καταπολεμήσει το γήρας με θεραπείαν διά νοβοκαΐνης»
ΝΟΒΟΚΑΪΝΗ
Στα χρόνια του ’60, η μόδα στην ιατρική φαίνεται πως ήταν οι θεραπείες με νοβοκαΐνη.Έλληνες γιατροί αναφέρουν σε ρεπορτάζ εφημερίδων ότι «νευραλγίαι, ρευματαλγίαι, χρονία αρθρίτις, αρτηριοσκλήρωσις, υπέρτασις, χρονία αρτηρίτις, χρονία φλεβίτις, στεφανιαία ανεπάρκεια, δερματικαί παθήσεις και ενδοκρινείς ανωμαλίαι» αντιμετωπίζονται επιτυχώς από την νέα πανάκεια που ονομάζεται νοβοκαΐνη.
Ακόμα και σαπούνια και λοσιόν με νοβοκαΐνη εισάγονται από την Αμερική και διαφημίζονται στις εφημερίδες:
ΣΑΠΟΥΝΙαντηλιακό
Το 1958 κυκλοφορεί το λαϊκό τραγούδι «Είσαι η νοβοκαΐνη μου» σε μουσική του Βασίλη Καραπατάκη και στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη.
Σε πρώτη εκτέλεση το ηχογραφεί η Γιώτα Λύδια με το τρίο Γκρέκο.
Audio Player

Για μένα αγάπη μου χρυσή
νοβοκαΐνη είσαι συ.
Οι ματιές σου οι τσαχπίνες
εκατό νοβοκαΐνες
εκατό νοβοκαΐνες
αξίζει η κάθε μια.
Όμορφό μου καναρίνι,
είσαι η νοβοκαΐνη,
που μέσ’ στη ζωή μου δίνει
νιάτα και χαρά.
Όταν στο στόμα με φιλάς
νοβοκαΐνη με κερνάς.
Οι ματιές σου οι τσαχπίνες
εκατό νοβοκαΐνες
εκατό νοβοκαΐνες
αξίζει η κάθε μια.
Όταν βρίσκεσαι κοντά μου
σπαρταράει η καρδιά μου
και πετώ απ΄τη χαρά μου
κούκλα μου γλυκιά.
Δεν ξέρω πότε και πώς απομυθοποιήθηκε και έχασε την αίγλη της η νοβοκαΐνη στα μάτια ιατρών και ασθενών, αλλά προφανώς ούτε αυτή ήταν η λύση στην…ασθένεια των γηρατειών.
Τι μας μένει; Ας το γυρίσουμε στο τσάμικο, κι ας τραγουδήσουμε όλοι μαζί «νάταν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία»…
πηγή:afmarx.wordpress.com

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

KAΛΗΜΕΡΕΣ Κυριακάτικες!!!!!!!!,Ελένη Μέη Ασημακοπούλου

KAΛΗΜΕΡΕΣ Κυριακάτικες!!!!!!!!

Ακόμα μία Κυριακή
μέρα γιορτή, δική μας..
αχ να 'ταν δυό οι Κυριακές
πού 'ρχονται στη ζωή μας

Aκόμα ένα το φιλί
σ' αυτή τη γειτονιά μας
αχ να 'ταν δύο τα φιλιά
και η ζωή κοντά μας!!

Να ήταν δυό οι Κυριακές
δυό τα φιλιά δυο οι μήνες
να 'μαστε δυό εγώ κι εσύ
διπλές χαρές και μνήμες

Ακόμα μία Κυριακή
που θα μας περιμένει
με δυό αγκαλιές σ έναν χορό
από ζωή κλεμμένη..

Ελένη Μέη Ασημακοπούλου

(by eleni)

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

«Να τι είναι», Βαγγέλης Μαρκάκης

«Να τι είναι»

Ένα γέρικο σκυλί είναι, να τι είναι
Σχεδόν ικετεύει για μια αχτίδα ζεστασιάς του πατέρα ήλιου,
Λίγη δροσιά στην απέραντη αγκάλη της μάνας θάλασσας,
Λίγη αύρα απ’ τις φάπες του αμείλικτου (όταν θυμώνει)θείου ανέμου,
Να τι είναι
Το χαμόγελο μιας ωραίας γυναίκας, να τονίσει τον ανδρισμό του,
Μια ζωντανή εικόνα να φωτίσει την σκοτεινιασμένη του ψυχή,
Μια καλή κουβέντα να μαλακώσει το διψασμένο συναίσθημα ,
Μια πλούσια μουσική να γεμίσει το χωρίς αίσθημα κενό της πλήξης του,
Να τι είναι
Ένα ξεροκόμματο αγάπης, ένα χάδι,ένα ενδιαφέρον στο κουρασμένο του κορμί ονειρεύεται
Ένα γέρικο σκυλί είναι , να τι είναι

Φραγκοκάστελο-Σφακιά


2/7/2014

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

"Το αφήσαμε για αύριο",στίχοι Παπανικολός Ηλίας, κείμενο Χρόνης Μίσσιος

Διανύουμε την εποχή που η κρίση με τις συνέπειες της στην ανεργία των νέων, έχει διεγείρει τις ανησυχίες τους και πολλαπλασίασε τα ευαίσθητα ακούσματα τους. Ένα από τα κριτήρια είναι η μουσική, που γράφεται από νέους και ακούγεται απ'αυτούς.Αν πέσει κατά λάθος κάτι στα χέρια μας, είναι βέβαιο ότι θα τραβήξει την προσοχή μας, ως αξία και όχι ως σκουπίδι, που συνηθίσαμε τελευταία. Ο στίχος αυτός αναρτήθηκε στο f/b από ένα νέο άνθρωπο,τον Σάκη Γιουβανίδη, ο οποίος με αυτό τον τρόπο κοινωνού σε τα 
προβλήματα και τις ανησυχίες του.Οι στίχοι είναι του Παπανικολού Ηλία και ακούγονται στο ομότιτλο τραγούδι του συγκροτήματος ΕΙΣΒΟΛΕΑΣ, σε μουσική του Αρη Παπαδόπουλου.
Ένα σημαντικό στοιχείο που δεν ξεφεύγει της προσοχής είναι ότι το συγκρότημα χρησιμοποίησε το παρακάτω κείμενο του Χρόνη Μίσιου. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να διακρίνουμε την ποιότητα και τις ανησυχίες τους, που εκφράζονται μέσα από την μουσική τους.
Τάσος Ορφανίδης


"Το αφήσαμε γι'αύριο " κείμενο Χρόνης Μίσιος
«μ” αυτήν την ….εφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες μας, σα να είναι βάρος. Και μας είναι βάρος.  Γιατί δε ζούμε…  κατάλαβες;

Όλο κοιτάμε το ρολόι! Να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’την αρχή.

Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν «αξίες», σαν «ανάγκες», σαν «ηθική», σαν «πολιτισμό».

Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών.

Αφήνουμε τα πιο σημαντικά, τα πιο ουσιαστικά πράγματα, όπως να παίξουμε και να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά και τα ζώα, με τα λουλούδια και τα δέντρα, να παίξουμε και να χαρούμε μεταξύ μας, να κάνουμε έρωτα, να απολαύσουμε τη φύση, τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος, να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και το διπλανό μας…

Όλα, όλα Σαλονικιέ, τ” αφήσαμε, γι” αυτό το αύριο,που δεν θα “ρθει ποτέ…

Μόνο όταν ο θάνατος χτυπήσει κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο, πονάμε, γιατί συνήθως σκεφτόμαστε πως θέλαμε να του πούμε τόσα σημαντικά πράγματα, όπως:

Πόσο τον αγαπούσαμε, πόσο σημαντικός ήταν για μας.

Όμως, τ” αφήσαμε για αύριο».

στίχοι του Παπανικολού Ηλία 
Κάνε πίσω αν θες εσύ, τον πήρα εγώ τον δρόμο μου,θα πάω και όπου βγει,ρισκάρω,
έτσι είναι η ζωή και άμα δεν πάρω, θα αποκτήσω ακόμα μια ουλή για να κοζάρω!!

Δεν ξεχνάω γιατί φτιάχνω μουσική, για αυτούς που αγαπάω,να τους ευχαριστήσω είναι λίγο, που είναι εκεί για να ακουμπάω,το στιχάκι αυτό κολλάω σαν χαρτάκι και το αυτί σου είναι ο πότης που το γυρνάω...

Το τίποτα δεν μου ταιριάζειεγώ είμαι άλλος ένας που εκφράζεται και εκφράζει, ρισκάρω και ας μην πάρω,ας χάσω δεν πειράζειγιατί τις στιγμής το νάζι είναι τις ψυχής το γκάζι...

Η ζωή που αλατοπίπερο μας βάζει,(και μας δοκιμάζει) διαφωνίες,ερωτόλογα,τσακωμοί και χαλάζι, γλύκα και γλυκόλογα,βάσανο και μαράζι, σχέσεις ανθρώπινες και ο νους μας σιγοβράζει...

Εγώ και εσύ καρδιά μου ήμασταν ηφαίστειο, τρεμάμενη η γη,στα πόδια μου ένιωθα δέσιμο, τόσο μαζί και όμως τελείως διαφορετικοί, τόσο που η σχέση έδειχνε να ευημερεί όσο ακροβατεί,

Αδερφέ μου,έχουμε χαθεί, εγώ εδώ και εσύ εκεί, μπλεγμένοι στην ροή, κοιτάμε το ρολόι και τρέχουμε βιαστικοί, κολλήσαμε στα ασήμαντα και έφυγε η μισή ζωή,

Γλυκιά λέξη το ευχαριστώ, να δίνεις και να παίρνεις ότι πιο σημαντικό, εγώ δίνω μουσική,
εσύ δίνεις μηνύματα, εσύ μου δίνεις αγάπη και εγώ αντλώ ερεθίσματα!

Ρίξε ένα χαμόγελο,άστα αίτια, ζούμε την ζωή κάθε στιγμή σαν περιπέτεια, το σήμερα ,το τώρα συγκεκριμένα, ας μην το οργανώσουμε και ας βγάλουμε απωθημένα!!


Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

«Λόγος στην αγορά της ανεργίας»Σαμίχ Κάσεμ

Ο Σαμίχ Αλ Κάσεμ είναι ένας από τους διασημότερους Παλαιστίνιους ποιητές. Γεννημένος το 1939 στη Γαλιλαία της Παλαιστίνης, κρατήθηκε υπό περιορισμό στο σπίτι του και φυλακίστηκε από τις Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής πολλές φορές για τις ενέργειές του. Ο Σαμίχ Αλ Κάσεμ έχει δημοσιεύσει αναρίθμητες ποιητικές συλλογές και πολλές από αυτές έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά όπως επίσης και πολλά από τα πατριωτικά του ποιήματα έχουν μελοποιηθεί.(πηγή:biblionet.gr)


"Λόγος στην αγορά της ανεργίας"

Ίσως να στερηθώ και το ψωμί μου.
Ίσως το στρώμα ξεπουλήσω και τα ρούχα μου.
Ίσως δουλέψω σκουπιδιάρης, πετροκόπος και χαμάλης.
Ίσως να σωριαστώ γυμνός και πεινασμένος εχθρέ του ήλιου
αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ’ αντιστέκομαι!
Ίσως αρπάξεις απ’ τη γή μου και την τελευταία σπιθαμή.
Ίσως ταΐσεις στις φυλακές τη νιότη μου
Ίσως μου κλέψεις την κληρονομιά του παππού μου -πιθάρια, έπιπλα και σκεύη-.
Ίσως καθήσεις παν’ απ’ το χωριό μας σαν εφιάλτης τρόμου εχθρέ του ήλιου
αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θα αντιστέκομαι!
Ίσως από τις νύχτες μου να σβήσεις κάθε φώς.
Ίσως να στερηθώ της μάνας το φιλί.
Ίσως κι ένα παιδί να βρίσει τον λαό μου, τον πατέρα μου.
Ίσως να κλέψεις μια στιγμή απροσεξίας από τον φύλακα των πόνων μου.
Ίσως πλαστογραφήσει την Ιστορία μου ένας δειλός, μυθομανής, θρησκόληπτος.
Ίσως στερήσεις στα παιδιά μου καινούριο ρούχο στη γιορτή.
Ίσως με δανεισμένο πρόσωπο τους φίλους μου πλανέψεις.
Ίσως υψώσεις γύρω μου τειχιά… τειχιά… τειχιά…
Ίσως τις μέρες μου καρφώσεις στο σταυρό του εξευτελισμού εχθρέ του ήλιου
αλλά δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου θ’ αντιστέκομαι!
Εχθρέ του ήλιου
στο λιμάνι στολίσματα, χαιρετισμοί, φωνές χαράς και αχολόι
και τα πολεμικά τραγούδια μας φλογίζουν τα λαρύγγια
κι ένα πανί μες στον ορίζοντα που προκαλεί τον άνεμο
και τη φουρτούνα
και ξεπερνάει τον κίνδυνο
είναι του Οδυσσέα που επιστρέφει
απ’ του χαμού τη θάλασσα
επιστροφή του ήλιου, του ξενιτεμένου και
όρκο βάνω στα μάτια τους
δεν παζαρεύω
κι ως τον ύστατο χτύπο της καρδιάς μου
θ’ αντιστέκομαι… θ’ αντιστέκομαι… θ’ αντιστέκομαι!!!

Σαμίχ Κάσεμ

πηγή:parallhlografos.wordpress.com

Ένα εξαιρετικό ποίημα του Παλαιστίνιου ποιητήSamich al kaasem που είχα την τιμή να το απαγγείλω η ίδια, στην εκδήλωση των Παλαιστινίων για την 17η Απρίλη, μέρα για τα δικαιώματα των φυλακισμένων Παλαιστινίων στις Ισραηλινές φυλακές.
Δεν τον γνωρίζω μα κι ακόμα αν δεν ήξερα πως είναι Παλαιστίνιος,ακόμα και αν το
 διάβαζα ανυπόγραφο αυτό του το ποίημα θα έλεγα πως θα μπορούσα να το γράψω εγώ..εσύ, ο καθένας..
Ο καθένας που αγαπά και πεθαίνει για την Πατρίδα του.
 Ελένη Μέη Ασημακοπούλου

"21ος αιώνας μ.χ" , Μαρίνα Χατζηκυριάκου

πηγή εικόνας debunkingatheists.blogspot.gr
"21ος αιώνας μ.χ"

Έβρεξε
και μετά πεθάνανε καμπόσοι
Ύστερα, βγήκε ένας μπροστά και είπε:

Είναι καλύτερα να κάθεσαι σε τραπέζι φαγητού. Έτσι χωμένος τόσα χρόνια στην πολυθρόνα μου, έχασα πέντε εκατοστά θέας από το χώμα

Ένας άλλος που είχε περάσει τη ζωή του τρώγοντας τον άκουσε, κι ένιωσε κάπως πιο σπουδαίος κι ευθύς τεντώθηκε καλύτερα, καθήμενος -ως συνήθιζε – στο πλούσιο τραπέζι
Τέντωσε τον κορμό του, να φανεί.

Αυτός ήτανε που έγινε αργότερα μπροστάρης στους πολυθρονιασμένους..

Έριξε μια ματιά στην θέα ... λίγο πιο πέρα, σκελετωμένα παιδιά μπουσουλώντας στο χώμα
έψαχναν μην κάτι βρώσιμο φανεί, κι ο ουρανός τα έβρεχε και ο χορτάτος έριχνε.

Όλα μαζί έτρεχαν τα παιδιά, σαν τα πουλιά τσιμπολογούν τις ρόγες και σαν στύλωσαν λίγο το κορμάκι τους, του φίλησαν το χέρι Σαν Θεού.

Κι αυτός απ τη χαρά του υποσχέθηκε πως θα τους δίνει τ αποφάγια Κάθε Μέρα
Έτσι ο καθήμενος στο τραπέζι Θεοποιήθηκε στα μάτια των παιδιών, και από τους διανοητές της πολυθρόνας ιδεολογικά μα και πνευματικά με ένδυμα περισπούδαστο καλύφθηκε

Έτσι, μοιράστηκε άλλος ένας Αιώνας στη Γη
και έμεινε για άλλα εκατό και πλέον χρόνια
και η πίτα ολόκληρη
και ο σκύλος χορτάτος


μαρίνα χ. 14/3/2015

"το τραγούδι της θάλασσας" Τάσος Ορφανίδης

επιλογή της εικόνας από Πασχαλία Λαλίδου

"το τραγούδι της θάλασσας"

το τραγούδι της θάλασσας, 
άλλοτε γινότανε χαρά και άλλοτε μοιρολόι,
είδαν πολλά τα μάτια της και λίγες οι χαρές της,
στην αγκαλιά της βολοδέρναν ταξιδευτές,
την ανάγκη τους να βρούνε

και το τραγούδι τους, ύμνο στερνό θέλησαν να  πούνε.


<αφιερωμένο σε όλους τους ξενιτεμένους-ταξιδευτές>




Όνειρα γλυκά,Τάσος Ορφανίδης

εικαστική δημιουργία, της Παρασκευής Κηπουρίδου
"Όνειρα γλυκά"

Τα μάτια σου μου θυμίζουν Ανατολή, είναι η δική μου φυλακή.
Παίζουν, κοιτούν λοξά, κοιτούν γλυκά, σαν κάτι να μου λένε.
Δεν τα ‘φερε η μοίρα να σε ταξιδέψω στα μέρη αυτά,
σ’ είχα μαζί μου όπου κι αν πήγα,στην δική μου  ερημιά .


Ήταν πολλοί που φόραγαν αλυσίδες, κάθε μια σφιχτά δεμένη
Είχα σφυρί είχα αμόνι μου έλειψε η δύναμη,
δεν είχα πιει ακόμη, απ’εκείνο το πιοτί το μπρούσκο,
που ‘χα στο παλιό καδί,στο υπόγειο χρόνια να μένει.

Όταν αφήναμε τα μυστικά μας να δέσουν  στο παλιό κρασί,
εμείς τα σιγοκαίγαμε τσουγκρίζαμε και κλαίγαμε.

Όνειρα γλυκά την μοίρα συνοδεύαμε σε ταξίδια απόμακρα, 
που στην ζωή δεν είδα.
Από εκείνα τα μακρινά που έψαξα αλλά δεν βρήκα .
Γονάτισα στα πόδια σου, έκλαψα γοερά, πόνεσα, λυτρώθηκα, σ’είδα,
στο παραθύρι να ιχνοπατείς και μια γουλιά κρασί ήπια.

Πήρα το χέρι σου, στο στήθος μου τ’ απώθεσα και σου ‘πα καληνύχτα.

Λεξικό Νεοναζιστών , από Ιωακείμ Παπαχρόνη


Γλώσσα: Οι κενώσεις του εντέρου της ψυχής νεοναζιστή που εξέρχονται από την παρά φύση έδρα του στόματος
Δάρσιμο: Μεταφόρτωση –ξυλοφορτώνοντας- της κατάδικής τους τραγικότητας σε κατάδικο του συστήματος αποδιοπομπαίο τράγο
Δράσεις: Το ξαμόλυμα θηρευτών αδύναμων ψυχών που, διεγερμένοι από τις φερορμόνες του φόβου των θηραμάτων τους, ακολουθώντας την τυφλή δίψα του ενστίκτου τους για αίμα, ξεσπούνε στα πρώτα αδύναμα φοβισμένα ζωάκια που τυχαίνουν στο διάβα τους
Επιδημιολογία: Νόσος ψυχοκοινωνική, ανάλογη αυτής των τρελών αγελάδων , που αποδίδεται στην τάση των συστηματικών εκτροφέων να ταΐζουν τα θηριώδη ένστικτα με υπολείμματα ζωών και αιματάλευρα συνανθρώπων. Εξαπλώνεται με ταχείς ρυθμούς όσο δεν αντιμετωπίζεται με αναγκαστικό περιορισμό και απαγόρευση μετακίνησης των φορέων της. Ομάδες Υψηλού κινδύνου, τα ανθρωποειδή με κρυφογουρουνοειδη παμφάγα ένστικτα
Επιχειρηματολογία: Τα «κρακ» δοντιών που συντρίβονται, κλειδώσεων που σπάνε κάτω από το βάρος της σφαιρικής -σε σχήμα γροθιάς- προσέγγισης από νεοναζί διανοούμενο.
Καθαρότητα φυλής: Προσέγγιση των φαινοτυπικών ζωοτεχνικών στάνταρ της φυλής, ήτοι κοντό τρίχωμα, παχύ δέρμα και αναπτυγμένες μυϊκές μάζες
Κινητικότητα: Το βουητό από την κυκλοφορία νεοναζιστικών μυγών γύρω από τις σωρούς πολιτικών περιττωμάτων
Κρυφονεοναζιστής: Φορέας νεοναζιστικού ερπητοιού που παραμένει σε λανθάνουσα κατάσταση και εκδηλώνεται σε συνθήκες κοινωνικής ανοσοανεπάρκειας με ποικίλη παθολογία: Από ρατσιστικές άφθες στα χείλη έως μίσος προς τους αδύναμους σε μορφή έρπη ζωστήρα ψυχής καθώς και ερπητική εγκεφαλίτιδα με συμπτώματα απώλεια ανθρωπιάς, επιθετική τάση και παρανοϊκή ψύχωση με δεσπόζουσα τη μανία καταδίωξης και την αίσθηση διαρκούς απειλής
Μυαλό: Η απλή συστοιχία τουαλετών στο κρανίο νεοναζιστή, με ευδιάκριτες επιγραφές «μετανάστες», «αδύναμοι», «άτομα με ειδικές ανάγκες» στις εισόδους των επιμέρους τμημάτων , που οδηγείται το νοητικό του όργανο προς τη διαδικασία της εκκένωσης των περιττωμάτων σκέψης
Νεοναζί: Τερατογενέσεις από τον κόλπο της κοινωνίας όντων με κεφάλι λερναίας Ύδρας, λαιμό βοδιού και σώμα σκατοσακούλα ψυχής. Το φαινόμενο αποδίδεται στην έκφραση του γονιδίου της ανθρώπινης ψυχικής βαρβαρότητας που εκφυλίστηκε υπό την επίδραση των κοινωνικοπεριβαλλοντικών παραγόντων του άκρατου καπιταλισμού
Ομάδα : Στραβοκάνες ψυχές, μέλη συμμορίας, που εισέρχονται υπό μορφή αγέλης σε σαλούν της άγριας δύσης της κοινωνίας. Το όνομα τους είναι ο «Κανένας»
Ομαδάρχης: Ο καθοδηγητής της προσαρμοσμένης στη σήψη καινοφανούς εκδοχής του ομαδικού κυνηγιού θηραμάτων, έφιππος στη άλογη δύναμη του , που δίνει με τα λόγια του ένα κομμάτι ύφασμα από το ρούχο της χαμένης του ζωής να το μυρίσουν τα σκυλιά του, που αλυχτούν ασυγκράτητα με το ένστικτο του κυνηγού ντοπαρισμένο.
Σβάστικα: Το ακροτελεύτιο σημείο του συστήματος ανεξάλειπτης σφράγισης κρεοπαραγωγών νεοναζιστικών μοσχαριών από τους εκτροφείς τους, με σχήμα λεπίδας μηχανής ολικής αλέσεως
Heil Hitler: Όταν τα χέρια των ονείρων δείχνουν το φεγγάρι, ο νεοναζιστής δείχνει τα δεινά του παρελθόντος στον ορίζοντα
Yπολοίπων, ανοχή: Τα νεοναζιστικά μαχαίρια που μπήγονται στο κόκαλο, για να ελέγξουν το βάθος του λίπους μας

πηγή:βρέθηκε στο προφίλ του Ι.Παπαχρόνη στο f/b