Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Ο Ελληνας Βαν Γκογκ

«Η οροσειρά Λεζ Αλπίν», Σεν-Ρεμί, Προβηγκία- Νίκος Δραγούμης
Συντάκτης: Παρή Σπίνου από εφημερίδα Συντακτών
Ολοι γνωρίζουμε τον πολιτικό και συγγραφέα Ιωνα Δραγούμη και τον πατέρα του, πρωθυπουργό Στέφανο Δραγούμη. Ωστόσο ο πρωτότοκος γιος του, ο Νίκος, ήταν ο αφανής ήρωας της τέχνης και ταυτόχρονα η κρυφή πληγή αυτής της γνωστής μεγαλοαστικής, εύπορης οικογένειας, που έχει συνδέσει το επώνυμό της με τα κοινά.
Ταλαντούχος ζωγράφος, ελεύθερο πνεύμα, ο Νίκος Δραγούμης (1874-1933) έζησε μια συναρπαστική αλλά και τραγική ζωή.
Νεαρός ήρθε σε ρήξη με τον πατέρα του, που τον προόριζε για νομικό.
Προτίμησε τις μποέμικες παρέες του Παρισιού, αφομοίωσε τα εικαστικά ρεύματα της εποχής, βρήκε καταφύγιο με την αγαπημένη του, Ρωσίδα ζωγράφο Λίντια Μπορζέκ στην εξοχή της Προβηγκίας.
Κι εκεί, στο απόγειο της δημιουργικότητάς του εκδηλώθηκε η ψυχική νόσος που τον βασάνισε. Αρχισε μια 20χρονη περιπλάνηση σε ψυχιατρεία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μέχρι τον θάνατό του στο Δρομοκαΐτειο, σε ηλικία 59 ετών.
Η έκθεση «Νίκος Δραγούμης, ο ζωγράφος 1874-1933», που οργανώνει το Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης στο Μέγαρο Εϋνάρδου (επιμέλεια Διονύσης Καψάλης), για πρώτη φορά αποκαλύπτει τη ζωή και την τέχνη του με περίπου 120 έργα, έναν πολυσέλιδο κατάλογο με κείμενα των Μάρκου και Φίλιππου Δραγούμη και του Νίκου Π. Παΐσιου και το ντοκιμαντέρ της Κλεώνης Φλέσσα «Νίκος Δραγούμης, ένας ζωγράφος στη σκιά της ιστορίας».
«Ο Νίκος, άκακος, ευγενικός κι αξιαγάπητος άνθρωπος, αν κι επαναστατικής ιδιοσυγκρασίας –και κάποτε θυμώδης– είναι πιθανόν ο πρώτος που έφερε στην Ελλάδα την ιμπρεσιονιστική τεχνοτροπία και το χωρίς βαθμιαία φωτοσκίαση, σχεδόν διακοσμητικό σχεδίασμα με νερόχρωμα και gouache (πηχτό, συνήθως άσπρο, χρώμα) πάνω σε σκοτεινό αδρό χαρτί (στρατσόχαρτο)», έχει γράψει ο μικρότερος αδελφός του Φίλιππος, ο οποίος σκιαγραφεί το πορτρέτο του: «Ηταν φιλόσοφος, στωικός, κάθε άλλο όμως παρά αυστηρός, αντίθετα χαρούμενος, αμέριμνος και ειρωνικός, χωρίς κακία, που αγαπούσε στο έπακρο την ελευθερία και που μισούσε κάθε συμβιβασμό, ηθικό και κοινωνικό, κάθε υποκρισία και κάθε επιτήδευση, που λάτρευε τη φύση κι απεχθανόταν θανάσιμα τις προόδους της τεχνικής και της μηχανικής».

Παρέα με Μπαλτίς

Αγαπούσε τη θάλασσα και ήθελε να μπει στη Σχολή Δοκίμων. Οταν απέτυχε στις εξετάσεις, ο πατέρας του τον έγραψε στη Νομική της Σορβόνης.
Ο ίδιος όμως κρυφά έκανε μαθήματα ζωγραφικής στην Academie Julian.
Αρχικά αναζήτησε τα πρωτοποριακά ρεύματα της εποχής στο Καρτιέ Λατέν, σιχάθηκε όμως το αστικό περιβάλλον και κατέφυγε στο Γκραβεζόν της Προβηγκίας, όπου έστησε ένα καλλιτεχνικό εργαστήριο με τους συνοδοιπόρους του ζωγράφους Ζαν Μπαλτίς, Ογκίστ Σαμπό και Λίντια Μπορζέκ.
«Ελληνα Βαν Γκογκ» τον αποκαλούσε ο Μπαλτίς, όχι τυχαία, καθώς και οι δύο ζωγράφισαν τους αγρούς και τους εργάτες της Προβηγκίας, πίστευαν στην αυτονομία του σχεδίου και αφήνονταν στη χειρονομιακή γραφή.
Ο Δραγούμης είχε επίσης επιρροές από τους Ναμπί, όταν απεικόνιζε εσωτερικούς χώρους, αλλά και μεγάλους παρισινούς κήπους, από τις γιαπωνέζικες ξυλογραφίες του Ούκιο-ε και από τις αφίσες του Τουλούζ -Λοτρέκ.
Ομως η ευτυχία στη γαλλική εξοχή δεν κράτησε πολύ.
«Ο,τι και να κάμω, πάντοτε έχω κάτι τι εντός μου το οποίον με λυπεί», έγραφε.
Μια μέρα, όπως περιγράφει ο αδελφός του: «Πεζοπορώντας από το Παρίσι για την Προβηγκία -και δίχως καπέλο-, έπαθε στον δρόμο ηλίαση, που τον αφήκε αναίσθητο. Αφού συνήλθε κι έφθασε στην Προβηγκία, του εκδηλώθηκε ψυχοπάθεια. Ευτυχώς η φίλη του Ρωσίδα ζωγράφος Λυδία Μπορζέκ τον περιποιήθηκε με μεγάλη αφοσίωση. Θέλησε ο Νίκος τότε να τη στεφανωθεί και ζήτησε τηλεγραφικά την άδεια των γονέων μου, που την έδωκαν. Ηταν όμως δυστυχώς αργά, γιατί, όταν ήλθαν εδώ, δεν ήταν πια σε κατάσταση να είναι κύριος του λογικού και των πράξεών του».
Ο Νίκος Δραγούμης επί 22 χρόνια μπαινόβγαινε σε θεραπευτήρια στην Κέρκυρα, στην Κηφισιά, την Ανδρο, τη Γενεύη, χωρίς η σύντροφός του να τον εγκαταλείψει.
Λόγω της οικονομικής κρίσης του 1931 η οικογένειά του τον έφερε από την Ελβετία στο Δρομοκαΐτειο, όπου και πέθανε μετά από ενάμιση χρόνο.
Οσο ζούσε ποτέ δεν εξέθεσε, ούτε πούλησε έργο του, «γιατί πίστευε πως η αληθινή τέχνη είναι ιερή και μη εμπορεύσιμη», σημειώνει ο ανιψιός του Μάρκος Δραγούμης. «Ηταν οπαδός της αρχής του L'art pour l' art, ότι δηλαδή η τέχνη αποτελεί απλή έκφραση του ψυχικού αισθητικού κόσμου του καλλιτέχνη και τίποτε περισσότερο».

Εκαψε τα περισσότερα έργα του

«Το λουτρό» , Νίκος Δραγούμης«Το λουτρό» , Νίκος Δραγούμης | 
Τη μελέτη του έργου του δυσκολεύει το γεγονός ότι το 1911, στην αρχική εκδήλωση της νόσου, ο ίδιος έκαψε τους περισσότερους πίνακές του.
Ομως και η οικογένειά του θεωρούσε ότι η γνωστοποίηση ενός ψυχικού νοσήματος θα ήταν καταστροφική για την πολιτική της πορεία.
Μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1960 ο Φίλιππος άρχισε να κοινοποιεί την ύπαρξη του ζωγράφου αδελφού του και στη συνέχεια ο Δημήτρης Πικιώνης τον συνέστησε σε ευρύτερο κοινό.
Τη δεκαετία του 1980 ο Εμμανουήλ Χ. Κάσδαγλης, διευθυντής του ΜΙΕΤ, μέσω το τεχνοκριτικού Αλεξανδρου Ξύδη (γόνος και αυτός της οικογένειας Δραγούμη), φρόντισε να δωρηθούν στο ίδρυμα τα έργα του «άγνωστου Δραγούμη» που βρίσκονται σε δημόσια συλλογή.

Info:

Μέγαρο Εϋνάρδου (Αγ. Κωνσταντίνου 20 & Μενάνδρου, τηλ. 210-5223101), μέχρι τις 18 Ιουλίου.

1 σχόλιο:

  1. Πράγματι η τεχνοτροπία τα χρώματα ,ο χρόνος το μέρος ,η ψυχή,μοιάζουν πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή