Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

το δικό τους λιμάνι, γράφει ο Τάσος Ορφανίδης


"Πιάσανε ακτή, μαζί και τα όνειρα." 

Μαντήλια μαζεμένα στην αποβάθρα κουνιόντουσαν ρυθμικά σαν να ΄παιζε μουσική που τα συνόδευε. Τα χέρια πέρα δώθε, άλλοι τα ‘βαζαν μπροστά στα μάτια τους για να τα προστατέψουν από τον ήλιο που τους θάμπωνε. Έκρυβαν μαζί και την συγκίνηση, ντρεπόντουσαν να σκουπίσουν τα δάκρυα της προσμονής, καμιά φορά με την ανάποδη κάνανε κίνηση προς το πρόσωπο.

Κάποιος σκούντησε δυνατά απρόσεκτα αλλά η προσοχή του ήταν τεταμένη και προσηλωμένη στο καράβι, που ‘πιανε αργά και προσεκτικά λιμάνι. Οι ναύτες της αποβάθρας έτοιμοι να πιάσουν τα σχοινιά, που θα τους πετάξουν από το βαπόρι. Ο κόσμος που περίμενε άρχισε να συνωστίζεται επικίνδυνα, μη πέσει κανείς στη θάλασσα. Οι πιο εγκρατείς, προσπαθούσαν να βάλουν τα πράγματα σε τάξη. Τα συναισθήματα όμως δεν συμμαζεύονται, οι άνθρωποι τους είναι , οι δικοί τους που λείπουν χρόνια. Η προσφυγιά μεγάλο μαράζι .

Εκεί ήταν που είδε ο Αλέκος τα μάτια της Δοξούλας και πελάγωσε, έχασε το μυαλό του. Φοβήθηκε ότι θα την χάσει αλλά δεν χάνονται εύκολα αυτά τα μάτια. Ντυμένη στα κόκκινα απο την ομπρέλα της που κρατούσε για τον ήλιο ,το μπουφάν της, το φόρεμα της . Ξεχώριζε ανάμεσα στο πλήθος, είχε διαφορετική εμφάνιση από τους άλλους,έμοιαζε να είναι από ξένο τόπο.

Πλησίασε και προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει. Αυτή τον κοίταξε με απορία, αλλά και με νάζι .Τι βοήθεια θα μπορούσε να της προσφέρει αυτός ο ξερακιανός άντρας. Ίσως να ναι και μικρότερος της. Ο Αλέκος δεν πτοήθηκε, της συστήθηκε ευγενικά και της πήρε ένα  μεγάλο δέμα που ήταν δεμένο σταυρωτά με χοντρό σχοινί.Το κρατούσε με δυσκολία, ενώ με το άλλο χέρι την έπιασε σταθερά για να μη πέσει. Αυτή δέχθηκε την χειρονομία και αφέθηκε, της άρεσε.

Τα μεγάφωνα ανακοίνωναν επίσημα την άφιξη του πλοίου. Ακολούθησαν οδηγίες.
 Ο Αλέκος με την Δοξούλα δεν χρειαζόντουσαν  οδηγίες, τους αρκούσαν οι δικές τους επιθυμίες και προσδοκίες.
Ένα μικρό χέρι χώθηκε στο δικό της, γνώριμο της φάνηκε, γνώριμη και η φωνή της που την αποκάλεσε <μαμά>.Η απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της. Κίνησαν αργά να φύγουν οι τρείς τους  μαζί, για το δικό τους λιμάνι.

Κάθε φορά που θα  ερχότανε ένα καράβι, η Δοξούλα θα ήταν εκεί στην προβλήτα να περιμένει για να υποδεχθεί τους αγαπημένους της.Κάθε φορά ανελειπώς και κάθε φορά ο Αλέκος με την μικρή Αρετή θα την παίρνουν για να επιστρέψουν στο σπιτικό τους. 
Δύσκολη η προσφυγιά, πολλά τα τραύματα που αφήνει πίσω της. 


Τάσος Ορφανίδης    




Υ.Γ την φωτογραφία της κοπέλας την ανέβασα χωρίς την άδεια της (δεν το συνηθίζω, δεν είχα στοιχεία επικοινωνίας) είναι από πορεία για τις Σκουριές, ας με συγχωρέσει που την συνέδεσα με την φανταστική μου ιστορία, είναι ύπέροχη.

μια αλιώτικη προδοσία , γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

φωτογραφία από athensmagazine.gr
Άνοιξε την πόρτα νευρικά και πετάχτηκε με μιας έξω . Δεν άντεχε άλλο εκεί μέσα, πώς να το χειριστεί δεν ήξερε. Πήρε το πρώτο μονοπάτι που οδηγούσε προς την θάλασσα. Πάντα την ηρεμούσε .

Έβγαλε νωχελικά τα ρούχα της, τα άφησε να ακουμπήσουν μαλακά στην άμμο και κίνησε προς  το φως του φεγγαριού που λαμπύριζε μέσα στα νερά. Άκολούθησε την γραμμή του με αργές κινήσεις, απολαμβάνοντας την δροσιά και το χάδι της . Κατά διαστήματα βουτούσε μέσα για να διακρίνει με το φως τον βυθό.Της άρεζε να παίζει με τα νερά αλλά στο σκοτάδι με το αμυδρό φως του φεγγαριού ήταν διαφορετικά, κάτι πρωτόγνωρο .

 Έτσι ήταν πρωτόγνωρα και τα αισθήματα της , δεν αναγνώριζε τον εαυτό της, πώς να το παλέψει δεν ήξερε . Σκέφτηκε να του το πει αλλά η σκέψη της αυτή αμέσως έσβηνε μέσα της, πάλευε με τα αισθήματα της .
Το βράδυ εκείνο θα έμενε μόνη, εξάλλου τελευταία μόνη είναι, έτσι νιώθει .

 Όταν ακούει τις παντόφλες του να σέρνονται στο πάτωμα είναι τα ποντίκια , όταν ακούει τον βήχα του είναι το σκυλί , όταν της μιλάει είναι η γάτα της που νιαουρίζει .

Όταν σήκωσε τα μάτια της βγαίνοντας από το νερό είδε ότι απομακρύνθηκε αλλά το φως που την έλουζε την μάγευε , δεν ήθελε να γυρίσει πίσω . Προτίμησε  το χάδι του θαλασσινού νερού πάνω της. Της αρέσει να κάνει έρωτα με το κύμα, το αφουγκράζεται , παλεύει στην αγκαλιά του και ερεθίζεται,φθάνει σε κορύφωση αφήνωντας κραυγές να βγαίνουν λυσαλέα από μέσα της .


Είναι διαφορετική η όψη του σπιτιού από μακριά κρύφτηκε από το φως του φεγγαριού , το παράθυρο στο δωμάτιο δεν έχει πλέον φως. Είναι μακριά για να γυρίσει πίσω και νιώθει τόσο γαλήνεια.

<αφιερωμένο>

Τάσος Ορφανίδης 



η προδοσία φοράει φιλικό ρούχο,γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

                                  <Τόλμα να σκέφτεσαι διαφορετικά> Θ.Χ


Η μάνα της συνήθιζε να έχει στο σπίτι αυτές τις ρώσικες κούκλες μπαμπούσκα .
Είχε παρατηρήσει ότι μία απο αυτές την έβαζε πάντα αντίθετα να κοιτάει. Στην αρχή δεν την παραξένεψε, αλλά όταν επιχείρησε να την αλλάξει κάποια στιγμή, η μάνα της όρμησε μαινόμενη φωνάζοντας να την βάλει αμέσως στην θέση της. 

Η πόρτα έκλεισε δυνατά πίσω του, κόντεψε να σπάσει το κρύσταλλο . Ο εκκωφαντικός θόρυβος που έκανε, ξύπνησε τις αναμνήσεις από άλλες  στιγμές.Με τον ίδιο τρόπο η πόρτα έκλεισε, όταν μπήκανε στο σπίτι ενώ την είχε αγκαλιά. Ο ίδιος θόρυβος , η ίδια κίνηση. Πόσο διαφορετικά όμως .

Θυμάται όταν την οδήγησε στο κρεβάτι, της έβγαλε το φόρεμα κατεβάζοντας  το φερμουάρ, είχε προβλέψει η ίδια να είναι απλή κίνηση, ήξερε ότι πάντα τον δυσκόλευαν οι λεπτομέρειες. Οι κινήσεις του ήταν απαλές, ταίριαζαν με την μουσική που πλημμύριζε το δωμάτιο. Τα λουλούδια στα ανθοδοχεία και άλλα στις γλάστρες άπλωναν το άρωμα τους σ’ όλο το σπίτι. Ο φωτισμός χαμηλός, να ταιριάζει με την περίσταση.

Κράτησε καιρό , το σκηνικό επαναλαμβανόταν τακτικά . Πολλές φορές απορούσε γιατί δεν είχε αλλαγές, γιατί μόνιμα στο ίδιο μοτίβο. Η επανάληψη άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον της και αυτό την ανησυχούσε. Είχε διαβάσει σε πολλά περιοδικά, ότι πρέπει να έχει φαντασία, να προσθέτει αλλαγές, να δημιουργεί εκπλήξεις, κάπου να τον παρασέρνει . Εφ’ όσον αυτός δεν έχει φαντασία ας τον παρασύρει στην δικιά της, σκέφθηκε. Το συζήτησε με την φίλη της που συμφώνησε.Το επιχείρησε, τι να κάνει άρχισε εξάλλου να την κουράζει το σκηνικό.

Ήταν εκείνο το μοιραίο βράδυ που της μπήκε η ιδέα να φορέσει κάτι πιο ανάλαφρο, να γίνει περισσότερο προκλητική,η μουσική να έχει ένταση, ν΄αλλάξει τον φωτισμό στο δωμάτιο και τα λουλούδια να εξαφανιστούν, άφησε μόνο την ορχιδέα που της άρεζε. 

Παραξενεύτηκε εκείνος με το που μπήκε στο σπίτι, είχε μια ανησυχία ,οι κινήσεις του γίνανε νευρικές,βγήκε θυμωμένος τελικά από το δωμάτιο . Προσπάθησε να της εξηγήσει αλλά εκείνη δεν έβγαζε τίποτα.Μετάνιωσε θέλησε να τον παρασύρει με το παλιό σκηνικό αλλά πάλι τίποτε. Δεν άργησε να καταλάβει ότι άλλη ήταν η αιτία. Τον ρώτησε στα ίσια . 

Βαρέθηκε της είπε , δεν του αρέσουν οι αλλαγές αλλά η αγκαλιά της Ελένης,το άρωμα που βάζει είναι αυτό που του αρέσει.
Της ήρθε να τον κοπανήσει με τα παπούτσια στο κεφάλι, αλλά προτίμησε να του ανοίξει την πόρτα να τον πετάξει έξω μαζί με τα παπούτσια του .

Την άλλη μέρα θα τα 'λεγε  ένα χεράκι με την κολλητή της που τα κάνει καλύτερα. 

Έστρεψε το βλέμμα της στις κούκλες μπαμπούσκα που συνήθιζε να έχει την μιά να κοιτάει αντίθετα. Κάτι προαισθανότανε, ενώ θυμήθηκε την μάνα της!

Τάσος Ορφανίδης 


ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, απλές σκέψεις του Βαγγέλη Μαρκάκη

Φωτογραφία Δημήτρης Σπυράκος
ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ


Τα χρόνια δεν μπορείς να τα μαζέψεις, να τα προστατέψεις από πού ; από ποιόν; από τι;

Οι αξιόχαρες ,αξιόπονες στιγμές αυτές μένουν, εκεί στο περβάζι της μνήμης, σαν εκθέματα στο μουσείο της ζωής.

Οι μη λάθος επιλογές που κάπου μας οδήγησαν,

Οι λίγοι πραγματικοί φίλοι, όχι μόνο οι αήμνηστοι που μας άφησαν νωρίς,

Κάποια επιλεγμένα ταξίδια που μας άνοιξαν τα μάτια ,την καρδιά, την ψυχή,

Κάποιοι αξιόλογοι έρωτες, άτυχοι συνήθως, που μας έκαναν όμως να πονέσουμε, να  νιώσουμε, να σκεφθούμε διαφορετικά,

Κάποιοι ξεχωριστοί Άνθρωποι που έτυχε να συναντήσουμε,

Κάποια  βαθειά συναισθήματα, κάποια ξεχωριστά βιβλία ,κάποιες αξέχαστες μουσικές, κάποιες πολύ καλές,
συνήθως τυχαίες  συντροφιές πού έτυχε να βρεθούμε,

Όλα τ’άλλα χαράμι η χαλάλι τους.
Έτσι κι αλλιώς πέρασαν.


Βαγγέλης Μαρκάκης

Χανιά- Ιούλης 2015




Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Ακριβό στολίδι, γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

"απ' ότι θυμάμαι" 

Ο καθρέφτης έδειχνε την ομορφιά της , δεν είχε ψευδαισθήσεις. Καθισμένη στο σκαμπό στριφογύριζε εκμεταλλευόμενη την εικόνα της, έπαιζε με τους πλευρικούς καθρέφτες για να μη αφήσει καμία εκκρεμότητα πάνω της. Η νυχτικιά της ήταν μεταξωτή, από τα ακριβότερα μαγαζιά αγορασμένη. Η τουαλέτα της φορτωμένη με αρώματα κάθε λογής από κάθε τόπο, τα ακριβότερα, αγορασμένα η σταλμένα απευθείας από οίκους περιωπής. Η μπιζουτιέρα της είχε κοσμήματα β’ διαλογής, της καθημερινότητας. Τα άλλα που φορούσε σε στιγμές ξεχωριστές, τα είχε  καλά κρυμμένα.

Η έξοδος της από το σπίτι ήταν ολόκληρη διαδικασία. Ξεχωριστά φορέματα ακριβά, η ντουλάπα της ήταν το πλουσιότερο σημείο του σπιτιού. Η κάθε μέρα ήταν διαφορετική μέρα, άλλο ντύσιμο ακόμη και για τα ψώνια της γειτονιάς, αν και τα απόφευγε, συνήθως της τα παρέδιδαν στο σπίτι. Το περπάτημα της ξεχωριστό με γυναικεία χάρη. Οι κινήσεις της προσεγμένες, είχαν μια αφηρημάδα αλλά για να τραβούν την προσοχή. Τα βλέμματα των αντρών έπεφταν βροχή πάνω της αλλά τα προσπερνούσε αδιάφορα, δεν πάτησε το στεφάνι της, κοκέτα ήταν.

Της άρεζε να είναι όμορφη Ακόμη και στα βαθιά της γερατειά δεν έβγαινε έξω, αν δεν περιποιούταν την εμφάνιση της . Ευγενική, με το χαμόγελο πάντα αλλά σοβαρή, προσεγμένη στο ντύσιμο, γυναίκα με τα όλα της.


Πώς να ξεχάσεις μια τέτοια γυναίκα που η σημασία της λέξης ήταν πάνω της. Ακριβό στολίδι! 

<Αφιερωμένο> 

Τάσος Ορφανίδης 







Γεια σου ρε φίλε, γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
Γεια σου ρε φίλε ,
πεθύμησα κάνα κρασί, να θυμηθούμε τα παλιά, τις όμορφες στιγμές κι ας ήταν πονεμένες αρκετές φορές. Δεν έλαμπε ο ήλιος κάθε φορά, υπήρχαν σύννεφα πολλά.

 Δεν είναι το γέλιο που μαράζωσε αλλά το χαμόγελο που ‘λειψε απ’ τα χείλη. Ας ήτανε ένα γιοφύρι να διαβώ να περάσω απέναντι . Δεν είναι από συνήθεια αλλά να, χρειάζομαι να γιομίζω . 

Κουράστηκα ν’ αφήνω ξέμπαρκα συναισθήματα να σέρνονται , κουράστηκα να πλανεύομαι από εφήμερα όνειρα , θέλω να πιαστώ και ν’ αφουγκραστώ κι αν είναι να πέσω τι έχω να  φοβηθώ .


Γεια σου ρε φίλε,
κι αν μου λείπεις είναι γιατί μοιράστηκα μαζί σου, ρούφηξα το ποτήρι σου μέχρι πάτο κι αν δεν έγειρα είναι γιατί με κρατούσες. Πόσες φορές στάθηκα όρθιος να κοιτάξω πέρα στα πέλαγα, να συναντήσω τα όνειρα μου . 

Τότε ήταν που γιόμιζε ο ουρανός πουλιά, χαρούμενες φωνές , τότε ήταν που άκουσα το κλάμα σου που ‘χασες το πολύτιμο σου . 

Γεφύρωσα τις αποστάσεις,έφερα το κάθισμα πιο κοντά στο τραπέζι, γιόμισα το ποτήρι πολλές φορές, αλλά πάντα μόνος. Το δικό σου κάθισμα ήταν αδειανό και το ποτήρι σου γιομάτο, ο μεζές στο πιάτο απείραχτος. 

Τότε έστρεφα το βλέμμα μου να κοιτάξω ξανά στο πέλαγος, μα ήταν ανταριασμένη η θάλασσα και ο ουρανός γιομάτος με σύννεφα χωρίς πουλιά, χωρίς λαλιά.

Γεια σου ρε φίλε, 
μη σκάς κάπου θα βρεθούμε ξανά!

Τάσος Ορφανίδης 


<Αφιερωμένο σε δυνατές φιλίες που σημαδεύτηκαν στον χρόνο >






το ολόγιομο φεγγάρι, γράφει ο Τάσος Ορφανιδης

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού
Φάνηκε  σήμερα το ολόγιομο φεγγάρι κι άφησε το χαμόγελο του να καλωσορίζει τα όνειρα. Όταν ξυπνήσουν, θα μείνουν οι ελπίδες να αιωρούνται στο δωμάτιο σαν πεταλούδες.

Άνοιξα το παραθύρι για να τραγουδήσω αλλά μόλις το αντίκρισα δεν θυμόμουνα στίχο, έχασα τις μελωδίες, έμεινα μόνο να το κοιτώ. ¨Όταν η πόρτα μαντάλωσε δεν έμεινε τίποτε που να θυμάμαι. Χάθηκαν όλα έμεινε μόνο το χαμόγελο να μου κλείνει το μάτι πονηρά. 

Γιατί παραξενεύτηκα; 
Μου μοιάζει με το ολόγιομο φεγγάρι , μα το πονηρό του βλέμμα μου θυμίζει τα σχέδια που κάναμε μαζί. 
Σήμερα όμως δεν μ’ αφορούν. 
Μπήκα μέσα στο σπίτι κι έκλεισα την πόρτα, το φεγγάρι έμεινε απ’ έξω μαζί με τα ξεχασμένα όνειρα. 
Τα σχέδια που κάναμε μαζί, λιποτάκτησαν.

Tάσος Ορφανίδης


Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

μια αναπάντεχη στροφή του δρόμου, γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Περιοχή Αγίου Φανουρίου -  Πολύγυρος. φωτογραφία Μπάμπης Τάσιος 

Εκεί που κινιόμουνα  με ταχύτητα στον δρόμο μουγκρίζοντας η μηχανή του αυτοκινήτου μου, προσπέρασα την στροφή με βία. Ήμουν ακριβώς πάνω στην στροφή που βλέπει στο εκκλησάκι του Αγ.Φανούριου στον Πολύγυρο .Μα γιατί τόσο βιαστικός αναλογίστηκα με θλίψη. Η βιασύνη συνήθως συναντά σκαλώματα, φορτώνει αναποδιές.

Η μικρή ιστορία που μου ήρθε στο μυαλό με γύρισε χρόνια πίσω, εκεί στα παιδικά χρόνια, στα κάστρα της Πάνω Πόλης στην Θεσσαλονίκη.

 Μαζευόμασταν πιτσιρικαρία στην γειτονιά για να παίξουμε . Ποδόσφαιρο, κρυφτό, κυνηγητό, μακριά γαϊδούρα, αγώνες με τα συρμάτινα αυτοκίνητα από ιδιοκατασκευές και πόσα άλλα.

Ένα από τα αξέχαστα παιχνίδια ήταν το κρυφτό, η μοναδική μας αφορμή για να στριμώξουμε καμιά γειτονοπούλα. Συνήθως κρυβόμασταν στα πιο απόμακρα και σκοτεινά σημεία .Ποιός να μας βρει αν δεν το θέλαμε εμείς. Κάποια στιγμή χαμένος στον κόσμο μου, δεν πρόσεξα ότι μας βρήκε αυτός που φιλούσε κρυφτό. Αιφνιδιασμένος κάνω να βγω απ’ την κρυψώνα μου βιαστικά. Ήθελα να προλάβω να φτάσω στο σημείο που έπρεπε να φτύσω πρώτος για να μη καώ. Εκεί που έτρεχα με ταχύτητα, σκοντάφτω σε μια πέτρα, χωματόδρομος γαρ και βρίσκομαι με το κεφάλι καρφωμένος στο ντουβαράκι παραδίπλα και στο νοσοκομείο γεμάτος αίματα για ράμματα.

Ακόμη και σήμερα το κουβαλάω το σημάδι. Πως να ξεχάσω εκείνα τα όμορφα χρόνια με τέτοιο περήφανο σημάδι!


Είδα το φως σαν προσευχή
Βρέθηκα ξανά πάνω στην στροφή
Δεν είναι αμαρτία
είμαι απρόσεκτος χωρίς αιτία

συνήθιζα να κάνω τον σταυρό
σε κάθε εκκλησάκι που θα βρω
μα τούτο το προσπέρασα
μου φαίνεται πως γέρασα

κι όμως σταμάτησα με βία
έκανα αναστροφή κι έστριψα ευθεία
δεν είναι ότι φαντάζομαι
μα κάτι υποψιάζομαι.

Αφέθηκα στην στροφή του δρόμου να χαζεύω το πέλαγος. Δεν πρόσεξα το εκκλησάκι ακριβώς πάνω στην στροφή, με αγκάλιασε ένα φως!

Τάσος Ορφανίδης




<ιστορία επηρεασμένη από την εξαιρετική φωτογραφία του Μπάμπη Τάσιου>

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

η τελευταία του ευχή,γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

           <Όταν αφήναμε τα μυστικά μας να δέσουν  στο παλιό κρασί,
                εμείς τα σιγοκαίγαμε, τσουγκρίζαμε και κλαίγαμε.> 
(από την ποιητική μου συλλογή, Τσακισμένες Σελίδες)


"της πίκρας το καμάρι ήταν η ζωή"

Τα πόδια του τρέκλιζαν καθώς χτυπούσε  παράφωνα πέρα δόθε το μπαστούνι. Το καλντερίμι του τρυπούσε τα γόνατα, κάθε φορά που έπεφτε και πάλι σηκωνότανε απ’ την αρχή. Το καπέλο στραβά,η γραβάτα δεμένη ανάποδα, το σακάκι στον ώμο και το κομπολόι να σέρνεται άτσαλα στην γη.

 Παραπατούσε κι έλεγε "της πίκρας του καμάρι ήταν η ζωή", αυτήν μοιρολογούσε κλαίγοντας και σιγοτραγουδώντας. Ένας κορμός δένδρου ήταν αρκετός για λίγα λεπτά ξεκούραση, το φως στο παραθύρι αχνόφεγγε για να του δείχνει τον δρόμο, να μη μπερδέψει. 

Το φεγγάρι σήμερα ήταν διαφορετικό, λες και κρυβότανε από ντροπή. Αυτός όμως δεν πτοούταν με τίποτες, πήρε ξανά την στράτα για να βγάλει την ανηφόρα, κάπου εκεί πιο πέρα θα ξαπόσταινε. 

Η ρακί σήμερα ήταν καλή φίλη . Τον γλυκοκοίταζε και του μιλούσε κι αυτός την χάιδευε,  κοιτώντας το βάθος του ποτηριού με την δική του λατρεία. Δεν το ‘παιρνε το βλέμμα του απ’ εκεί, μια αυτός μια αυτή. Παρεάκι ήταν δεν του χαλούσε χατίρι. 

Η πόρτα άνοιξε, η γάτα πετάχτηκε έξω καταπάνω του τρομαγμένη όσο κι αυτός.Δεν του άρεσαν τα χάδια, είχε για καιρό να νιώσει χάδι πάνω του κι αυτός ν’ανταποδώσει. Η κυρά του αποφάσισε να τον αφήσει βιαστικά για το μακρινό ταξίδι κι αυτός έπνιξε την πίκρα της μοναξιάς μες το βαθύ ποτήρι.

Κίνησε να πιάσει το πεζούλι, το χέρι του έχασε την σταθερότητα που 'χε. Έπιασε ένα λουλούδι, κρατήθηκε απ'εκεί όσο είχε την δύναμη για να κρατηθεί. Αλληλοκοιτάχθηκαν με ξαφνιασμό, χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, προσπάθησε να σηκωθεί για να το μυρίσει και τον πήρε η κατρακύλα.

 Ήταν η τελευταία του ευχή .


Τάσος Ορφανίδης


(στην μνήμη του παππού μου Γιώργη που χάθηκε όταν ήμουνα παιδί, 
αλλά έχω ζωνταντές εικόνες του) 

Μια μικρή αναλαμπή , γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Νίκη Μιχοπούλου

Με προσπέρασε μια πεταλούδα , την κοίταξα την καμάρωσα και κίνησα για να φύγω. Αυτή όμως επέμενε, γύρισε πίσω και άρχισε να κάνει γύρους από μένα, λές και έδενε μια κορδέλα πάνω μου. Ένιωσα τα βήματα μου να μικραίνουν, οι κινήσεις των χεριών μου να λιγοστεύουν και οι αναπνοές μου να κόβονται. 

Σταμάτησα, της χαμογέλασα καθώς στάθηκε μπροστά μου και με κοίταξε κατάματα. Τα ωραία μπλε μάτια της, τα καστανά μαλλιά της, το χαμόγελο της με αιχμαλώτιζαν. Κοντοστάθηκα κι άλλο, αποφάσισα να καθίσω σ’ ένα πεζούλι, γεμάτο τριανταφυλλιές με πλούσιο άρωμα . Να σε ναρκώνουν για ταξίδια σε άγνωστα μαγευτικά μέρη,  γεμάτα περιβόλια, μπαξέδες, λίμνες, ποτάμια, πουλιά, ανοιξιάτικα χρώματα, γεμάτο πεταλούδες.

Κάποια στιγμή σταγόνες της βροχής δρόσισαν το πρόσωπο μου, άνοιξα τα μάτια μου. Όλα είχαν άλλα χρώματα φθινοπωρινά ,φύλλα πεσμένα στο μονοπάτι, ψιλή βροχούλα κι ένα δροσερό μπουγάζι κατέβαινε από ψηλά. Τα χέρια μου αγκάλιαζαν το πεζούλι, τα πόδια μου απλωμένα στο γρασίδι,βρισκόμουν ακουμπισμένος στον κορμό μιας γέρικης ελιάς. Τα μπλέ μάτια μιας ολόλευκης γατούλας ήταν καρφωμένα ερωτηματικά πάνω μου. Άπλωσα το χέρι μου να την χαιδέψω, τα χέρια μου κινήθηκαν απελευθερωμένα. Τα πόδια μου αναδιπλώθηκαν χωρίς δυσκολία, γονάτισα για να μπορέσω να σηκωθώ.Η μικρή γατούλα κούρνιασε στα πόδια μου και άρχισε να τρίβεται πάνω μου.

Το κορμί μου πονούσε το πηρούνιασε η υγρασία, τίποτα χαμογελαστό δεν έβλεπα γύρω μου, όλα μουντά και τα σπίτια ξεβαμμένα στο γκρί, έχασαν το χαρούμενο τους χρώμα. Όλα ήταν φθινοπωρινά, στο λιβάδι όμως τα χρώματα θα παίζουν μεταξύ τους θ’ αλλάζουν ύφος, θα βρίσκονται σε προσμονή.

Ένα χαρτί σκάλωσε στο πρόσωπο , ήταν μια αφίσα με αναφορά στις επικείμενες εκλογές . Μου ήταν δύσκολο να περπατήσω απ’ το βάρος της ηλικίας, των ημερών, των ανήμπορων συνθηκών. Ένα περίσευμα, χωρίς χαμόγελο με τα μάτια μόνιμα πονεμένα.

 Τα μπλέ μάτια ήταν μια παρηγοριά, μια μικρή αναλαμπή!  


Τάσος Ορφανίδης




Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

κουράστηκα , γράφει ο Τάσος Ορφανίδης


Κουράστηκα, μου είπε σήμερα. 

Την κοίταξα καλά για να διακρίνω την κούραση, αυτή την περίεργη χλομάδα στα όμορφα μάτια της. Έστρεψα το βλέμμα μου στα χέρια της, να πιάσω  το τρέμουλο τους. Οι ρυτίδες στο πρόσωπο βάθυναν, τα χέρια έχασαν την λεπτότητα τους, τα πόδια σέρνονται και το χαμόγελο λιγόστεψε.

Τι να κάνω μπορώ και αλλιώς , μου είπε.
Κουράστηκα!
Σ' αφήνω τώρα, πρόσεχε τον εαυτόν σου.
Προσέχω μάνα, κάνε κουράγιο! 

Σηκώθηκε αργά, πήρε το μπαστούνι που ΄χε πάντα δίπλα στον καναπέ της. Έστρεψε για λίγο να δει αν την ακολουθεί το σκυλάκι της και κίνησε αργά για το δωμάτιο της.

Προσέχω μάνα!

Τάσος Ορφανίδης

(φανταστική ιστορία αφιερωμένη στις μάνες)


Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

ας γίνουμε παιδιά να αγγίξουμε το όνειρο, γράφει ο Τάσος Ορφανίδης





"γύρω από ένα όνειρο" 

-Σήμερα θα παίξουμε το παιχνίδι που μας αρέσει
- ναι!!! εμένα μου αρέσει να ταξιδεύω
- που θέλεις να πας Παναγιώτη;
-θέλω να πάρω τα καράβι μου και να ταξιδέψω μακριά στις θάλασσες
- που είναι το καράβι σου;
- εδώ, είναι κρυμμένο σ’αυτή την τσάντα!

Το παίρνει το ανοίγει και η χαρά απερίγραπτη.Ένα ιστιοφόρο για συναρμολόγηση 

-τι λες να το ετοιμάσουμε για το ταξίδι του;
- ναι !!

Παίρνει την τσάντα με το όνειρο του και είναι έτοιμος να ταξιδέψει.Στρώνεται μπροστά στο τραπέζι και καλεί την Λουκία να το φτιάξουν.

Τόσο απλά μα τόσο αληθινά ετοιμάζεται να δημιουργήσει, για να πιάσει το όνειρο! 

Η Λουκία γιατί να του χαλάσει το χατίρι, είναι κοντά στο όνειρο!

Τάσος Ορφανίδης















Στον ίδιο αγώνα μαχητές, Παρασκευή Κηπουρίδου

Στον ίδιο αγώνα μαχητές

Φίλε μου, μη ρωτάς τι μ’ έφερε σ’ αυτό τ’ ονειρεμένο ακροθαλάσσι,
κι έχω ξαπλώσει, έτσι θλιμμένη, πάνω στην ζεστή, χρυσή αμμουδιά.

Η μέρα φτάνει προς το τέλος, δες ο ουρανός κι η θάλασσα αιμορραγεί,
μαζί τους και η ύπαρξή μου, η ψυχή μου, η ίδια μου η ζωή φυλλοροεί.
Η θλίψη και η οδύνη με τυλίγει σαν μαύρος μανδύας , σκοτάδι γεννά,
σκοτάδι πηχτό, που γίνεται ένα με τον αέρα που ανασαίνω και με πνίγει.

Δες πως βάφτηκε ο ουρανός κόκκινος, δες ο ήλιος πως γέρνει αργά ,
δες με πόση αδημονία κουρνιάζει στης θάλασσας την ερωτική αγκαλιά,
δες με τι αγάπη και πάθος τον κρύβει στον ιριδίζοντα, υγρό της κόρφο.

Τα γλαροπούλια δες πως βγαίνουν ένα – ένα να κουρνιάσουν στη στεριά,
κι εκεί τα δέντρα, δες πως έχουν ξεθωριάσει στης νυχτιάς την αγκαλιά.
Σκέψεις, κύματα ψηλά με κατακλύζουν, με χτυπούν στα βράχια μ’ απονιά,
αδάμαστα άτια στης μνήμης τη στράτα, ο τροχασμός τους αγκάθι στην καρδιά.

Πως ξεχειλίζει η οδύνη, φουριόζα, απ’ της ψυχής τις χαραμάδες,τις ρωγμές,
σφίγγω τα χείλη, το δάκρυ πνίγω, στα συναισθήματά μου βάζω χαλινά.

Ήρθε κι όλας η νυχτιά, άναψαν τα ουράνια καντιλέρια, το φεγγάρι αγρυπνά.
Άλλη μια μέρα τέλειωσε, θα ξημερώσει άλλη μια, απαράλλαχτη και ίδια.
Πόσο φοβάμαι τους δρόμους, που βαδίζουν οι άνθρωποι καθημερινά.
Πόσο με πληγώνει αυτή η αέναη διαδρομή, που δεν αλλάζει ρότα πουθενά.

Άκου το απαλό αεράκι πώς χαιδεύει τρυφερά και ταχταρίζει τις ελιές,
πώς σιγοψιθυρίζει τραγούδια ερωτικά, μυστικά στις σκούρες φυλλωσιές!

Σκέψεις, μνήμες, όνειρα, απογοητεύσεις, τρελλά πουλιά, φτερουγίζουν,
πλησιάζουν , με δένουν χειροπόδαρα, σε σκοτεινό κελλί με κλειδώνουν.
Αναρωτιέμαι τι θα κάνουν πάλι οι άνθρωποι μόλις χαράξει τούτη η αυγή.
Άσε νομίζω, ξέρω καλά, η νέα μέρα των ανθρώπων,πώς θα εξελιχθεί.

Στον ίδιο αγώνα μαχητές, αγάπη, φθόνος, ζήλεια, μίσος, θυμός, πίεση,
απελπισιά, ελπίδα, πάθος, έρωτας, απογοήτευση , ανθρώπινα πάθη,
πάθη και λάθη και κάπως έτσι, όπως πάντα, θα περάσει και η μέρα αυτή.

Άλλωστε, φίλε κάπως έτσι δεν κυλάει μέρα με τη μέρα ολόκληρη η ζωή;
Κι αναρωτιέμαι μέσα στου κελλιού την εκκωφαντική ,κραυγάζουσα σιωπή,
αξίζει να φορτώνουμε, με ανούσια πράγματα , αυτό που λέγεται ΖΩΗ,
αφού μια και μόνο μία και μοναδική ευκαιρία, έχει ο καθένας να τη ζει;

ΠΚ


Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Ελληνική σπάνια ομορφιά

Καλή πλεύση Θέμη και Χριστίνα στο μαγικό ταξίδι σας




Φωτογραφία Τάσος Ορφανίδης



< Το καράβι έχει αρχίσει το ταξίδι του, δεν κάνει εύκολα αναστροφή κινδυνεύει να μπατάρει, πρόσεχε παιδί μου να σαι καλός καπετάνιος , τα μάτια σου στο τιμόνι και στο πλήρωμα>

Με αυτά τα λόγια προβόδιζαν  οι γονείς τα παιδιά τους, όταν επρόκειτο να σαλπάρουν. Με τα ίδια λόγια τα καλοτυχίζουν,  όταν αποφασίσουν να κάνουν το δικό τους σπιτικό . Καπεταναίοι γίνονται,θα συναντήσουν θύελλες, καταιγίδες στις περαντζάδες τους. Το πλήρωμα δεν είναι έμπειρο σιγά -σιγά θα μάθει, γι’ αυτό ο καπετάνιος χρειάζεται σοφία και υπομονή.

Η αγωνία των γονιών όταν αποχαιρετούν το παιδί τους, εκδηλώνεται με κάθε τρόπο. Γι αυτό η παράδοση και οι σοφοί μας πρόγονοι όταν δεν μαστίζονταν από την κατηφόρα της πληροφόρησης, προέβλεψαν τα ήθη και τα έθιμα.

Στον γάμο που βρέθηκα χθες, σπάνια συνήθεια για μένα, σπάνε την κουλούρα στο κεφάλι του γαμπρού και το κομμάτι μοιράζεται στους παρευρισκόμενους. Τα έθιμα είναι αυτά που έχουν κρατήσει μέχρι σήμερα τις οικογένειες δεμένες με τον τόπο τους και τους συγγενείς τους. Η παγκοσμιοποίηση των πραγμάτων έχει οδηγήσει σε αλλοτρίωση.

Η συγκίνηση κυρίαρχη που αντιμετωπίζεται με πειράγματα και τον εξαντλητικό χορό. Μακάρι να κρατούσαμε τις παραδόσεις και στα γλέντια με τα παραδοσιακά έθιμα και τραγούδια .Αναβιώνει σταδιακά μέσα από την κρίση και την παλιννόστηση στα χωριά.


Καλή πλεύση Θέμη & Χριστίνα στο μαγικό  ταξίδι σας ,οι καλοί καπεταναίοι στέκουν άφοβα και καρτερούν τις φουρτούνες για να  δαμάσουν  τα κύματα.

Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Τάσος Ορφανίδης

\Για την φωτογραφία της νύφης επιφυλασσόμαστε , η σπάνια ελληνική ομορφιά δεν εκτίθεται εύκολα χρειάζεται προσπάθεια\

βλέπε σχετικό θέμα:Ελληνική σπάνια ομορφιά




Ταξίδι στα Βράσταμα ,γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Τάσος Ορφανίδης

Έβαλα ένα στοίχημα με τον μικρό Παναγιώτη <αν η Φλόκα την ώρα που θα φεύγετε μπει στο αυτοκίνητο τότε θα την πάρεις μαζί σου>
Τι το ‘θελα να παίξω με τα αισθήματα του μικρού και την αδυναμία που του ‘δειξε το σκυλάκι μας. Όλη μέρα μαζί, όπου πήγαινε ο Παναγιώτης από πίσω αυτή , δεν τον άφηνε από τα μάτια της.

Την στιγμή που η Φλόκα μπήκε στο αυτοκίνητο, εκείνη την στιγμή κατάλαβα πόσο σοβαρό για όλους μας, ήταν το στοίχημα και το δίλημμα του. Τότε κατάλαβα πόσο καλά ήτανε που ‘χαμε την παρέα τους για λίγες μέρες, πόσο σημαντική είναι η οικογενειακή θαλπωρή.

Η μικρή αφέλεια και η προσήλωση της Φλόκας μας θύμισαν την ομορφιά της οικογένειας και τα ευεργετικά δώρα της μάζωξης. Η δύναμη της οικογένειας που στέκει τα δύσκολα χρόνια.


Το σημείωμα που βρήκα στο γραφείο μου αφημένο διακριτικά πάνω στο κομπιούτερ, μ’ έστειλε κανονικά. Αν επιχειρήσω να το σχολιάσω θα το βεβηλώσω , η ανάγνωση του και μόνο αρκεί. 
Κι αν το δάκρυ κυλήσει  απρόσκλητο θα λερώσει το χαρτί , δύσκολη φάση.
Καλό ταξίδι επιστροφής παιδιά, καλημέρα σας 


Τάσος Ορφανίδης 


Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

πικρή αλήθεια , γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Τάσος Ορφανίδης
«Ο άλλος μου εαυτός»

Γελάστηκα απόψε, ούτε πέρασε απ’ το μυαλό μου ότι θα συναντούσα κατάματα τον εαυτό μου. Έτσι μου είπαν .Τα δάχτυλα μου που κρατούσαν την φωτογραφία έτρεμαν. Κοίταξα στον καθρέφτη απέναντι μου, τραβώντας  τους πλευρικούς καθρέφτες προς την εικόνα μου.

 Χωρίς αμφιβολία μου έμοιαζε. Οι ρυτίδες στα μάτια ήταν δικές μου. Τα μαλλιά μου λιγόστεψαν μπροστά, ενώ πίσω άρχισαν να αραιώνουν. Το χαμόγελο έγινε πιο αινιγματικό αλλά είναι το ίδιο. 

Μα τα ρούχα που φοράω,είναι αυτά που μου άρεσαν πάντα. Το κόκκινο μπλουζάκι με το μαύρο μακρύ πανταλόνι, όπως τ’ άφησα.

Πλησίασα το κομοδίνο, πήρα στα χέρια μου το πορτοφόλι και μελέτησα το περιεχόμενο του. Η ταυτότητα που κρατούσα  ανέφερε το επίθετο, το όνομα και όλα τα υπόλοιπα στοιχεία που μ’ αφορούσαν. 

Προχώρησα περισσότερο στην έρευνα. Άφησα την φωτογραφία που κρατούσα και πήρα διστακτικά τις φωτογραφίες των δύο κοριτσιών. Ναι είναι οι όμορφες κοπέλες που με επισκέφθηκαν πριν από λίγο. Η μια με το πλατύ χαμόγελο και τις ατάκες της, ενώ η άλλη με την γλυκύτητα της.

Από την πάλη μου με το παρελθόν έφυγα, όταν άνοιξε ξαφνικά η πόρτα και εμφανίστηκε η γυναίκα μου.  Μου  ξεκαθάρισε προηγουμένως τον ρόλο της δίπλα μου. Πήρε λίγα κιλά, η φωτογραφία της την έδειχνε αδύνατη και οι ρυτίδες στο πρόσωπο τόνιζαν την ηλικία της. Δεν μπορώ να πω, είναι ωραία γυναίκα.

Τα καπέλα μου στέκουν κρεμασμένα στην κρεμάστρα. Το ένα έχει γεμίσει τραύματα απ' τα πολλά φυσίγγια  και το άλλο στην πούδρα. Κάπως έτσι θα ήταν και η ζωή μου σκέφτηκα. Έκρυψα το πρόσωπο μου στις δυο παλάμες, για να αποφύγω την δική της σκέψη .Τα μάτια της πονεμένα περιέγραφαν τον αργό θάνατο μου, τρόμαξα .

Οι κοπέλες ήρθαν να μ΄αποχαιρετήσουν αγκαλιάζοντας με.Η μια μου τσίμπησε το μάγουλο δίνοντας μου ένα γλυκό φιλί και η άλλη μου χάιδεψε τα μαλλιά για αρκετή ώρα . Κάτι μου θύμιζαν αυτές οι χειρονομίες τρυφερότητας,κάτι από 
εμένα. Δεν τα κατάφερα να συγκρατήσω το δάκρυ μου καθώς έφευγαν, το χαμόγελο τους το φύλαξα, ελπίζω να μου μείνει.

Μου είπαν φεύγοντας ότι είμαι ο εαυτός μου.


<Το χαμόγελο τους έκρυβε μυστικά κι εγώ έψαχνα βαθιά μέσα στο σκοτάδι >


Τάσος Ορφανίδης




(Μια φανταστική ιστορία , αφιερωμένο στον πατέρα μου)