Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

το δικό τους λιμάνι, γράφει ο Τάσος Ορφανίδης


"Πιάσανε ακτή, μαζί και τα όνειρα." 

Μαντήλια μαζεμένα στην αποβάθρα κουνιόντουσαν ρυθμικά σαν να ΄παιζε μουσική που τα συνόδευε. Τα χέρια πέρα δώθε, άλλοι τα ‘βαζαν μπροστά στα μάτια τους για να τα προστατέψουν από τον ήλιο που τους θάμπωνε. Έκρυβαν μαζί και την συγκίνηση, ντρεπόντουσαν να σκουπίσουν τα δάκρυα της προσμονής, καμιά φορά με την ανάποδη κάνανε κίνηση προς το πρόσωπο.

Κάποιος σκούντησε δυνατά απρόσεκτα αλλά η προσοχή του ήταν τεταμένη και προσηλωμένη στο καράβι, που ‘πιανε αργά και προσεκτικά λιμάνι. Οι ναύτες της αποβάθρας έτοιμοι να πιάσουν τα σχοινιά, που θα τους πετάξουν από το βαπόρι. Ο κόσμος που περίμενε άρχισε να συνωστίζεται επικίνδυνα, μη πέσει κανείς στη θάλασσα. Οι πιο εγκρατείς, προσπαθούσαν να βάλουν τα πράγματα σε τάξη. Τα συναισθήματα όμως δεν συμμαζεύονται, οι άνθρωποι τους είναι , οι δικοί τους που λείπουν χρόνια. Η προσφυγιά μεγάλο μαράζι .

Εκεί ήταν που είδε ο Αλέκος τα μάτια της Δοξούλας και πελάγωσε, έχασε το μυαλό του. Φοβήθηκε ότι θα την χάσει αλλά δεν χάνονται εύκολα αυτά τα μάτια. Ντυμένη στα κόκκινα απο την ομπρέλα της που κρατούσε για τον ήλιο ,το μπουφάν της, το φόρεμα της . Ξεχώριζε ανάμεσα στο πλήθος, είχε διαφορετική εμφάνιση από τους άλλους,έμοιαζε να είναι από ξένο τόπο.

Πλησίασε και προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει. Αυτή τον κοίταξε με απορία, αλλά και με νάζι .Τι βοήθεια θα μπορούσε να της προσφέρει αυτός ο ξερακιανός άντρας. Ίσως να ναι και μικρότερος της. Ο Αλέκος δεν πτοήθηκε, της συστήθηκε ευγενικά και της πήρε ένα  μεγάλο δέμα που ήταν δεμένο σταυρωτά με χοντρό σχοινί.Το κρατούσε με δυσκολία, ενώ με το άλλο χέρι την έπιασε σταθερά για να μη πέσει. Αυτή δέχθηκε την χειρονομία και αφέθηκε, της άρεσε.

Τα μεγάφωνα ανακοίνωναν επίσημα την άφιξη του πλοίου. Ακολούθησαν οδηγίες.
 Ο Αλέκος με την Δοξούλα δεν χρειαζόντουσαν  οδηγίες, τους αρκούσαν οι δικές τους επιθυμίες και προσδοκίες.
Ένα μικρό χέρι χώθηκε στο δικό της, γνώριμο της φάνηκε, γνώριμη και η φωνή της που την αποκάλεσε <μαμά>.Η απορία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της. Κίνησαν αργά να φύγουν οι τρείς τους  μαζί, για το δικό τους λιμάνι.

Κάθε φορά που θα  ερχότανε ένα καράβι, η Δοξούλα θα ήταν εκεί στην προβλήτα να περιμένει για να υποδεχθεί τους αγαπημένους της.Κάθε φορά ανελειπώς και κάθε φορά ο Αλέκος με την μικρή Αρετή θα την παίρνουν για να επιστρέψουν στο σπιτικό τους. 
Δύσκολη η προσφυγιά, πολλά τα τραύματα που αφήνει πίσω της. 


Τάσος Ορφανίδης    




Υ.Γ την φωτογραφία της κοπέλας την ανέβασα χωρίς την άδεια της (δεν το συνηθίζω, δεν είχα στοιχεία επικοινωνίας) είναι από πορεία για τις Σκουριές, ας με συγχωρέσει που την συνέδεσα με την φανταστική μου ιστορία, είναι ύπέροχη.

2 σχόλια: