Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

"κλειδωμένα", Άννυ Τυχαίου

Μάζευε, αποθήκευε να έχει να δώσει, κλειδωμένα στης ψυχής τα μπαούλα, φως μην τα δει και χαθούν. Τα προστάτευε για τον γυρισμό, της επιστροφής την μεγάλη γιορτή, της αδημονίας και υπομονής, του άταιρου αυτού ζευγαριού.
Πέρασαν χρόνια πολλά, καλοκαίρια φωτεινά, φθινόπωρα μουντά, χειμώνες παγωμένοι και θλιβεροί, όμοια όλα, δίχως σημεία αναφοράς κι ακόμα περιμένει.
Υπάρχει, υπομένει την άνοιξη καρτερεί το κλειδί απ΄ το χέρι να της πάρει, την πόρτα της ψυχής διάπλατα να ανοίξει. Τα μαζωμένα να βγουν, εκεί που ποθεί να πετάξουν, να δώσει και να πάρει, να ελευθερωθεί, να πάψει να αιμοραγεί.
Μα σαν αυτή καθυστερεί, φορτίο δυσβάσταχτο και βαρύ τα νιώθει, την ανάσα και το κόκκινο απ΄ το πρόσωπο της κλέβουν, το μαύρο των ματιών και της καρδιάς μοναχά απομένει, υπάρχει μα δεν ζει.
Κι όμως ζει, μα ξέχασε τα παλιά να λησμονήσει, γραμμή δεν τράβηξε, γέφυρες και μονοπάτια του νου δεν έκοψε, τα αζήτητα και σκορωφαγωμένα της καρδιάς και της ψυχής φως δεν άφησε να δουν, οξυγόνο και ελπίδα ζωής επιτέλους να αναπνεύσει.

Άξια της μοίρας της, ναι το γνωρίζει, αυτογνωσία διαθέτει μα ξέχασε που έβαλε το κλειδί και η άνοιξη ακόμα αργεί και που να την βρει να δικαιολογηθεί προσπαθεί, βαθιά ανάσα παίρνει, από χάμω σηκώνεται και την πόρτα ανοίγει, με ήλιο και ζωή να λουστεί...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου