Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2015

"μια καλημέρα διαφορετική από τις άλλες" γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Θάνος Χαρίσης
Η βεράντα του σπιτιού μου βλέπει στην στάση που περνά το λεωφορείο. Κάθε μέρα γίνομαι παρατηρητής της καθημερινότητας των ανθρώπων. Από τα άγρια χαράματα πολλές φορές μέσα στις αϋπνίες, όταν οι λεπτοδείκτες νιώθω να μου χαράζουν το πρόσωπο, έχω ένα πλεονέκτημα να μη νιώθω ποτέ μόνος. Εκείνη την ώρα της άγριας νύχτας βλέπω ανθρώπους καθημερινούς, γείτονες, να περιμένουν με υπομονή να περάσει το λεωφορείο.Το σκηνικό αυτό επαναλαμβάνεται κάθε λίγα η περισσότερα λεπτά, ανάλογα με την ώρα. Η στάση συνήθως γεμίζει από άτομα που πάνε αγουροξυπνημένα στην δουλειά τους , παππούδες κουρασμένοι  στην αγορά για τα ψώνια τους ή στις τράπεζες την μέρα που θα πέσει η σύνταξη , νεαροί και νεαρές για τα σχολειά τους, μάνες με τα παιδιά τους για τους δικούς τους λόγους, ένας ψαράς με τα καλάμια του, μια γιαγιά βαμμένη σαν λατέρνα, παιδιά που γυρίζουν από το άθλημα τους, τουρίστες μετά την επίσκεψη τους στα κάστρα αλλά και αργόσχολοι.

Όταν γίνεσαι έστω και άθελα σου παρατηρητής της καθημερινότητας τους,μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τις συνήθειες τους, την διάθεση τους , ίσως τις ανησυχίες τους. Από την νευρικότητα που χαρακτηρίζει τους περισσότερους, μέχρι την απάθεια που χαρακτηρίζει λίγους, η απόσταση κεντρίζει το ενδιαφέρον για μια νέα προσέγγιση.

Ο γείτονας δεν θάρθει ποτέ να σου πει το πρόβλημα του, ακόμη κι αν είσαι η διπλανή του πόρτα. Η διακριτικότητα είναι προσόν και όταν αφορά τον συνάνθρωπο αναγνωρίζεται.  Η περηφάνια αυτού του λαού  είναι χαρακτηριστική, το βλέπω στην μάνα μου, που μόλις της πάμε κάτι που αγοράσαμε θέλει να πληρώσει το τίμημα για να μη χρωστάει.

Παρά τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις, το πρωί χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας . Περίεργο μου φάνηκε γιατί δεν είναι η ώρα του ταχυδρόμου, ούτε η ώρα που μας επισκέπτεται η κόρη μας. Άνοιξα με ιδιαίτερη απορία και αντίκρισα το πρόσωπο κάποιου γείτονα που καλημεριζόμαστε . Όσες φορές προσπάθησα να τον πλησιάσω παραπάνω, αυτός κρατούσε την κουβέντα σε αόριστα θέματα και ποτέ δεν απαντούσε συγκεκριμένα, ενώ το πρόσωπο του έδειχνε αφηρημένο. Δεν ήξερα τι δουλειά κάνει, δεν μου είπε ποτέ, πόσα παιδιά έχει, αν είναι μόνος η με την γυναίκα του, αν είναι απ’ εδώ η απ’ αλλού και άλλα, ακόμη και το όνομα του . Δεν είχα απαντήσεις, όσο διακριτικά και αν τον πλησίαζα. Το ενδιαφέρον μου ήταν έκδηλο, γιατί κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει σε αυτόν τον άνθρωπο. Σχεδόν συνηθίσαμε να εντάσσουμε τα πάντα σε μια κοινή πλέον λέξη «κρίση», είναι όμως έτσι;

Μου ζήτησε χίλιες φορές συγγνώμη για την ενόχληση και με παρακάλεσε να καλέσω την γυναίκα μου. Τον έμπασα μέσα και του πρόσφερα καφέ, ενώ η γυναίκα μου περίμενε με αγωνία την συνέχεια της επίσκεψης. Ο Ντίνος αυτό είναι το όνομα του, σήμερα μου συστήθηκε , χωρίς περιστροφές , μου ανακοίνωσε ότι είναι άνεργος εδώ και έξι μήνες, διαζευγμένος και με ένα παιδί γιατί η γυναίκα του τους εγκατέλειψε φεύγοντας  στην Γερμανία. Πολλές φορές ήθελα να σας μιλήσω μου είπε αλλά ντρεπόμουν μου φερόσασταν τόσο καλά και δεν μου πήγαινε να σας φορτώσω τα δικά μου.

 Ήταν γέννημα θρέμμα Σαλονικιός, δεν είχε σχέση με χωριό, ούτε ένιωθε από καλλιέργειες. Έμεινε στην ανεργία επειδή η επιχείρηση που δούλευε έκλεισε και για κάποιο διάστημα συντηρούταν από το ταμείο ανεργίας. Ηλεκτρονικός στο επάγγελμα , με σπουδές στο Αριστοτέλειο , ήξερε να γρατζουνάει και την κιθάρα του παίζοντας γνωστές μελωδίες.  Του πρότεινε ένας φίλος του να μπει σε ένα σχήμα μουσικό, για να παίζουν για το μεροκάματο. Τα κατάφερνε και η πρόταση φαινόταν καλή. Με το παιδί όμως είχε μεγάλο πρόβλημα, γονείς δεν είχε ούτε και συγγενείς κοντινούς, για να δώσουν χέρι βοήθειας. 

Αποφάσισε να τολμήσει απευθυνόμενος σε μας. Ζητούσε να έχουμε το νου μας στο παιδί κάθε φορά που θα πήγαινε για μεροκάματο, δεν μπορούσε να πληρώσει κάποιον αλλά ούτε να εμπιστευθεί .Μέσα στην απελπισία του πήγε το μυαλό τους στις συζητήσεις μας, που ήταν βέβαια μονομερείς αυτός μόνο άκουγε, αλλά ήξερε ότι υπήρχε επικοινωνία . Το διάβασμα του παιδιού αλλά και το σχολείο δεν θα ήταν πρόβλημα γι’ αυτόν, μέχρι να βρει πρωινή δουλειά. Μέχρι τώρα είναι περήφανος γιατί το παιδί του δεν χρειάστηκε να στερηθεί το φαΐ του και το σχολειό του. Φρόντισε να μη νιώσει την απουσία της μάνας, ευτυχώς το σπίτι ήταν δικό του κληρονομιά από την μάνα του που του τ’ άφησε. Χρέη δεν υπήρχαν, πολλές φορές σκέφθηκε να μεταναστεύσει , τα προσόντα του ήταν καλό διαβατήριο, αλλά το παιδί τι θα γινόταν με το παιδί;
Δεν χρειάστηκε να το πολυσκεφτούμε, έτσι και αλλιώς εγγόνια ακόμη δεν είδαμε, ο χρόνος μας κυλάει άδειος με καθημερινές εικόνες, ένα χέρι βοήθειας σε αυτόν το συμπαθητικό άνθρωπο δεν ήταν και τίποτε.
Η άδεια ζωή μας θα γέμιζε με ενδιαφέρον και ο Ντίνος θα έβρισκε ελπίδα για ζωή.


(Μια φανταστική ιστορία της καθημερινότητας για το πρόβλημα των ανέργων και την μαρτυρική προσπάθεια τους να προστατέψουν τα παιδιά τους)

Τάσος Ορφανίδης

1 σχόλιο:

  1. Υπέροχο κείμενο Τάσο, ανθρώπινο και φαινόμενο καθημερινό..
    Ο αναγνώστης βιώνει την αγωνία του γονιού που παλεύει καθημερινά
    για να δώσει στο παιδί του εφόδια για το μέλλον !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή