Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

ΓΛΑΡΟΙ ΕΚΠΕΜΠΟΥΝ S.O. S.,Παρασκευή Κηπουρίδου

ΓΛΑΡΟΙ ΕΚΠΕΜΠΟΥΝ S.O. S.΄

Καλοκαίριασε. Η χρυσαφένια ακρογιαλιά δεχόταν με μεγάλη ευχαρίστηση τα χάδια που της χάριζαν απλόχερα τα καταγάλανα νερά. Δίπλα της υψώνονταν μεγαλόπρεπα τα βράχια, που φιλοξενούσαν ένα γλαροχώρι. Σε κάθε βράχο, σε κάθε σχισμή, υπήρχε και μια φωλιά. Σ’ αυτό το χωριό τις περισσότερες ώρες επικρατούσε φασαρία και γινόταν μεγάλος σαματάς. Κρωξίματα, θορυβώδη πετάγματα, καυγάδες, ζωή με λίγα λόγια.
Οι κάτοικοι αυτού του ιδιόρρυθμου χωριού είχαν ένα μεγάλο ελάττωμα. Ήταν μονίμως πεινασμένοι. Γι’ αυτό έκαναν συχνές βόλτες προς τη θάλασσα. Μόλις έβλεπαν κάτι πάνω στον αφρό προσγειώνονταν απότομα και το άρπαζαν με το ράμφος τους. Αφρόψαρα , μαλάκια που μόλις αναδύονταν, γινόταν γευστικός μεζές για τους γλάρους.
Ανάμεσά τους ζούσε ένας μεγάλος γλάρος ο Γλι - γλι. Είχε φτιάξει τη φωλιά του στον πιο ψηλό βράχο. Μαζί με την σύντροφό του καμάρωνε τα μικρά του , που μόλις βγήκαν από τ’ αυγά και ήταν μονίμως πεινασμένα.. Ο πατέρας, πηγαινοερχόταν συνεχώς στη θάλασσα και τους έφερνε τροφή. Κι αυτά, με το ράμφος ανοιχτό, δεχόταν με αγαλλίαση τις νοστιμιές που τους έφερνε από τα σμαραγδένια, πεντακάθαρα νερά.
Μόλις τα μικρά γλαράκια έμαθαν να πετούν, άρχισαν να ακολουθούν τους γονείς τους και μάθαιναν να βρίσκουν την τροφή τους.
Μερικές φορές κατέβαιναν, καθόταν πάνω στην αμμουδιά κι αγνάντευαν το πέλαγος . Μια μέρα συνάντησαν στην ακρογιαλιά κάτι καβούρια.
- Γεια σου κύριε κάβουρα, είπε ο Γλι-γλι. Πώς πάνε τα κέφια;
- Μια χαρά φίλε μου. Βλέπω μεγαλώσανε τα παιδάκια σας. Ολόκληρα γλαράκια γίνανε.
- Πώς σου φαίνονται τα μέρη μας, σας αρέσουν; Ρώτησε ο ο Γλι-γλι.
- Παράδεισος είναι κύριε γλάρε μου, παράδεισος. Ησυχία, άφθονο φαγητό, πεντακάθαρη θάλασσα ,τι άλλο θέλουμε;
- Σωστά. Ζούμε πολύ καλά εδώ, απάντησε ο Γλι- γλι. Δεν έχουμε κανένα παράπονο.
Εκείνη τη στιγμή στο βάθος φάνηκε ένα μεγάλο πλοίο. Ο Γλι- γλι ήξερε πως αν ακολουθούσαν το πλοίο θα εύρισκαν άφθονη τροφή γι αυτούς και τα παιδιά τους.
- Γεια σας καβουράκια, πάμε για ένα πλούσιο και νόστιμο γεύμα με την οικογένεια.

Λέγοντας αυτά έδωσε το σύνθημα να σηκωθεί όλη η οικογένεια στον αέρα. Καθώς πετούσαν θαύμαζαν τη σμαραγδένια θάλασσα που απλωνόταν στα πόδια τους.
Όταν πλησίασαν το πλοίο το ακολούθησαν με όλες τις αισθήσεις τους σε επιφυλακή.
Συνήθως εύρισκαν άφθονη τροφή. Πέρασε αρκετή ώρα και όχι μόνο δεν βρήκαν τίποτα να φάνε αλλά ένοιωσαν ότι κάτι περίεργο συνέβαινε. Το πλοίο ξαφνικά αγκυροβόλησε μεσοπέλαγα και σε λίγο άρχισε να γέρνει επικίνδυνα. Δεν πέρασε πολύ ώρα και άρχισε να βουλιάζει. Σε λίγο κάποιοι έριξαν μια βάρκα στη θάλασσα κι ένας ένας βούτηξαν, μπήκαν στη βάρκα κι απομακρύνθηκαν γρήγορα. Αμέσως μετά το πλοίο χάθηκε κάτω από το νερό. Ο Γλι- γλι παραξενεύτηκε πολύ με όλα αυτά. - Σταθήκαμε άτυχοι σήμερα. Πάμε να φύγουμε. Μ’ ένα δυνατό κρώξιμο έδωσε το σύνθημα της επιστροφής στην οικογένεια. Έκοψαν την πείνα τους τρώγοντας κάτι αφρόψαρα και μετά επέστρεψαν στη φωλιά τους. Οι δυο γονείς έβαλαν τα μικρά κάτω από τις μεγάλες φτερούγες τους και αποκοιμήθηκαν χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι.
Το πρωί ο ήλιος μοίραζε απλόχερα το χρυσάφι του στην πλάση. Ο Γλι- γλι συνήθιζε κάθε πρωί να κάνει μια βόλτα στην παραλία. Σηκώθηκε πολύ προσεκτικά να μην ξυπνήσει τους υπόλοιπους. Ενώ βάδιζε αργά – αργά ανέμελος και απολάμβανε τη γλυκιά θαλπωρή του πρωινού ήλιου, ξαφνικά πάτησε πάνω σ’ ένα πηχτό κατάμαυρο υγρό και κόλλησε το ένα του πόδι. Κοιτάζει γύρω του και τι να δει. Η αμμουδιά στο σημείο που έφτανε το κύμα ήταν σκεπασμένη μ’ ένα μαυριδερό, πηχτό υγρό που κολλούσε. Ώσπου να συνειδητοποιήσει τι έγινε , άκουσε κλάματα και βογκητά.
-Κύριε Γλι – γλι βοήθεια, βοήθεια σας παρακαλώ. Αυτός που φώναζε βοήθεια ήταν δυστυχώς ο κύριος κάβουρας, που είχε γνωρίσει την προηγούμενη μέρα.
Ο Γλι- γλι πλησίασε πετώντας και τι να δει! Ένα σωρό καβούρια ήταν σκεπασμένα ολόκληρα μ’ αυτό το κατάμαυρο, σιχαμερό υγρό και ήταν αδύνατο να περπατήσουν. Παραδίπλα κάτι γλάροι βουτηγμένοι στη μαυρίλα έκλαιγαν τη μοίρα τους. Ήταν αδύνατο να πετάξουν.
-Πώς γίνατε έτσι; Ρώτησε ο Γλι – γλι .Ρίξε μια ματιά στη θάλασσα και θα καταλάβεις, είπαν αυτοί. Πράγματι τότε ο Γλι – γλι πρόσεξε μια τεράστια κηλίδα στην επιφάνεια της θάλασσας. Πέταξε από πάνω και διαπίστωσε πως μύριζε πολύ άσχημα και στην επιφάνεια επέπλεαν ένα σωρό ψάρια νεκρά.
-Καταστροφή, ψιθύρισε. Οικολογική καταστροφή. Πώς θα τα καταφέρουμε να επιβιώσουμε στο εξής; Σε τι κόσμο θα ζήσουν τα παιδιά μας; Πάει το πλαγκτόν , πάνε τα ψάρια, τέλος η τροφή. Εκείνη τη στιγμή ήρθε δίπλα του ένας άλλος γλάρος.
-Φοβερό χάλι, μεγάλη καταστροφή. Τι μπορούμε άραγε να κάνουμε; είπε ο Γλι – γλι λυπημένος.
-Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ φίλε μου, αυτό αναρωτιέμαι. Δε μπορώ να καταλάβω πώς έγινε αυτό.
-Το πλοίο που βούλιαξε πρέπει να μετέφερε πετρέλαιο , είπε ο Γλι – γλι. Τι σου είναι οι άνθρωποι. Δεν σέβονται καθόλου τη φύση. Λες και δεν ξέρουν ότι ο καθένας είναι μέρος της φύσης και η φύση μέρος του εαυτού τους.
- Το ξέρουν καλά αλλά το ξεχνούν, είπε ο νεοφερμένος. Κι αν η ισορροπία στη φύση χαλάσει δεν υπάρχει ευτυχία. Αν δεν ευαισθητοποιηθούμε όλοι απέναντι στη φύση τότε αλίμονό μας. Για να μην κινδυνεύσει η γη πρέπει όλοι, μικροί και μεγάλοι να προστατεύουν τον κόσμο του νερού.
- Ξέρεις, εγώ έζησα κάτι τέτοιο στην προηγούμενη ακτή που ζούσα με τους γονείς μου. Κόλαση σκέτη. Τα ψάρια ελάχιστα, τα δίχτυα άδεια, Πολλοί φίλοι μας είχαν χάσει τη ζωή τους γιατί κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για το καθάρισμα της ακτής. Κάτι ανάλογο θα συμβεί κι εδώ αν δεν καθαριστεί γρήγορα η περιοχή.
- Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Η παραλία μας είναι απομονωμένη.
- Να ειδοποιήσουμε εμείς τους ανθρώπους για την καταστροφή. Μόνο έτσι θα σωθούν αυτοί οι καημένοι γλάροι και τα καβούρια που αργοπεθαίνουν στην αμμουδιά καθώς και τα ψάρια της περιοχής μας.
- Με ποιο τρόπο μπορούμε να ειδοποιήσουμε τους ανθρώπους για τον κίνδυνο;
- Πάμε γρήγορα ,είπε ο Γλι –γλι.
Πέταξαν γρήγορα και πήγαν στο γλαροχώρι. Άρχισαν τότε να πετούν κυκλικά και να κρώζουν δυνατά στον αέρα.. Όλοι οι γλάροι ξαφνιασμένοι σηκώθηκαν στον αέρα.
-Τι συμβαίνει; Ρωτούσαν ανήσυχοι ο ένας τον άλλο.
-Ελάτε όλοι μαζί μας γρήγορα, έκρωξε ο Γλι – γλι. Πέταξαν γρήγορα και πήγαν στο πιο κοντινό λιμάνι. Έκαναν κύκλους πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων κρώζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Οι άνθρωποι παραξενεύτηκαν βλέποντας αυτό το παράξενο θέαμα.
-Κάτι συμβαίνει, είπε ο λιμενάρχης. Κάτι πολύ κακό. Σαν s.o.s μου μοιάζει. Οι γλάροι κινδυνεύουν. Γρήγορα στο γλαροχώρι να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει.

Όταν έφτασαν και αντίκρισαν το μέγεθος της καταστροφής τους έπιασε μεγάλη απελπισία.. Ειδοποίησαν αμέσως τους αρμόδιους . Σε λίγη ώρα έφτασαν στην παραλία φιλοζωικές οργανώσεις, που μάζεψαν τα ζώα που αργοπέθαιναν και τους προσέφεραν φροντίδα και περίθαλψη. Μετά έφεραν ειδικά μηχανήματα και άρχισαν οι προσπάθειες να καθαριστεί η φονική ρύπανση . Αρκετές μέρες δούλεψαν με τρελούς ρυθμούς και ευτυχώς κατάφεραν να περιορίσουν τη ρύπανση στο ελάχιστο. Κι αυτό χάρις στο s.o.s. του Γλι- γλι και των άλλων γλάρων, που συνέχισαν να ζουν στο αγαπημένο τους γλαροχώρι.

(εικαστικές δημιουργίες της Παρασκευής Κηπουρίδου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου