Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

μικρές ιστορίες, της Ελένης Σκάβδη


Είχε πανσέληνο προψές... 
Φώτιζε η πλάση, έβλεπα το αντιφέγγισμα κι αναρωτιόμουν τι κρύβουν πίσω τους τα φωτισμένα παραθυράκια των σπιτιών μακριά... 
Άφησα πίσω τη βουή, την κλαγγή, το βόρβορο, τα έκλεισα μέσα στο σπίτι που μοσχοβολούσε σιδερωμένα ασπρόρουχα. Ήθελα κάτι να γράψω, αλλά δεν ήξερα τι! Έβαλα ένα σάλι στους ώμους, από μέσα μακό ξωπλατάκι, άρπαξα τα Καρέλια κι ένα τσακμάκι και βγήκα στο δρόμο. Ήταν βαθιά νύχτα, φοβόμουν και κάπνιζα, σκιαζόμουν τις σκιές, τα αδέσποτα που δεν με γνωρίζουν, φοβόμουν και για τους απελπισμένους... 
Δεν μπορώ κανέναν να δικάσω. Ούτε μπορώ να ησυχάσω... 
Περπάτησα δυο φούρλες γύρω απ’ την αυλή, κάτι γατιά ξεσκίζονταν, τα σκυλιά τα μάλωναν χοροπηδητά, τι στο καλό έλεγαν αναμεταξύ τους κι ήταν τόσο ανατριχιαστική η εικόνα τους; Είναι ένας απελπισμένος γάτος, κατάμαυρος, που έρχεται τα βράδια και κυνηγάει τα μικρά μου. Αυτά φοβούνται, τρέχουν και φωνάζουν, τα τσακώνει ο άγριος, τα δαγκώνει, τα ματώνει στ’ αυτιά, τα σουρουμαδάει... 
Τότε παρεμβαίνουν τα σκυλιά, τρέχουν πάνω κάτω πίσω απ’ το φράκτη, σημαίνουν συναγερμό, βγαίνουμε εμείς, κυνηγάμε τον ξένο, τον απελπισμένο, τον κακιασμένο γάτο, που έρχεται από μακριά, κανείς δεν ενδιαφέρεται από που, κανείς από τους γείτονες δεν τον ξέρει... 
Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί μέχρι που θα φτάσει η απελπισία του... 
Πριν μερικά χρόνια ένας ομοειδής, κατασπάραξε, έκανε κομματάκια τα τέσσερα γατάκια, τριών μερών βρέφη της λεχώνας γατούλας μου. Ήταν μέρα μεσημέρι, είχαμε βγει στην αγορά, κι όταν γυρίσαμε τα βρήκαμε κομμάτια μπροστά στην πόρτα, με τη μάνα να τα κλαίει και να τα γλύφει να πάνε καθαρά και παστρεμένα στον άλλο κόσμο. Τα μαζέψαμε, τα θάψαμε στην αυλή, κανακέψαμε τη μάννα... αρχίσαμε να ψάχνουμε για τον θύτη. Τον υποψιαστήκαμε, όταν είδαμε τη χαροκαμένη να αγριεύει στη θωριά του... 
Δεν του επιτίθονταν, δεν τον κυνηγούσε. Έβγαζε μόνο για παρατεταμένη στριγκλιά κάθε φορά που πλησίαζε να φάει κάτι από το κοινό πιάτο των γατιών... 
Ένα μήνα μετά τον βρήκαμε κι εκείνο τυμπανισμένο στην άκρη της αυλής, έμοιαζε να έχει φαρμακωθεί από τίποτε ποντικοφάρμακα, από αυτά που βάζουν όλοι τριγύρω στα θερμοκήπια για τους αρουραίους... 
Τον μαζέψαμε κι εκείνον, τον θάψαμε βαθειά στο χώμα, βάλαμε και πέτρες από πάνω μη τον ξεθάψουν τίποτε τρωκτικά... 
Μας έμεινε μια γεύση χολής στη γλώσσα από εκείνη την ιστορία. Ύστερα κάποιος που ξέρει απ’ αυτά μας είπε πως τα σερνικά γατιά, διεκδικούν λυσσαλέα ταίρι, κι άμα δε βρουν σκοτώνουν τη σπορά της διεκδικούμενης... 
Ποιος ξέρει... 
Από τότε προσέχουμε τα μωρά...και τις μάνες! Και στους απελπισμένους γάτους τους ξέμπαρκους ρίχνουμε φαγάκι και κανένα χάδι κάπου-κάπου, κι ας μας αγριεύουν...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου