Παρασκευή, 22 Μαΐου 2015

Η ΖΟΥΖΟΥΝΟΧΩΡΑ,Παρασκευή Κηπουρίδου



 Η Ζουζουνοχώρα

Μια φορά κι έναν καιρό,
τα πολύ παλιά τα χρόνια
σε μια χώρα ονειρεμένη,
καλοζούσαν τα ζουζούνια.

Στη χώρα αυτή τη μαγική,
είχαν ανθρώπινη λαλιά,
και μονιασμένα ζούσαν,
δίχως αρχηγό ή βασιλιά.

Ξέγνοιαστα κύλαγε η ζωή,
κι όλα καλοπερνούσαν,
δουλεύανε ακούραστα,
μα και πολύ γλεντούσαν.

Τον ήλιο πολύ αγάπαγαν,
τις φυλλωσιές, τ’αστέρια,
τις δροσοστάλες,το φεγγάρι,
κι ήταν πολύ ευτυχισμένα.

Μα ένα ανοιξιάτικο πρωί,
κατέφθασε ένας ψεύτης,
ο Ρούλης σκαθαρούλης,
της ζωής τους ο κλέφτης.

Με τα θα, θα, θα, και θα,
τους ξεγέλασε οικτρά,
τον ψηφίσαν δια κεραίας,
κι αρχηγός έγινε μέγας.

Απ’τη μια στιγμή στην άλλη,
κόλαση έγινε η ζωή.
Όλα αλλάξαν ξαφνικά,
πάει η χαρά, γέλιο δεν ηχεί.

Τι συμφορά τα έχει βρει
γαλήνη κι ευτυχία έχουν χαθεί.
Όσο για τους υπηκόους,
να το πιστέψουν δεν μπορούν,
πώς καταντήσαν όλοι δούλοι,
έναν αρχηγό να υπηρετούν.

Με το πέρασμα του χρόνου,
οι απαιτήσεις μεγαλώναν.
Θέλω αυτό, θέλω εκείνο,
θέλω το άλλο, να μη μιλάτε,
να μην κυκλοφορείτε,
αν μάθω κάτι,μπελά θα βρείτε.

Έτσι κύλαγε ο καιρός,
αγνώριστη η Ζουζουνοχώρα,
τα ζουζουνάκια τρομαγμένα
και πολύ αγανακτισμένα,
έφτασαν πια στο μη παρέκει,
σκυθρωπά, συλλογισμένα.

Η Πιτσίλω η πεταλούδα ,
που άγρια είχε φουντώσει,
ήθελε κάτι να κάνει, κάτι
τα ζουζούνια να γλιτώσει.
Δεν της άρεσε η σκλαβιά,
ούτε ο φόβος κι η φοβέρα.

Τα μάζεψε λοιπόν κρυφά
και μπλα, μπλα, μπλα,μπλα,
τους έπεισε, το Σκαθαρούλη
να φροντίσουν όλοι μυστικά
να τον διώξουν απ΄τη χώρα.

Έτσι ενωμένοι όλοι, τον πέταξαν
απ’ την όμορφη Ζουζουνοχώρα,
σε καλούς, παλιούς ρυθμούς γύρισαν,
σαν τρελοί από χαρά πανηγύρισαν,
και φώναξαν : «Φτου ξελευτερία»
  
(Βασισμένο σε αντίστοιχο παραμύθι που έγραψα.)

Παρασκευή Αδαμίδου Κηπουρίδου



Η ΖΟΥΖΟΥΝΟΧΩΡΑ

Μακριά , μέσα στις πυκνές φυλλωσιές ενός δάσους υπήρχε ένα παραδεισένιο μέρος, η Ζουζουνοχώρα. Εκεί ζούσαν ένα σωρό ζουζούνια με τις οικογένειές τους ξέγνοιαστα και πολύ ευτυχισμένα. Ήταν πολύ αγαπημένα και μοιραζόταν τα πάντα με συνεννόηση και αγάπη. Μοιραζόταν τον ζωογόνο ήλιο που τον λάτρευαν, το φεγγάρι που φώτιζε τις σκοτεινές νύχτες του δάσους, την άφθονη τροφή που υπήρχε, τα παιχνίδια στον καθαρό αέρα, τις δροσοσταλίδες των φύλλων.
Η ζωή τους κυλούσε όμορφα και κάθε μέρα ήταν καλύτερη από την προηγούμενη. Τα μυρμήγκια δούλευαν ολημερίς και οι αποθήκες ήταν γεμάτες τρόφιμα. Τα τζιτζίκια και οι γρύλοι με την μουσική τους διασκέδαζαν τους υπόλοιπους και γέμιζαν με χαρούμενες νότες την ζωή τους. Οι Ζουζουνομαμάδες ασχολούνταν με το νοικοκυριό και με τα μικρά τους ενώ οι Ζουζουνομπαμπάδες φρόντιζαν να μη λείψει τίποτε από τις οικογένειές τους. Οι μέλισσες έφτιαχναν νόστιμο μέλι για όλους , όλα κυλούσαν ήρεμα και όμορφα και όλοι ήταν ευχαριστημένοι από τη ζωή τους.
Μια όμορφη, ανοιξιάτικη μέρα ήρθε ένα μεγάλο χρυσοπράσινο σκαθάρι. Έμοιαζε να φοράει πανοπλία και είχε αγέρωχο ύφος και στητή κορμοστασιά.
Μόλις το είδαν τα ζουζούνια ξαφνιάστηκαν.
-Μπα τι βλέπω! Έχουμε επισκέψεις σήμερα, είπε ο Κούλης ο Τζιτζικούλης γελώντας.
•        Ναι, πάμε να δούμε τι ζητάει στα μέρη μας, είπε ο Τήγκι το μυρμήγκι.
•        Καλημέρα σας. Πως βρεθήκατε στα μέρη μας; Ρώτησε ο Κούλης ο Τζιτζικούλης.
•        Πληροφορήθηκα πως περνάτε καλά εδώ και αποφάσισα να ζήσω κι εγώ εδώ αν μου αρέσει.
•        Είστε μόνος σας κύριε… κύριε…
•        Ρούλης Σκαθαρούλης, συστήθηκε ο νεοφερμένος,ναι είμαι πράγματι μόνος.
•        Καλώς ορίσατε στη Ζουζουνοχώρα, είπε πρόσχαρα ο Κούλης ο Τζιτζικούλης.
Χαιρέτησαν ευγενικά τον ξένο και έφυγαν.
Στο μεταξύ ο Ρούλης ο Σκαθαρούλης έκανε μια βόλτα να γνωρίσει την άγνωστη αυτή χώρα που τόσα είχε ακούσει γι’ αυτήν.
Όσο πιο πολλά έβλεπε τόσο πιο πολύ του άρεσε και μέσα του είχε πάρει κιόλας την απόφαση να γίνει κι αυτός μόνιμος κάτοικος της Ζουζουνοχώρας. Καθώς περνούσε δίπλα από έναν φουντωτό θάμνο, συνάντησε μια παρέα μαύρα σκαθάρια που κουβέντιαζαν χαρούμενα. Τον κοίταξαν με περιέργεια.
-Ποιος είναι αυτός; Τον έχετε ξαναδεί στα μέρη μας; Ρώτησε το ένα.
-Όχι, πρώτη φορά τον βλέπουμε, είπαν τα υπόλοιπα.
-Καλημέρα σας. Γιατί με κοιτάτε έτσι; Πρώτη φορά βλέπετε χρυσοπράσινο σκαθάρι;
-Καλημέρα και σ’ εσένα. Πράγματι δεν έχουμε ξαναδεί κάποιον σαν εσένα. Είσαι πολύ όμορφος. Πώς βρέθηκες στη Ζουζουνοχώρα; Ήρθες να επισκεφθείς κάποιον;
-Ήρθα να μείνω για πάντα εδώ. Αυτό το μέρος με ξετρελαίνει.
-Τότε η Ζουζουνοχώρα σας καλωσορίζει κύριε…κύριε…μ.μ.μ…
-Ρούλης Σκαθαρούλης. Συστήθηκε κάνοντας μια υπόκλιση το χρυσοπράσινο σκαθάρι. Μιας και γνωριστήκαμε τι θα λέγατε να εγκατασταθώ στην όμορφη γειτονιά σας;
-Χαρά μας να γίνουμε γείτονες και να κάνουμε παρέα, απάντησαν χαρούμενα τα μαύρα σκαθάρια. Άλλωστε μοιάζουμε πάρα πολύ αν εξαιρέσουμε το χρώμα μας.
Έτσι λοιπόν, ο Ρούλης Σκαθαρούλης βρήκε μια βολική γωνιά, κουβάλησε μερικά τρυφερά φύλλα και έστησε το νέο του σπιτικό. Την άλλη μέρα το πρωί μόλις ξύπνησε του ήρθε μια ιδέα. Μια ιδέα που τον έκανε να χαμογελάσει. Θα έκανε τα πάντα για να γίνει αρχηγός και να κυβερνήσει αυτήν την όμορφη χώρα. Άλλωστε είχε όλα τα προσόντα γι’ αυτό. Ήταν γεννημένος για αρχηγός, έξυπνος, όμορφος και πειστικός.
Μόλις βγήκε από το σπίτι του είδε τα μαύρα σκαθάρια να κουβεντιάζουν και δεν έχασε καθόλου καιρό. Τα πλησίασε και είπε:
-Καλή σας μέρα. Πρωινοί- πρωινοί βλέπω. Πώς είστε ;
-Μια χαρά, ευχαριστούμε. Σήμερα έχει τόσο ωραίο καιρό φίλε μου πώς να μην είμαστε χαρούμενοι; Πήρε το λόγο ένα σκαθάρι.
-Πώς σου φάνηκε η πρώτη μέρα στη Ζουζουνοχώρα;
-Υπέροχη, φανταστική, ανεπανάληπτη, απάντησε ο Ρούλης. Με απασχολεί όμως κάτι και θα ήθελα να μου πείτε ποιος είναι ο αρχηγός σας.
-Α φίλε μου δεν έχουμε αρχηγούς. Δεν τους χρειαζόμαστε. Ζούμε τόσο όμορφα και τόσο ευτυχισμένα εδώ. Δεν μας απασχόλησε ποτέ κάτι τέτοιο. Η Ζουζουνοχώρα μας είναι παράδεισος και είμαστε πολύ περήφανοι γι’ αυτό.
-Κι όμως πρέπει να υπάρχει ένας αρχηγός σε κάθε χώρα. Εγώ θα ήθελα πολύ να γίνω αρχηγός σας και αν γίνει αυτό, υπόσχομαι να είμαι δίκαιος και σωστός με το λαό. Αν μάλιστα με βοηθήσετε θα γίνετε βοηθοί μου στη διακυβέρνηση της Ζουζουνοχώρας. Μυρμήγκια, πασχαλίτσες, μέλισσες, πεταλούδες, ακρίδες, τζιτζίκια, κι όλα τα άλλα ζουζούνια θα είναι υπήκοοί μου και θα τα κυβερνάμε μαζί. Θα δείτε πόσο καλύτερα θα περνάτε μετά . Σκεφτείτε το καλά και όταν επιστρέψω μου ανακοινώνετε την απόφασή σας. Λέγοντας αυτά ο Ρούλης ο Σκαθαρούλης έφυγε καμαρωτός αφήνοντας πίσω προβληματισμένα και σκεφτικά τα μαύρα σκαθάρια.
-Συνέβη στ’ αλήθεια αυτό ή μήπως ονειρεύομαι;
-Δεν ονειρεύεσαι καθόλου, αλήθεια είναι.
•        Πώς σας φάνηκε η πρότασή του;
•        Εμένα κάτι δεν μου αρέσει στο νεοφερμένο.
•        Αντίθετα εγώ πιστεύω πως έχει δίκιο. Εξ άλλου δεν χάνουμε τίποτα αν τον βοηθήσουμε.
Οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν. Μαζεύτηκαν σιγά – σιγά όλα τα σκαθάρια της ζουζουνοχώρας και οι περισσότεροι υποστήριζαν ότι πρέπει να βοηθήσουν να πάρει ο ξένος την εξουσία. Όσοι δεν συμφωνούσαν γύρισαν στα σπίτια τους.
Όταν επέστρεψε ο Ρούλης και ρώτησε τι αποφάσισαν του είπαν πως είναι πρόθυμοι να τον υποστηρίξουν με κάθε τρόπο. Ολόχαρος ο Ρούλης πήρε ύφος, ξερόβηξε και είπε:
•        Ακούστε φίλοι μου. Χαίρομαι πάρα πολύ που είστε λογικοί και γνωρίζετε το συμφέρον σας. Τώρα πρέπει να καταστρώσουμε ένα σχέδιο δράσης. Θα χωριστείτε σε ομάδες και κάθε ομάδα θα αναλάβει να μιλήσει σε κάποιες οικογένειες. Πρέπει να πεισθούν τα ζουζούνια ότι η χώρα χρειάζεται έναν έξυπνο και δυναμικό αρχηγό. Μην ξεχνάτε να τονίζετε πόσο έξυπνος, δυναμικός, και κατάλληλος είμαι για την θέση αυτή και πόσο δίκαια έχω σκοπό να κυβερνήσω. Να τους ενημερώσετε ότι θα κάνω τη Ζουζουνοχώρα αγνώριστη.Θα φτιάξω σχολεία, ζουζουνικές χαρές, ζουζουνοτροφεία για τα μικρά ορφανά ζουζουνάκια, ζουζουνοκομεία για τα γέρικα,ανήμπορα ζουζούνια και νοσοκομεία. Να είστε σίγουρα ότι ποτέ δεν πρόκειται να μετανιώσετε που με βοηθάτε. Και τώρα εμπρός δουλειά. Γυρίστε όλη τη Ζουζουνοχώρα από άκρη σ’ άκρη και κάντε τη δουλειά σας.
Πράγματι τα μαύρα σκαθάρια ξεχύθηκαν στους δρόμους και άρχισαν το έργο που τους ανέθεσε ο Ρούλης ο Σκαθαρούλης. Πλησίαζαν τα ζουζούνια και μπλα… μπλα…μπλα…έλεγαν και τούτο κι εκείνο και πόσο καλύτερη θα γίνει η ζουζουνοχώρα μ’ έναν καλό αρχηγό και μπλα…μπλα….μπλα πόσο καλύτερα θα ζουν και μπλα…μπλα….μπλα…έλεγαν, έλεγαν…
Και τι αποτέλεσμα λέτε να είχαν όλα αυτά; Τα ζουζούνια χωρίστηκαν σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα, παράτησαν τις ασχολίες τους και όλη μέρα κουβέντιαζαν και διαφωνούσαν.
-Δεν χρειαζόμαστε αρχηγούς ζούμε μια χαρά, έλεγε η μια
πλευρά.
-Θα ζήσουμε ακόμα καλύτερα αν μας κυβερνάει ο Ρούλης ο Σκαθαρούλης επέμενε η άλλη.
-Πώς είστε τόσο σίγουροι τον γνωρίζατε και χθες;
Έτσι η άλλοτε παραδεισένια χώρα με τους ευτυχισμένους κατοίκους κατάντησε πεδίο μάχης.
Βλέποντας την κατάσταση ο επίδοξος κυβερνήτης κάλεσε τα μαύρα σκαθάρια και είπε:
•        Εδώ που έφτασε η κατάσταση νομίζω ότι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προτείνουμε στο λαό της Ζουζουνοχώρας να γίνει δημοψήφισμα. Νομίζω ότι το μεγαλύτερο μέρος του λαού είναι μαζί μου και τελικά θα με ψηφίσουν.
•        Κι εμείς πιστεύουμε ότι θα αναδειχθείτε νικητής, είπαν τα μαύρα σκαθάρια.
Μια και δυο λοιπόν πήραν τους δρόμους και μπλα… μπλα…μπλα… έπεισαν το λαό ότι πρέπει να γίνει δημοψήφισμα και να ψηφίσουν όλοι για να είναι δημοκρατικό το αποτέλεσμα.
Όρισαν την ημερομηνία και την ώρα του δημοψηφίσματος και συγκεντρώθηκε ο λαός στην πλατεία για να ψηφίσει. Υπεύθυνη για την καταμέτρηση των ψήφων ορίστηκε η Λίτσα η Πασχαλίτσα και η ψηφοφορία αποφασίστηκε να γίνει δια κεραίας.
-Παρακαλώ όσοι συμφωνούν να γίνει αρχηγός ο κύριος Ρούλης Σκαθαρούλης να υψώσουν τις κεραίες τους.
Η κυρία Λίτσα η Πασχαλίτσα άρχισε την καταμέτρηση των ψήφων.
-Ένα, δύο, τρία…δέκα… πενήντα…εκατό…χίλια ζουζούνια .
Τώρα να υψώσουν τις κεραίες όσοι διαφωνούν. Ένα, δύο, τρία…δέκα… πενήντα…εκατό…οκτακόσια πενήντα ζουζούνια.
Συγχαρητήρια κύριε Ρούλη Σκαθαρούλη. Από αυτήν την στιγμή αναλαμβάνετε την διακυβέρνηση της Ζουζουνοχώρας, με διαφορά εκατόν πενήντα ψήφων.
Τότε ο κύριος Σκαθαρούλης σηκώθηκε όρθιος, τέντωσε το κορμί του, ξερόβηξε, πήρε σοβαρό ύφος και είπε.
- Λαέ της Ζουζουνοχώρας. Ευχαριστώ πολύ για την εμπιστοσύνη που μου δείξατε. Σας υπόσχομαι να κυβερνήσω με σύνεση και δικαιοσύνη. Επί των ημερών μου η χώρα θα ευημερήσει όσο ποτέ και δεν θα μετανοιώσετε που με ψηφήσατε.
Την επόμενη μέρα ο Ρούλης ο Σκαθαρούλης ανέλαβε την εξουσία. Δεν πέρασαν πολλές μέρες και ξέχασε όλες τις υποσχέσεις που έδωσε στα ζουζούνια. Η δύναμη και η εξουσία του φούσκωσε τα μυαλά. Μάζεψε γύρω του τα μαύρα σκαθάρια για βοηθούς και όσο για το λαό του ε…. αυτόν τον θυμόταν κάθε φορά που ήθελε κάτι. Όλο διέταζε κι όλο κάτι ζητούσε στέλνοντας τα μαύρα σκαθάρια στα ζουζούνια.
•        Πηγαίνετε στα μυρμήγκια και διατάξτε τους να μου φέρουν ότι έχουν μαζέψει στις αποθήκες, γιατί χρειάζομαι επειγόντως τροφή.
•        Πηγαίνετε στις ακρίδες και διατάξτε τις να μου φέρουν άφθονα πράσινα φύλλα.
•        Καλέστε τις πασχαλίτσες να έρθουν γρήγορα να μου καθαρίσουν το σπίτι.
•        Πηγαίνετε να πείτε σε όλους ότι απαγορεύεται να κυκλοφορούν το βράδυ.
•        Να πάτε να ενημερώσετε τα Ζουζούνια ότι απαγορεύεται να συγκεντρώνονται πολλά μαζί και να κουβεντιάζουν.
•        Πείτε σε όλους ότι αν μάθω ότι λένε κάτι εναντίον μου θα διώκονται αμέσως από την Ζουζουνοχώρα για πάντα.
Τα σκαθάρια όλη την ημέρα έτρεχαν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του κυρίου Ρούλη και σταματημό δεν είχαν.
Τα ζουζούνια άρχισαν να καταπιέζονται έντονα και κατάλαβαν πως έχασαν κάτι πολύ σημαντικό, την ελευθερία τους. Συχνά αναπολούσαν τις όμορφες στιγμές που ζούσαν πριν αναλάβει την διακυβέρνηση της χώρας ο Σκαθαρούλης. Στις ψυχές τους είχε φωλιάσει ο φόβος , η αγωνία και η πίκρα.
Όσο κυλούσε ο καιρός τόσο πιο πιεστική γινόταν η κατάσταση. Ο Ρούλης μέρα με τη μέρα χειροτέρευε και όσο για τις απαιτήσεις του, όλο και μεγάλωναν. Ακόμη και οι βοηθοί του, τα μαύρα σκαθάρια άρχισαν να νιώθουν την καταπίεση του αφέντη κυβερνήτη. Ντρεπόταν να αντικρίσουν τους συμπολίτες τους στα μάτια. Αφήστε που όλα τα ζουζούνια τους απέφευγαν και τους μισούσαν. Φοβόταν όμως και το Ρούλη και εκτελούσαν τις εντολές του με υποταγή.
Μια μέρα μια πεταλούδα, η Πιτσίλω, πλησίασε τον Τήγκι το μυρμήγκι και ψιθυριστά του είπε:
-Όπως βλέπεις η κατάσταση είναι τραγική. Εγώ δεν αντέχω άλλο αυτή τη ζωή. Θέλω να είμαι ελεύθερη και να ζω χωρίς καταπίεση και φόβο.
-Γιατί νομίζεις ότι εγώ είμαι ευχαριστημένος;
-Αφού λοιπόν συμφωνείς, κάλεσε ένα μέλος από κάθε οικογένεια και ζήτησε να έρθουν στη φυλλωσιά της γέρικης καστανιάς, το βράδυ στις δέκα. Μόνο πες τους να είναι προσεκτικοί , να μην τους αντιληφθούν τα μαύρα σκαθάρια.
Πράγματι έτσι έγινε. Το βράδυ στις δέκα συναντήθηκαν με χίλιες προφυλάξεις στη φυλλωσιά της γέρικης καστανιάς.
Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι, πήρε το λόγο η Πιτσίλω και είπε:
-Αγαπητοί μου είναι γνωστό σε όλους ότι τα πράγματα έχουν φτάσει στο απροχώρητο. Χάσαμε την ησυχία μας, την ελευθερία μας και ζούμε όλοι έναν εφιάλτη. Αυτόν τον εφιάλτη μας τον επέβαλε ο Ρούλης ο Σκαθαρούλης. Νομίζω λοιπόν πως ήρθε η ώρα να βρούμε έναν τρόπο να διώξουμε από την εξουσία αυτό το καταπιεστικό σκαθάρι που θρονιάστηκε στις πλάτες μας και ζει με τον ιδρώτα μας. Σκεφτείτε λοιπόν τι μπορούμε να κάνουμε για να ξανανιώσουμε ελεύθεροι και να γίνει η Ζουζουνοχώρα μας όπως ήταν.
•        Να του ζητήσουμε να φύγει, είπε η Νούλα η Ακριδούλα.
•        Να πάρει μαζί του και τους μαύρους προδότες της ζουζουνοχώρας και να εξαφανιστεί, είπε ο Κούλης οΤζιτζικούλης.
-Δεν είναι τόσο εύκολο, είπε η Πιτσίλω.
•        Συμφωνώ κι εγώ, η κατάσταση είναι πολύ δύσκολη, είπε ο Τήγκι το Μυρμήγκι. Προτείνω να ζητήσουμε τη βοήθεια των μαύρων σκαθαριών, γιατί ξέρω καλά πως έχουν μετανιώσει. Καταπιέζονται και υποφέρουν από την άδικη συμπεριφορά του Σκαθαρούλη. Θα αναλάβω εγώ να τα πλησιάσω και να κουβεντιάσω μαζί τους.
Ο Τήγκι το Μυρμήγκι συνάντησε ένα μαύρο σκαθάρι που ήταν φίλος του παλιός. Έμαθε πόσο πολύ είχαν μετανιώσει και πόσο άσχημα αισθανόταν που χωρίς να το θέλουν οδήγησαν τη Ζουζουνοχώρα σ’ αυτήν την κατάσταση. Ο Τήγκι ζήτησε από το μαύρο σκαθάρι να συνεννοηθεί με τα υπόλοιπα και να βοηθήσουν, ώστε να σωθεί ο λαός από το αντιπαθητικό χρυσοπράσινο σκαθάρι που έφερε μαζί του την συμφορά.
Μετά από σοβαρή συζήτηση τα μαύρα σκαθάρια αποφάσισαν να δράσουν και μάλιστα γρήγορα. Το βράδυ που κοιμόταν ο Ρούλης τον έδεσαν γερά και τον μετέφεραν έξω από τα σύνορα της Ζουζουνοχώρας. Του είπαν μάλιστα πως αν τολμούσε να ξαναφανεί θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του σ’ ένα σκοτεινό κι ανήλιαγο μπουντρούμι και ούτε που θα ξανάβλεπε το φως του ήλιου. Το χρυσοπράσινο σκαθάρι δεν τόλμησε ούτε κουβέντα να πει. Έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε βιαστικά.
Μετά από αυτό τα μαύρα σκαθάρια πήγαν και είπαν τα νέα σε όλους, αφού ζήτησαν να τους συγχωρήσουν που πίστεψαν τα λόγια του Ρούλη.
Μόλις έμαθαν τα ευχάριστα έστησαν γλέντι τρικούβερτο. Ξεχύθηκαν στον αέρα ζουζουνίζοντας χαρούμενα και πανηγύριζαν τρελά. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή γύρισε στους παλιούς της ρυθμούς.
Τα ζουζούνια ελεύθερα πια ξανάγιναν ευτυχισμένα και η χαρά έλαμψε και πάλι στα πρόσωπά τους.
Παρασκευή Αδαμίδου Κηπουρίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου