Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

ΡΟΥΛΗΣ Ο ΚΑΓΚΟΥΡΟΥΛΗΣ, Παρασκευή Κηπουρίδου

tovima .gr
ΡΟΥΛΗΣ Ο ΚΑΓΚΟΥΡΟΥΛΗΣ

Μακριά , πολύ μακριά, στην άλλη άκρη του κόσμου, σε μια ήπειρο που λέγεται Αυστραλία, ζούσε με τους γονείς του ένα μικρό χαριτωμένο καγκουρώ, ο Ρούλης ο Καγκουρούλης. Ήταν πολύ όμορφος και έξυπνος και τον αγαπούσαν όλοι. Στο σχολείο που πήγαινε, είχε πολλούς και καλούς φίλους και μετά το διάβασμα έπαιζαν διάφορα παιχνίδια κι έκαναν ένα σωρό σκανταλιές. Η καλύτερή τους διασκέδαση ήταν να παραβγαίνουν στο άλμα , γιατί καθώς ξέρετε τα καγκουρώ κάνουν τα μεγαλύτερα άλματα από όλα τα ζώα.
Ήταν ένα πολύ ευτυχισμένο καγκουρώ, ο Ρούλης, γιατί είχε όλα όσα θα μπορούσε να επιθυμήσει κάθε παιδί. Είχε γύρω του φίλους, συγγενείς, παππούδες, γιαγιές, γονείς που τον υπεραγαπούσαν. Ο μπαμπάς είχε μια πολύ καλή δουλειά και δεν τους έλειπε τίποτε. Όλα αυτά πριν τον απολύσουν από τη δουλειά.
Μια μέρα ο μπαμπάς επέστρεψε στο σπίτι πολύ στενοχωρημένος. Αρκετές μέρες έφευγε χαράματα κι έψαχνε για δουλειά μέχρι το βράδυ. Όσο κι αν προσπάθησε όμως δεν κατάφερε τίποτε. Μετά από πολύ συζήτηση με τη μαμά, αποφάσισε να πάρει την οικογένειά του και να ξενιτευτεί.
Ετοιμάστηκαν λοιπόν, χαιρέτησαν φίλους και συγγενείς, επιβιβάστηκαν σ’ ένα μεγάλο πλοίο και ξεκίνησαν για το άγνωστο. Ο Ρούλης ήταν πολύ στενοχωρημένος. Τα μάτια του ήταν βουρκωμένα και έκλαψε αρκετές φορές, κρυφά από τους γονείς του, για να μην τους στενοχωρήσει.
Μετά από ένα μακρινό ταξίδι, που κράτησε πολλές μέρες έφτασαν σ’ ένα άγνωστο μέρος. Ήταν ένα μεγάλο πυκνοκατοικημένο δάσος όπου προσέλαβαν το μπαμπά του Ρούλη ως Δασοφύλακα. Νοίκιασαν ένα σπίτι , τακτοποιήθηκαν και την επόμενη μέρα η μαμά πήρε από το χέρι τον Ρούλη και τον πήγε στο σχολείο. Τακτοποίησε την εγγραφή του, τον άφησε στην τάξη του κι έφυγε για το σπίτι.
Μόλις μπήκε στην τάξη ο Ρούλης όλα τα παιδιά τον κοίταζαν περίεργα και ψιθύριζαν μεταξύ τους αλλά εκείνος δεν καταλάβαινε τι έλεγαν.
• Ποιος είναι αυτός που ήρθε στην τάξη μας; Ρώτησε ένας σκαντζόχοιρος.
• Πρώτη φορά τον βλέπω, απάντησε μια χελώνα.
• Παράξενος δεν είναι; Είπε ένας ασβός.
• Δεν τον θέλω για συμμαθητή μας. Είπε η νυφίτσα.
• Εμένα δε μου φαίνεται κακός, είπε μια αλεπουδίτσα, η Φουντωτή. Αντίθετα μου φαίνεται αρκετά συμπαθής.
Αυτά και άλλα πολλά ειπώθηκαν από τα άλλα ζωάκια, αλλά ο Ρούλης δεν καταλάβαινε λέξη. Από τις εκφράσεις όμως κατάλαβε, ότι δεν ήταν και το καλύτερό τους που ήρθε στην τάξη τους. Βλέποντας τις αντιδράσεις τους ένιωσε πολύ άσχημα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά κι αισθάνθηκε την ανάγκη να το βάλει στα πόδια.
-Γιατί με κοιτάζουν έτσι; Αναρωτιόταν μέσα του. Τόσο παράξενος τους φαίνομαι;
Η δασκάλα τους η κυρία κουκουβάγια τον υποδέχθηκε μ’ ένα μεγάλο χαμόγελο και κάτι είπε γι’ αυτόν στα παιδιά ,αλλά δυστυχώς τα βλέμματά τους δεν γλύκαναν καθώς τον κοιτούσαν.
Όταν βγήκαν διάλειμμα ήταν ολομόναχος, ενώ τα άλλα ζωάκια είχαν τις παρέες τους, κουβέντιαζαν ξέγνοιαστα και γελούσαν. Πόσο άσχημα αισθανόταν. Το μυαλό του ταξίδευε στο δικό του σχολείο, στους φίλους που είχε χάσει, στη δασκάλα, που τον αγαπούσε , αλλά και στους συγγενείς, που τώρα ήταν τόσο μακριά και του έλειπαν αφάνταστα. Τα μάτια του βούρκωσαν, και χοντρά δάκρυα κύλησαν στο πρόσωπό του. Εκείνη τη στιγμή τον πλησίασε η Φουντωτή και κάτι του είπε αλλά ο Ρούλης δυστυχώς δεν κατάλαβε ούτε μια λέξη. Μετά απ’ αυτό η Φουντωτή ξαναγύρισε στην παρέα της.
Όταν τελείωσε το μάθημα έφυγε βιαστικά. Η μαμά του τον περίμενε έξω.
• Πώς τα πέρασε σήμερα το μωράκι μου; Ρώτησε.
Τότε ο Ρούλης έπεσε με λυγμούς στην αγκαλιά της και της είπε κλαίγοντας γοερά.
• Μαμά δεν θέλω να ξαναπάω στο σχολείο. Δεν μου αρέσει καθόλου. Θέλω να γυρίσω πίσω και να πάω στο δικό μου σχολείο. Μου λείπουν πολύ οι φίλοι μου και οι συγγενείς. Αν μ’ αγαπάς πες στον πατέρα να γυρίσουμε πίσω.
• Έλα τώρα ησύχασε σε παρακαλώ, είπε η μητέρα. Κάνε λίγη υπομονή και όλα θα τακτοποιηθούν με τον καιρό. Να δεις που κι εδώ θα κάνεις φίλους και θα περνάς πολύ όμορφα.
• Τίποτα δεν θα φτιάξει μαμά. Δεν μπορώ να μιλήσω στη γλώσσα τους, ούτε να κουβεντιάσω μαζί τους και η μοναξιά δε μ’ αρέσει καθόλου. Άσε που στις εκφράσεις τους καθρεφτίζεται όλη η αντιπάθεια που νιώθουν για μένα.
• Αγόρι μου νομίζω ότι κάνεις λάθος. Περίμενε να σε γνωρίσουν πρώτα και όλοι θα σε συμπαθήσουν. Είσαι τόσο καλό παιδί και είμαι σίγουρη γι αυτό που σου λέω.
Την άλλη μέρα πάλι με κλάματα πήγε ο Ρούλης στο σχολείο. Πρώτη και καλύτερη τον πλησίασε η Φουντωτή. Τον χαιρέτησε και του είπε πόσο συμπαθητικός της είναι. Ο Ρούλης δεν κατάλαβε και πολλά, αλλά το χαμόγελό της του έδωσε λίγο κουράγιο.
Στο μάθημα της Γυμναστικής, ο Ρούλης έκανε τόσο μεγάλα άλματα που άφησε άφωνους και τους συμμαθητές αλλά και την κυρία κουκουβάγια.
• Μπράβο Ρούλη. Πρώτη φορά βλέπω να κάνει κάποιος τέτοια άλματα. Συγχαρητήρια παιδί μου. Αν και είσαι καινούριος ,νομίζω ότι μπορείς να προετοιμαστείς για να πάρεις μέρος στους αγώνες του σχολείου μας, που θα γίνουν μετά από λίγο καιρό.
Μετά το μάθημα μαζεύτηκαν γύρω του όλα τα ζωάκια και του έδιναν συγχαρητήρια. Η Φουντωτή τους παρακινούσε να τον πλησιάσουν λέγοντας πόσο αξιόλογος φαίνεται και πόσο καλός αθλητής είναι. Δεν πέρασαν πολλές μέρες και ο Ρούλης έγινε πολύ δημοφιλής και αγαπητός σ΄ ολόκληρο το σχολείο. Όλα τα παιδιά ήθελαν να τον γνωρίσουν και προσπαθούσαν να τον μιμηθούν. Περπατούσαν με όσο πιο μεγάλα βήματα μπορούσαν αλλά όπως ήταν φυσικό κανείς δεν μπορούσε να κάνει αυτό που έκανε ο Ρούλης.
Αυτό τους διασκέδαζε πολύ και θαύμαζαν όλοι το Ρούλη τον Καγκουρούλη γιατί ήταν ο καλύτερος στη γυμναστική. Μέσα σε λίγο καιρό, άρχισε να μαθαίνει τη γλώσσα κι έγινε ο καλύτερος μαθητής στο σχολείο. Έτσι η κυρία Κουκουβάγια αποφάσισε να του δώσει τη σημαία στην μεγάλη παρέλαση του δάσους.
Αυτό όμως ενόχλησε πάρα πολύ τους γονείς των άλλων ζώων που διαμαρτυρήθηκαν έντονα στην κυρία Κουκουβάγια.
• Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό κυρία Κουκουβάγια. Είναι απαράδεκτο. Δεν ανεχόμαστε να είναι στο ίδιο σχολείο με τα παιδιά μας ο ξένος. Πολύ περισσότερο δεν ανεχόμαστε να κρατήσει τη σημαία του σχολείου. Να φτιάξει το κράτος χωριστά σχολεία για τους αλλοδαπούς γιατί εμποδίζουν τη μόρφωση των δικών μας παιδιών.
• Να κλείσουν τα σύνορα του δάσους και να μην επιτρέπεται σε κανέναν ξένο να έρχεται και να θρονιάζεται εδώ.
• Ξέφραγο αμπέλι κατάντησε πια το δάσος και νιώθουμε ανασφαλείς. Στραβοί, κουτσοί όλοι εδώ μαζεύονται. Είναι διαφορετικοί και μας ενοχλεί η παρουσία τους.
Η κυρία Κουκουβάγια θύμωσε πάρα πολύ με όλα αυτά που άκουγε. Τα πούπουλά της είχαν σηκωθεί όρθια. Στο τέλος ξέσπασε με οργή.
Μια στιγμή σας παρακαλώ. Κατάλαβα καλά ή μήπως με γελούν τα’ αυτιά μου. Θέλετε να πείτε πως μόνο τα δικά σας παιδιά έχουν το δικαίωμα της μόρφωσης; Όποιος είναι διαφορετικός νομίζετε πως δεν έχει τα ίδια δικαιώματα με τους άλλους;
• Εμείς λέμε πως είναι αταίριαστος εδώ, γιατί έχει διαφορετική καταγωγή, διαφορετικά ήθη και έθιμα από τα παιδιά μας και δεν έχει καμιά δουλειά στο σχολείο τους. Επομένως ή ο Ρούλης θα φύγει από το σχολείο ή τα παιδιά μας δεν πρόκειται να ξανάρθουν. Αφήστε που είναι επικίνδυνο να τον συναναστρέφονται. Κάνει μεγάλα άλματα και κινδυνεύουν να χτυπήσουν, προσπαθώντας να τον μιμηθούν.
• Είναι κακό παράδειγμα και πρέπει να φύγει.
• Να φύγει, να φύγει, φώναξαν όλοι μαζί οι γονείς .
• Αγαπητοί μου όλα τα παιδιά της γης έχουν το δικαίωμα να κάνουν όνειρα για τη ζωή τους. Κανένας δεν μπορεί να τους στερήσει λοιπόν τα δικαιώματα αυτά. Όσο για την δεύτερη πατρίδα , πρέπει να τους προσφέρει ίσες ευκαιρίες με τα δικά της παιδιά.
Οι γονείς όμως ήταν αμετάπειστοι. Χειρονομούσαν και φώναζαν απειλώντας να πάρουν τα παιδιά τους απ’ το σχολείο και να μην τα ξαναφέρουν.
Η κυρία Κουκουβάγια κόντευε να σκάσει από το κακό της. Εκνευρισμένη έβαζε κι έβγαζε χωρίς λόγο τα γυαλιά της και μάταια προσπαθούσε να τους αλλάξει γνώμη.
Κι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά τα παιδιά αποφάσισαν να στείλουν μια ομάδα να μιλήσει στους γονείς μήπως και καταφέρουν να τους μεταπείσουν.
• Αγαπητοί μας γονείς, νομίζουμε ότι είστε πολύ άδικοι με τον Ρούλη. Για μας δεν έχει σημασία που είναι αλλοδαπός. Σημασία έχει ότι είναι πολύ καλός, ευγενικός, καλός αθλητής και είναι τιμή μας που ήρθε στο σχολείο μας και έγινε φίλος μας. Είναι χρέος μας να τον δεχτούμε με αγάπη και με φιλόξενα αισθήματα γιατί το αξίζει πραγματικά. Για μας δεν είναι ξένος, αλλά φίλος καλός και αγαπητός. Αυτός μαθαίνει από μας, αλλά κι εμείς μαθαίνουμε απ’ αυτόν για την πατρίδα του, για τα ήθη και έθιμά του, για τις εμπειρίες του. Γι’ αυτό τονίζουμε πως αν φύγει ο Ρούλης από το σχολείο μας θα φύγουμε κι εμείς. Σκεφτείτε λοιπόν και πείτε μας τι αποφασίσατε. Σας δίνουμε δυο μέρες προθεσμία να το σκεφτείτε.
Μετά από αυτό τα παιδιά αποφάσισαν να κάνουν σιωπηρή διαμαρτυρία. Βγήκαν όλα στο προαύλιο, καθίσανε κάτω και δεν έβγαζαν κουβέντα. Έμειναν εκεί μέχρι το βράδυ.
Βλέποντας οι γονείς όλα αυτά μετά από σκέψη και συζήτηση αποφάσισαν να υποχωρήσουν. Όταν το ανακοίνωσαν στην κυρία Κουκουβάγια δεν έκρυψε τη μεγάλη της χαρά.
• Συγχαρητήρια για την απόφαση που πήρατε. Δεν σας κρύβω ότι χαίρομαι πάρα πολύ γι αυτό.
Όταν η κυρία Κουκουβάγια ανακοίνωσε τα νέα στα παιδιά , άρχισαν να ζητωκραυγάζουν δυνατά και ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και φώναζαν δυνατά.
• Όλα τα παιδιά του κόσμου έχουν ίδια δικαιώματα και αξίζουν ίδιες ευκαιρίες.
• Όλα τα παιδιά του κόσμου δικαιούνται μόρφωση.
• Όλα τα παιδιά της γης δικαιούνται να έχουν πρόσβαση στην υγεία.
• Όλα τα παιδιά δικαιούνται νερό και τροφή.
• Όλα τα παιδιά της γης δικαιούνται καλές συνθήκες διαβίωσης.
• Όλα τα παιδιά της γης πρέπει να παίζουν κι όχι να εργάζονται στην τρυφερή ηλικία.
• Η φιλία δεν εξαρτάται από την καταγωγή, ούτε από το χρώμα.
• Έξω ο ρατσισμός και η ξενοφοβία.
Τότε η κυρία Κουκουβάγια τους πλησίασε και τους είπε:
• Μπράβο παιδιά μου είμαι πολύ περήφανη για σας. Καιρός είναι όμως να επιστρέψετε στο σπίτι. Αρκετά κουραστήκατε σήμερα.

Από εκείνη τη μέρα ο Ρούλης ξυπνούσε πρωί –πρωί, ετοιμαζόταν, έπαιρνε την τσάντα του κι έφευγε χαρούμενος για το σχολείο του. Όσο για την χώρα που τον φιλοξενούσε, την έβλεπε πια σαν δεύτερη πατρίδα του και μάλιστα πολύ αγαπημένη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου