Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Ο άστεγος, Παρασκευή Κηπουρίδου

..."Σκέφτομαι πως αυτά τα τρία συστατικά πρέπει νά 'χει η ζωή: το μεγάλο, το ωραίο και το συγκλονιστικό. Το μεγάλο είναι να βρίσκεσαι μέσα στην πάλη για μια καλύτερη ζωή. Όποιος δεν το κάνει αυτό, σέρνεται πίσω απ' τη ζωή. Το ωραίο είναι κάθε τι που στολίζει τη ζωή. Η μουσική, τα λουλούδια, η ποίηση. Το συγκλονιστικό είναι η αγάπη... Νίκος Μπελογιάννης
Ένα ποίημα που έγραψα συνειδητοποιώντας πως τίποτα δεν είναι δεδομένο σ’ αυτήν τη ζωή.

Ο άστεγος

Μια χειμωνιάτικη νυχτιά, ίδια μ’ όλες τις άλλες,
κι ένα φεγγάρι χλωμό βολτάρει στον ουρανό.
Οι σκοτεινές φιγούρες των δέντρων σειούνται
μια κουκουβάγια κρώζει,(τέμπο ανατριχιαστικό).

Οι γρίλιες στα κλειστά παράθυρα φεγγοβολούν,
στον υγρό δρόμο γραμμές πορτοκαλί χαράζουν.
Απόηχος από κουβέντες ένα με τον αγέρα γίνεται,
σαν σφύριγμα μαζί και σαν ειρωνικό σχόλιο ηχούν.

Οι ένοικοι από ώρα έχουν επιστρέψει στις εστίες,
τη ζεστασιά απολαμβάνουν, πίνοντας ένα κρασί.
Κι ένας διαβάτης,σκυφτός μ’ ένα μπόγο στον ώμο
σέρνει αργά , βαριά τα βήματα σκυφτός στο δρομί.

Ο δυνατός αέρας, σφυρίζει στριγγά, ανατριχιαστικά
κι εκείνος συνεχίζει, κουκουλώνεται και γύρω κοιτά.
Πάει καιρός που είναι μόνος, μονάχος απελπιστικά
με δίχως φίλους και δουλειά, κι έναν μπόγο στο χέρι.

Ναι μόνο μ’ έναν μπόγο, αφού δεν έχει τίποτα πια,
ρακένδυτος και πεινασμένος δες τριγυρίζει σκυφτά,
μ’ ένα πρόσωπο λες και μια μάσκα ωδύνης φορά.
Πεινάει, κρυώνει, τα πόδια δεν τον κρατούν πια.

Πάει καιρός που όλη την πλάση για σπίτι του έχει,
για στέγη το σύμπαν, είτε λιακάδα έχει είτε βρέχει
για φίλους, τα φωτεινά αστέρια τ’ αέρινου ουρανού,
όσο για κρεβάτι μια τρύπια χλαίνη στρώνει παντού.

Ξάφνου βρίσκει μια εσοχή , κάπως προφυλαγμένη,
(τι τύχη σπουδαία) βγάζει μια χιλιοτρύπητη χλαίνη,
κατάχαμα τη στρώνει και γέρνει μπας και κοιμηθεί.
Πεινάει, κρυώνει,μαζεύεται λες σε στάση εμβρυακή.

Σωστή μπάλα το σώμα του κάνει μπας και ζεσταθεί.
Πώς κατάφερε κι έμεινε έτσι επί ξύλου κρεμάμενος;
Στους πέντε δρόμους πώς βρέθηκε έτσι ν’ ακροβατεί;
Ο νους του πίσω γυρίζει σε χρόνια τρισευτυχισμένα..

Χρόνια με φίλους, με σπίτι, μια ζωή καλή, κανονική.
Είχε μια όμορφη δουλειά, χρήματα, κι ένα κορίτσι,
ταξίδια έκανε, ήταν χαρούμενος, με άνεση πολλή
καλοντυμένος, καθαρός, και με ζωή πολύ αξιοπρεπή.

Αχ! ας όψεται το σύστημα κι η κρίση η οικονομική
σιγοψιθύρισε αχνά, με έντονο τρέμουλο στη φωνή.
Τα μάτια σφάλισε σφιχτά και ένα δάκρυ κύλισε,
ενώ πικρό χαμόγελο στα μελανά του χείλη άνθισε.

Τα πιο όμορφα όνειρά του , τα είδε ξεσκισμένα
κουρέλια, βρώμικα, στης ζωής τον κάδο πεταμένα.
Αχ! η μοίρα του η σκληρή εκεί τα πέταξε με απονιά,
χωρίς συναίσθημα, λύπηση ή έστω λίγη ανθρωπιά.

Το χλωμό φεγγάρι συνεχίζει την αέναη πορεία του
αδιαφορώντας τελείως για τα βάσανα του κόσμου
κι ο φτωχός άστεγος ένα μικρό,ανθρώπινο κουρέλι,
βυθισμένος σε σκέψεις μετράει τι είχε και τι θέλει.

Κι ενώ εκείνος πικραμένος όλα αυτά αναλογίζεται
πυκνό χιόνι αρχίζει να πέφτει , απαλό, σαν σεντόνι.
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα στέγες και δρόμους ,
θάμνους, αυλές και πεζοδρόμια κουκουλώνει.

Λίγο αργότερα, η παγωνιά τα μέλη του μουδιάζει,
τον άστεγο της γειτονιάς, τίποτα δεν τον νοιάζει.
Γλυκά ονειρεύεται, πως ανθρώπινα και πάλι ζει
και αθόρυβα, ήρεμα φεύγει απ΄ την άδικη ζωή .

Ευτυχισμένοι όσοι έχουν σπίτι και μια ζεστή γωνιά,
όσοι με λίγη αξιοπρέπεια τον μάταιο κόσμο αφήνουν.
Γλυκοξημέρωσε πια, κάποιος τον βρίσκει στα σκαλιά.
Διαβάτες περνούν βιαστικά, και τι συμβαίνει ρωτούν.

-Τίποτα παιδιά, ένας άστεγος δεν άντεξε την παγωνιά.
Κρίμα, ο δύστυχος ψελλίζουν καθώς τυλίγονται καλά,
κι απομακρύνονται με φούρια, δες η ζωή τους κυνηγά.
(Καθένας έχει τα δικά του κι όχι των άλλων τον νταλκά).

Έπαψε πια το χιόνι κι ένας ήλιος ασθενικός ξεμυτίζει.
Ρίχνει μια βιαστική ματιά στη γη και το ταξίδι συνεχίζει.
Μα το χαμόγελο αυτό μέσα στο κρύο, σκέτη πλάνη,
ανίκανο νομίζω θα σταθεί κρύες καρδιές να ζεστάνει.


Παρασκευή Αδαμίδου Κηπουρίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου