Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

η τελευταία του ευχή,γράφει ο Τάσος Ορφανίδης

           <Όταν αφήναμε τα μυστικά μας να δέσουν  στο παλιό κρασί,
                εμείς τα σιγοκαίγαμε, τσουγκρίζαμε και κλαίγαμε.> 
(από την ποιητική μου συλλογή, Τσακισμένες Σελίδες)


"της πίκρας το καμάρι ήταν η ζωή"

Τα πόδια του τρέκλιζαν καθώς χτυπούσε  παράφωνα πέρα δόθε το μπαστούνι. Το καλντερίμι του τρυπούσε τα γόνατα, κάθε φορά που έπεφτε και πάλι σηκωνότανε απ’ την αρχή. Το καπέλο στραβά,η γραβάτα δεμένη ανάποδα, το σακάκι στον ώμο και το κομπολόι να σέρνεται άτσαλα στην γη.

 Παραπατούσε κι έλεγε "της πίκρας του καμάρι ήταν η ζωή", αυτήν μοιρολογούσε κλαίγοντας και σιγοτραγουδώντας. Ένας κορμός δένδρου ήταν αρκετός για λίγα λεπτά ξεκούραση, το φως στο παραθύρι αχνόφεγγε για να του δείχνει τον δρόμο, να μη μπερδέψει. 

Το φεγγάρι σήμερα ήταν διαφορετικό, λες και κρυβότανε από ντροπή. Αυτός όμως δεν πτοούταν με τίποτες, πήρε ξανά την στράτα για να βγάλει την ανηφόρα, κάπου εκεί πιο πέρα θα ξαπόσταινε. 

Η ρακί σήμερα ήταν καλή φίλη . Τον γλυκοκοίταζε και του μιλούσε κι αυτός την χάιδευε,  κοιτώντας το βάθος του ποτηριού με την δική του λατρεία. Δεν το ‘παιρνε το βλέμμα του απ’ εκεί, μια αυτός μια αυτή. Παρεάκι ήταν δεν του χαλούσε χατίρι. 

Η πόρτα άνοιξε, η γάτα πετάχτηκε έξω καταπάνω του τρομαγμένη όσο κι αυτός.Δεν του άρεσαν τα χάδια, είχε για καιρό να νιώσει χάδι πάνω του κι αυτός ν’ανταποδώσει. Η κυρά του αποφάσισε να τον αφήσει βιαστικά για το μακρινό ταξίδι κι αυτός έπνιξε την πίκρα της μοναξιάς μες το βαθύ ποτήρι.

Κίνησε να πιάσει το πεζούλι, το χέρι του έχασε την σταθερότητα που 'χε. Έπιασε ένα λουλούδι, κρατήθηκε απ'εκεί όσο είχε την δύναμη για να κρατηθεί. Αλληλοκοιτάχθηκαν με ξαφνιασμό, χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, προσπάθησε να σηκωθεί για να το μυρίσει και τον πήρε η κατρακύλα.

 Ήταν η τελευταία του ευχή .


Τάσος Ορφανίδης


(στην μνήμη του παππού μου Γιώργη που χάθηκε όταν ήμουνα παιδί, 
αλλά έχω ζωνταντές εικόνες του) 

3 σχόλια:

  1. πάρα πολύ υπέροχο ! χίλια μπράβο ..

    Κίνησε να πιάσει το πεζούλι, το χέρι του έχασε την σταθερότητα που 'χε. Έπιασε ένα λουλούδι, κρατήθηκε απ'εκεί όσο είχε την δύναμη για να κρατηθεί. Αλληλοκοιτάχθηκαν με ξαφνιασμό, χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, προσπάθησε να σηκωθεί για να το μοιρήσει και τον πήρε η κατρακύλα.

    Ήταν η τελευταία του ευχή .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπορώ να μην συμφωνήσω με τις φίλες μου;
    Τάσο!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή