Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

"Ουρανία και Δρόσος",Παρασκευή Κηπουρίδου


"Ουρανία και Δρόσος"


Μια φορά κι έναν καιρό σ’ έναν μακρινό, παραμυθένιο τόπο, υπήρχε ένας όμορφος, καταπράσινος κήπος.
Εκείνη την Άνοιξη έμοιαζε με μικρό επίγειο Παράδεισο. Τα δέντρα καμάρωναν μπουμπουκιασμένα και τα πουλιά φτερούγιζαν στα κλαδιά των δέντρων, σκορπώντας γύρω χαρούμενες νότες.
Ο κήπος ήταν γεμάτος ζωή. Η αναγέννηση της φύσης σε όλο της το μεγαλείο. Τριανταφυλλιές, ζουμπούλια και κυκλάμινα, ύψωναν το ανάστημά τους στον καταγάλανο ουρανό, και άνοιγαν βιαστικά τα πέταλα προκειμένου να λουστούν στο Απριλιάτικο φως.
Ο ανοιξιάτικος ήλιος έλαμπε χαμογελώντας, κι ένα απαλό αεράκι έκανε τα φύλλα της μεγάλης τριανταφυλλιάς να σιγομουρμουρίζουν, ευχαριστημένα, χορεύοντας ρυθμικά.
Εκεί στη σκιά της ζούσε μια μικροσκοπική, πανέμορφη Νεράιδα, η Ουρανία .Είχε κατάξανθα, μακριά μαλλιά και μάτια σμαραγδιά, σαν το νερό της λίμνης. Το φόρεμά της ήταν κεντημένο με χρυσοκλωστές από τις ηλιαχτίδες. Ήταν στολισμένο με στάλες πρωινής δροσιάς, στάλες λαμπερές και μεγάλες, σαν μαργαριτάρια. Τα φτερά της ήταν διάφανα και ανάλαφρα. Της άρεσε να πετάει ανάμεσα στα κλαδιά της τριανταφυλλιάς και να κάνει τσουλήθρα πάνω στα σκουροπράσινα φύλλα, πράγμα που έκανε την τριανταφυλλιά να γελάει με τις σκανταλιές της.
Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό η Ουρανία κοιμόταν πάνω σ’ ένα ανθισμένο τριαντάφυλλο, που κουνιόταν ρυθμικά στο φύσημα της πρωινής αύρας. Αν και όλοι είχαν ξυπνήσει στον κήπο, εκείνη εξακολουθούσε να κοιμάται του καλού καιρού. Η τριανταφυλλιά έσκυψε και την κοίταξε με αγάπη. Κούνησε τα κλαδιά της και της χαμογέλασε τρυφερά. Τότε μια τεράστια δροσοσταλίδα ξεκόλλησε από ένα μπουμπούκι και κύλησε απαλά στο πρόσωπό της. Ταυτόχρονα μια ζεστή ηλιαχτίδα, τρύπωσε μέσα από τα φύλλα κι έπεσε πάνω στη δροσερή στάλα, αντανακλώντας γύρω μυριάδες χρώματα..
Η Ουρανία ενοχλημένη άνοιξε τα βλέφαρα και η άταχτη ηλιαχτίδα κρύφτηκε στα μάτια της, κάνοντάς την να τα κλείσει θαμπωμένη. Όταν τα ξανάνοιξε, δίπλα της, πάνω στα τρυφερά πέταλα του άλικου ρόδου, καθόταν ένα τοσοδούλικο, όμορφο αγόρι.
- Ποιος είσαι εσύ και πώς βρέθηκες εδώ; Ρώτησε ξαφνιασμένη.
- Είμαι ο Δρόσος και ήρθα να ζήσω σ’ αυτόν τον όμορφο κήπο. Εσύ ποια είσαι;
- Είμαι η Ουρανία, η μικρή Νεράιδα, απάντησε εκείνη και χαμογέλασε. Κάθε άνοιξη ζω εδώ, κοντά στη φίλη μου την τριανταφυλλιά.
- Πολύ καλά κάνεις. Είναι υπέροχα εδώ. Θα με βοηθήσεις να γνωρίσω τον κήπο και όσους ζουν μέσα σ’ αυτόν;
- Φυσικά, με μεγάλη χαρά, πάμε.
Από εκείνη τη στιγμή, Ουρανία και Δρόσος, έγιναν αχώριστοι. Δυο τοσοδούλικα σώματα έγιναν μια ψυχή.
Πετούσαν πάνω από τις κορυφές των ψηλών δέντρων, έπαιζαν κρυφτό ανάμεσα στα κλαδιά της μπουμπουκιασμένης κερασιάς, χόρευαν ανάμεσα στα ευωδιαστά ανθάκια της ροδιάς, ακολουθούσαν τα πουλιά στο πέταγμά τους και όταν κουράζονταν ξάπλωναν αναπαυτικά, ανάμεσα στα πέταλα των ρόδων.
Η Ουρανία ήταν πολύ χαρούμενη που τον γνώρισε. Καλύτερη συντροφιά δεν μπορούσε να βρει. Ο αγαπημένος της κήπος, έμοιαζε μαγικός κάτω από το Απριλιάτικο φως και την συντροφιά του Δρόσου, που δεν της χαλούσε κανένα χατίρι. Ήταν τόσο ευτυχισμένοι οι δυο τους! Τόσο ανέμελοι! Συχνά πετούσαν πάνω από την λιμνούλα του κήπου, βουτούσαν τα χέρια στο δροσερό νερό, πιτσιλούσαν ο ένας τον άλλο και μετά ξεκαρδισμένοι στα γέλια, άραζαν πάνω στα νούφαρα να στεγνώσουν κάτω από τις καυτές, ακτίνες του ζωοδότη ήλιου.
Άλλες φορές κουβέντιαζαν χαρούμενοι, με τα κυκλάμινα και τα ζουμπούλια, απολαμβάνοντας τα χρώματα και τους ήχους της φύσης. Χαρά θεού ήταν για όλους η συντροφιά της Ουρανίας και του Δρόσου.
Όχι όμως και για την γριά μάγισσα που ζούσε δίπλα στον κήπο, αφού η ευτυχία και η χαρά των γύρω, της έφερνε αλλεργία και της ανακάτευε το στομάχι. Οι μάγισσες ξέρετε, δεν ξέρουν τι θα πει χαρά, ούτε χαμογελούν ποτέ. Μόνο να γελούν χαιρέκακα μπορούν όταν κάνουν τους άλλους δυστυχισμένους Πήρε λοιπόν την απόφαση να χωρίσει τον Δρόσο από την Ουρανία και μάλιστα για πάντα. Μέρες και μέρες έστυβε το μυαλό της. Μετά από πολλή σκέψη βρήκε μια ιδέα καταπληκτική. Μια ιδέα που βοήθησε να αποτυπωθεί στα σφιγμένα της χείλη ένα απαίσιο, ξεδοντιασμένο χαμόγελο, γεμάτο κακιασμένη ικανοποίηση.
-Μμ.μ.μ. για να δω πόσο ευτυχισμένοι και χαρούμενοι θα είστε από αύριο!! Χα…χα…χα…γέλασε με κακία και το γέλιο της έκανε τις φυλλωσιές των δέντρων να ριγήσουν.
Δεν έχασε, λοιπόν καιρό. Το βράδυ, την ώρα που ο κήπος είχε βυθιστεί σε μια γλυκιά νάρκη, η κακιά μάγισσα καταράστηκε την Ουρανία να γίνει αστέρι και τον Δρόσο να μεταμορφωθεί σε πρωινή δροσοσταλίδα για να μην ξαναδεί ο ένας τον άλλο και να μην ξανασυναντηθούν ποτέ.
Έτσι η γλυκιά Ουρανία έγινε αστεράκι και πέταξε στον ουρανό. Από τότε έλαμπε ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα που συντρόφευαν το φεγγάρι στις νυχτερινές περιπολίες που έκανε φωτίζοντας το σκοτεινό στερέωμα.
Ταξίδευε λυπημένη στο διάστημα προσπαθώντας να εντοπίσει τον Δρόσο. Μάταια κάθε βράδυ άπλωνε ασημοκλωστές ελπίζοντας πως θα τον φέρουν κοντά της.
Τον έψαχνε κάθε άνοιξη, τον έψαχνε κάτω από τα σύννεφα και στη λιμνούλα του κήπου, όπου τα ξάστερα βράδια καθρεφτιζόταν το φεγγάρι και τ’ αστέρια.
Μάταια όμως, γιατί ο Δρόσος εμφανιζόταν κάθε αυγή, την ώρα που το φεγγάρι και τ’ αστέρια έσβηναν στο στερέωμα. Εμφανιζόταν σαν πρωινή δροσιά επάνω στα φύλλα και στα ροδοπέταλα της τριανταφυλλιάς, κι εκείνα απορροφούσαν τις δροσοσταλίδες με λαιμαργία για να διατηρηθούν φρέσκα και ζωντανά.
Τα χρόνια περνούσαν και η Ουρανία είχε αρχίσει πια να απογοητεύεται .Ώσπου μια ξάστερη βραδιά κι ενώ κρεμόταν από ασημοκλωστές κι έκανε τσουλήθρα πάνω σε
μια φεγγαροαχτίδα, παίζοντας με άλλα αστεράκια,, θυμήθηκε πάλι τον Δρόσο. Η ψυχή της πλημμύρισε θλίψη και πόνο.
Άφησε το παιχνίδι, αγκάλιασε την φεγγαροαχτίδα και ξέσπασε σε γοερό κλάμα. Ήταν η ώρα που κόντευαν τ΄ αστέρια να αποσυρθούν και να δώσουν τη θέση τους στον βασιλιά ήλιο. Τα δάκρυά της, χοντρά σαν διαμάντια κύλησαν στη γη κι έπεσαν ένα - ένα πάνω στην αγαπημένη της τριανταφυλλιά. Έπεσαν ακριβώς την ώρα που έβγαινε ο Δρόσος.
Δροσοστάλες και δάκρυα έγιναν ένα. Τα ολάνθιστα ρόδα ρούφηξαν λαίμαργα την ευεργετική δροσιά, σκορπώντας γύρω ένα μαγικό, μεθυστικό άρωμα που μέχρι τότε δεν υπήρχε.
Σαν από θαύμα η Ουρανία ένιωσε την παρουσία του Δρόσου κι εκείνος τη δική της επάνω στα ροδοπέταλα.
Από τότε κάθε βράδυ, λίγο πριν την αυγή, η Ουρανία αφήνει άφθονα δάκρυα να πέσουν στη γη και μ’ αυτόν τον τρόπο επικοινωνεί με τον Δρόσο της.
Η αγάπη τους σαν από θαύμα ποτίζει από τότε τα πέταλα των ρόδων με το υπέροχο άρωμα της αγνότητας και της αγάπης, το ροδόσταμο.
Γι αυτό τα ρόδα, κάθε αυγή, αναδίδουν το καλύτερο άρωμα από κάθε άλλη στιγμή της μέρας. Η αγάπη όλα τα μπορεί, ακόμα κι εκείνα που με την πρώτη ματιά φαντάζουν απραγματοποίητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου