Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

ανατροπή ,γράφει ο Τάσος Ορφανίδης



Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού
Κλειστά τα παραθύρια ,φευγάτοι όλοι, για πού; Για το πουθενά . Εκεί που όταν φθάσεις δεν θα έχει αφετηρία.
Αυτό με τρομάζει όταν δεν μπορώ να διορθώσω τα λάθη μου. Πως είναι δυνατό να τραβάς για κάπου  χωρίς επιστροφή .Μου είναι αδιανόητο.

Ξεκίνησα σήμερα να πάρω το μικρό σκάφος να κάνω ιστιοπλοία μετά από πολλά χρόνια. Όταν μπήκα στην αποθήκη απελπίστικα. Ευτυχώς όμως είχε φροντίσει ο πατέρας να τακτοποιήσει τα πανιά, να πλύνει το σκάφος από τις αλμύρες του την τελευταία φορά , γενικά να κάνει ότι χρειάζεται για να αποθηκευθεί χωρίς πρόβλημα.
Τον θυμήθηκα, που μου έλεγε να φροντίζω όλα να είναι  στην εν τέλεια χωρίς πρόβλημα. Τα ράουλα,τα σχοινιά τα πανιά το σκάφος όλα.

Ο αέρας ήταν ευνοϊκός για να πάω όρτσα ,μια πλεύση που της έχω αδυναμία. Χωρίς καθυστέρηση ετοίμασα το σκάφος το έριξα στην θάλασσα με μικρή δυσκολία. Σε λίγο ταξίδευα για να βρω τον εαυτόν μου, ταξίδευα στο πουθενά, χωρίς ταυτότητα,χωρίς προορισμό. Το μικρό πλεούμενο πάλευε με τα κύματα σχίζοντας τα ένα- ένα . Όταν ήθελα ν’αλλαξω κατεύθυνση έκανα τακ και πάλι απ’ την αρχή.

-Να το ακούστηκε μια φωνή από μέσα μου, το πες
-Τι είπα μωρέ άσε με ήσυχο να μη βρεθώ στην θάλασσα
-Όχι μη το αρνείσαι ,τώρα ακριβώς πριν από ένα λεπτό το ‘πες «πάλι απ’ την αρχή».Αναιρείς την συμφωνία μας , είχαμε πει ποτέ ξανά από την αρχή.
-Έχεις δίκαιο  έτσι συμφωνήσαμε αλλά ο λόγος που το λέει. Πώς να το πω εφόσον κάνω τάκ και πρέπει ν’αλλάξω πλευρά.
-Έλα μη δικαιολογείσαι, ποτέ απ’ την αρχή να μη το ξανακούσω
-Έγινε

Ο καιρός κρατούσε και γω τραβούσα όλο και πιο μέσα. Είχε την απογευματινή μπουκαδούρα, το νερό μου δρόσιζε το πρόσωπο κάθε φορά που το κύμα άφηνε τ’αποτύπωμα του πάνω μου. Μου άρεζε , αυτή η αίσθηση με παρέσυρε, με οδηγούσε χωρίς έλεγχο στο άγνωστο κι εγώ παθιαζόμουνα.

Τα εφόδια που πήρα μαζί μου ήταν αρκετά για λίγες μέρες.Την γυναίκα μου την άφησα να κοιμάται μετά από τον άγριο καυγά μας. Αυτή γύρισε πλευρό κι εγώ τα μάζεψα για το δικό μου κόσμο. 

Αν έπιανε το βραδάκι θα άραζα στην πρώτη ακτή. Είχα φροντίσει να έχω μαζί μου τον υπνόσακο και την μικρή σκηνούλα. Το ψάρεμα δεν μου άρεζε αλλά ήταν αναγκαίο, αν ήθελα να κρατήσω για λίγο την περιπέτεια πριν από το μοιραίο τέλος.

-Να το πάλι το πες. Ακούστηκε πάλι η φωνή. Συμφωνήσαμε να μη μιλάμε για αρχή και τέλος δεν υπάρχουν αυτές οι λέξεις στο λεξιλόγιο μας.
-Άρχισες να μου την δίνεις στα νεύρα
-Νεύρα ξενεύρα, συμφωνία έγινε;
-Έγινε.

Στην πορεία άρχισε ο καιρός ν’ αγριεύει . Δεν ήμουν ακόμη προετοιμασμένος για το αιφνίδιο αποτέλεσμα. Τα ανύπαρκτα σχεδόν σχέδια μου άρχισαν ν’ ανατρέπονται. Όσο πήγαινε η ώρα τόσο έχανα τον καιρό από σύμμαχο. Ήμουνα βέβαιος ότι η νύχτα θα με έβρισκε στην θάλασσα και η πλησιέστερη ακτή ήταν μακριά.

Μαθημένος στα δύσκολα δεν πανικοβλήθηκα αλλά δεν έβρισκα και λύση. Το να παλεύω με τα κύματα δεν βοηθούσε σε τίποτα, χρειαζόμουνα άμεσα να συγκεντρωθώ να επικαλεστώ τον χάρτη μου για να υπολογίσω τον χρόνο που θα χρειαστώ για την πλησιέστερη ακτή. Ήμουνα βέβαιος ότι το σκαφάκι μου δεν θα τα κατάφερνε. Τα κύματα αγρίεψαν, οι αντοχές μου άρχισαν να χάνονται, σχέδιο δεν υπήρχε.

Για αρκετή ώρα ταξίδευα χαμένος κυριολεκτικά στον κόσμο μου, λες και δεν συνέβαινε τίποτε. Ήρθαν πάλι μπροστά μου τα σκηνικά του μαλώματος με την γυναίκα μου. Μια ερχόντουσαν μια έφευγαν. Προσπαθούσα να καταλάβω πως βρέθηκα ν'απολογούμαι, για κάτι που δεν έκανα ενώ ήταν στην φανταστία της. Το απελπιστικό ήταν ότι δεν με πίστευε και τα στοιχεία ήταν όλα εναντίον μου. Πως τα κατάφερα γαμώτο μου; 

Χαμένος στις σκέψεις μου ούτε καν πρόσεξα ότι με πλησίαζε ένα σκάφος, παρά μόνο όταν άκουσα το ηχητικό του.Επιστράτευσα την υπομονή μου, ανασκουμπώθηκα και γύρισα το σκάφος προς τα εκεί προκειμένου να μειώσω την απόσταση. Με άμεσο κίνδυνο , ταξίδευα επιδιώκοντας να είμαι στην γραμμή πλεύσης του ερχόμενου σκάφους. Είχα την αμυδρή ελπίδα ότι διέκριναν το πανί μου και προσέρχονταν  σε βοήθεια. Ήταν φανερό ότι το κύμα με δυσκόλευε περισσότερο στην πλεύση μου, ενώ κινδύνευα να βρεθώ ανά πάσα στιγμή στην θάλασσα.

Μεγάλη ήταν η ανακούφιση μου όταν άκουσα να με καλούν με το όνομα μου την ώρα που επιτέλους  με πλησίαζαν και τον πατέρα μου στην πλώρη να χειρονομεί με αγωνία.

Είχαν αναστατωθεί οι πάντες όταν διαπίστωσαν ότι έλειπε το μικρό σκάφος. Για τον καιρό πήραν σήμα ότι θα επιδεινωνόταν και κάλεσαν σε βοήθεια το λιμενικό.

Οι συμφωνίες με την εσωτερική φωνή ανατράπηκαν, υπήρχε νέο ξεκίνημα και το τέλος μετατοπίστηκε χρονικά. Η γυναίκα μου με περίμενε με την κοιλιά στο στόμα, έτοιμη να γεννήσει πρόωρα από την αγωνία της. Η μικρή μου κόρη κρατούσε σφιχτά το χέρι της μάνας της, ενώ τα μάτια της ήταν καρφωμένα πάνω μου.Περίμενε ένα νεύμα μου κι εγώ το δικό τους χαμόγελο.


Τάσος Ορφανίδης   
Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού



3 σχόλια:

  1. "ο επιζών" θα του δίναμε τίτλο, μια και περάσαμε την αγωνία σου..
    Πολύ ωραίο κείμενο, φανταστικό ή μη, δεν έχει σημασία !!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. ωραίος ο τίτλος που του δίνεις Πελαγία, είναι μια φανταστική ιστορία με κάποια ίχνη πραγματικών γεγονότων, εξάλλου η ζωή πάντα μας δίνει την τροφή της κι εμείς με την πένα μας την μαγειρεύουμε, ευχαριστώ !

      Διαγραφή