Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

"Το συννεφόσπιτο" Παρασκευή Κηπουρίδου

εικαστική δημιουργία Παρασκευής Κηπουρίδου
"Το συννεφόσπιτο"

Μια φορά κι έναν καιρό, ψηλά, πολύ ψηλά, στον ουρανό, υπήρχε ένα πανέμορφο συννεφόσπιτο. Ήταν ολόκληρο φτιαγμένο από ανάλαφρα, πουπουλένια σύννεφα. Η στέγη με τους δύο ψηλούς πύργους, οι τοίχοι, τα παράθυρα, οι πόρτες, τα έπιπλα, όλα ήταν φτιαγμένα από σύννεφα.
Από κόκκινα σύννεφα η στέγη, από ροζ οι τοίχοι, από σιέλ τα παράθυρα, οι πόρτες και τα έπιπλα από μωβ και τα τζάμια από διάφανα σύννεφα. Από απαλά σύννεφα ήταν φτιαγμένα τα κρεβάτια, τα στρώματα, τα σεντόνια, τα παπλώματα, οι κουβέρτες και τα χαλιά. Με λίγα λόγια όλα ήταν φτιαγμένα από σύννεφα.
Σ’ αυτό λοιπόν, το υπέροχο, απαλό συννεφόσπιτο ζούσε μια συννεφοοικογένεια. Η μαμά Συννεφένια, ο μπαμπάς Συννεφένιος και τα δυο τους παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Το κορίτσι το έλεγαν Φούλα συννεφούλα και το αγόρι Άκη συννεφάκι.
Η Φούλα και ο Άκης ζούσαν πολύ ευτυχισμένα στο συννεφόσπιτό τους. Κάθε πρωί έβγαιναν στην αυλή με τα ψηλά και πυκνόφυλλα συννεφόδεντρα και τα ευωδιαστά συννεφολούλουδα κι έπαιζαν με τις ώρες. Έπαιζαν κρυφτό, κυνηγητό, μήλα με μια χρωματιστή συννεφόμπαλα που τους είχε φέρει δώρο ο μπαμπάς από ένα ταξίδι του, κι ένα σωρό άλλα παιχνίδια. Η αυλή του συννεφόσπιτου αντηχούσε από τις χαρούμενες φωνές και τα ξεφωνητά τους.
Όταν μεγάλωσαν αρκετά, η μαμά και ο μπαμπάς τους ανακοίνωσαν πως είχε φτάσει η πια η ώρα να φύγουν από το σπίτι για το μεγάλο ταξίδι που ήταν προορισμένοι να κάνουν.
Ήταν χειμώνας κι έκανε αρκετό κρύο. Φόρεσαν, λοιπόν, τα πουπουλένια πανωφόρια τους, αποχαιρέτησαν τους γονείς τους και ξεκίνησαν για το μεγάλο ταξίδι, χαρούμενοι και έτοιμοι για περιπέτειες. Πιάστηκαν χέρι – χέρι κι άρχισαν να βαδίζουν κουβεντιάζοντας ζωηρά, στη στράτα του ουρανού.
Μετά από μερικές μέρες, ένιωσαν το σώμα τους να βαραίνει κι όλο να βαραίνει, ώσπου δεν μπορούσαν πια να συγκρατήσουν το νεράκι που μάζεψαν μέσα τους. Περνώντας λοιπόν πάνω από ένα χωριουδάκι άφησαν το φορτίο τους να πέσει στη γη.
Στην αρχή έπεφταν χοντρές σταγόνες βροχής, όμως έκανε τόσο πολύ κρύο που οι σταγόνες έγιναν χιονονιφάδες και χορεύοντας έναν τρελό χορό άρχισαν να σκεπάζουν τη γη μ’ ένα κατάλευκο σεντόνι.
Ο Άκης και η Φούλα παρακολουθούσαν με γουρλωμένα μάτια το παράξενο θέαμα. Κι όσο το χιόνι σκέπαζε τα πάντα στη γη ,ένα ξέφρενο πανηγύρι απλώθηκε στο χωριό.
Παιδιά με σκουφάκια, γάντια και κασκόλ, ντυμένα με ζεστά πανωφόρια, ξεχύθηκαν στις αυλές κι άρχισαν να κάνουν αστεία ανθρωπάκια από χιόνι. Ανθρωπάκια με πορτοκαλί μύτες, μαύρα ματάκια, κόκκινο στόμα και κάτι παράξενα χέρια από κλαδιά δέντρων. Μερικά μάλιστα από αυτά τα λευκά ανθρωπάκια κρατούσαν από μια σκούπα για να σαρώνουν το κατάλευκο χιόνι. Κι ενώ είχαν απορροφηθεί από το παράξενο θέαμα τα δυο συννεφάκια, μίκρυναν, μίκρυναν μέχρι που έγιναν απαλό, κατάλευκο χιόνι κι έπεσαν στη γη.
Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ένας λαμπρός ήλιος ξεπρόβαλλε, σκορπίζοντας χαμόγελα στην πλάση. Οι ζεστές του ακτίνες έκαναν το χιόνι να λιώσει, τους χιονανθρώπους να μικραίνουν μέχρι να εξαφανιστούν κι έδωσαν στη φύση τα γνωστά της χρώματα.
Τα δέντρα και το γρασίδι ξανάγιναν πράσινα οι στέγες κόκκινες κι ο ουρανός πήρε το γαλάζιο φωτεινό του χρώμα. Το χιόνι έγινε νερό και κύλησε, έγινε ρυάκια που χύθηκαν σε ποτάμια, λίμνες, θάλασσες, υπόγειες δεξαμενές, βάλτους και πηγάδια.
Η Φούλα και ο Άκης έγιναν κι αυτοί σταγόνες νερού και κύλησαν σε μια μεγάλη καταγάλανη λίμνη ανάμεσα σε κάτι ψηλά , καταπράσινα βουνά. Εκεί έπαιζαν τρελά παιχνίδια, με τα μικρά ψαράκια που ζούσαν στα νερά της όμορφης λιμνούλας.
Έμειναν εκεί μέχρι που οι καυτές ακτίνες του ήλιου τους ζέσταναν και τους έκαναν υδρατμούς. Ένιωσαν τόσο όμορφα, τόσο ανάλαφροι, που άρχισαν ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαίνουν σ’ έναν καταγάλανο ουρανό γεμάτο διάφανους υδρατμούς.
Σιγά – σιγά άρχισαν να παίρνουν τη μορφή που είχαν όταν ζούσαν στο αγαπημένο του συννεφόσπιτο. Ξανάγιναν η Φούλα και ο Άκης. Αγκαλιάστηκαν χαρούμενα και πήραν το δρόμο της επιστροφής.
Ταξίδεψαν, ταξίδεψαν μέρες και νύχτες πολλές, ώσπου ένα πρωί είδαν από μακριά το λατρεμένο τους σπίτι. Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο πολύ χάρηκαν τα δυο μας συννεφάκια.
- Ουφ! Επιτέλους πίσω στο σπίτι, είπε ολόχαρη η Φούλα.
- Δε λες τίποτα, είπε ο Άκης. Δε μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ το έχω επιθυμήσει!
- Μαμά, γυρίσαμε, φώναξαν και τα δύο με λαχτάρα.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εμφανίστηκε στην πόρτα του συννεφόσπιτου, χαμογελαστή η κυρία Συννεφένια και λίγο πιο πίσω ο κύριος Συννεφένιος.
- Καλώς τα, τα παιδάκια μου , καλώς τα. Θα είστε σίγουρα κουρασμένα. Ελάτε μέσα να φάτε και να ξεκουραστείτε. Θέλω να μας πείτε όλες τις λεπτομέρειες από το ταξίδι σας. Είμαστε περίεργοι να μάθουμε πώς σας φάνηκε.
Η Φούλα και ο Άκης κούρνιασαν στην απαλή της αγκαλιά, που τόσο είχαν επιθυμήσει, αγκάλιασαν τον μπαμπά τους και διηγήθηκαν με κάθε λεπτομέρεια όλες τις περιπέτειες του ταξιδιού της.
Κι όταν τελείωσαν την περιγραφή του ταξιδιού, η μαμά και ο μπαμπάς τους εξήγησαν, πως θα ξανάκαναν πολλές φορές αυτό το ταξίδι, που δεν ήταν τίποτε άλλο από τον ασταμάτητο κύκλο που κάνει το νερό, χαρίζοντας ζωή σ’ όλα τα πλάσματα της γης.

Τα παιδιά κατάλαβαν τότε πόσο σημαντικό ήταν το ταξίδι τους και δεν έβλεπαν την ώρα να το ξανακάνουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου