Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

τα μαθήματα ξεκινούν αύριο, γράφει ο Τάσος Ορφανίδης


Μέρες που πέρασαν αφήκαν αδιάβαστες αφηγήσεις, γραμμένες κάθε βράδυ με το φως από το καντηλέρι. Εκκρεμούν ατέλειωτα τα παραμύθια της γιαγιάς.
Η κλειδωνιά σφράγισε τα μυστικά μη μαραθούν στο φως της μέρας. Μήπως χαθούν στις διαδρομές τους κι αφανιστούν στα πέρατα της γης. 

Μέρες που πέρασαν αφήκαν ανερμήνευτα τα όνειρα, να τσαλαβουτούν σε άκοπα λόγια.

Όταν γύρισε απ’ το βουνό  ο Παναγής, βρήκε την πόρτα μανταλωμένη και τα βιβλία του που’ χε να διαβάσει αφημένα  εκεί πέρα.Έλειπε μέρες με τα ζωντανά πάνω στο βουνό. Κατέβηκε όταν πλέον ήρθε η ώρα για το σχολιό.
Μα τι συμβαίνει αναλογίστηκε ποιος να ‘ναι αυτός που χολοσκά, αν αυτός τα γράμματα αρέσει. Η μάνα το’ πε ξεκάθαρα στο κύρη τους. 
-Ο Παναγής θα μάθει γράμματα κι αν χρειαστεί να δουλέψω διπλά, θα το κάμω. Εκείνος δεν απάντησε στην πρόκληση, μόνο συλλογίστηκε.

Η εξέλιξη αυτή δεν ερμηνεύεται και τα μαθήματα ξεκινούν αύριο. Τις δουλειές που ‘χε να κάμει στο μαντρί τις τέλειωσε, γιατί να του ‘στριψε του πατέρα. Δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ρωτήσει τον παππού και ότι καταλάβει ετούτος. Είχε απομείνει μόνος απ' όταν έχασε την γυναίκα του μετά τον χαμό του γιού του.Του ‘μεινε  μεγάλη πληγή που του άφησε πόνο στην καρδιά και το μυαλό να χάνει.

Τι να κάνει κίνησε προς τα εκεί. Είχε απόλυτη ησυχία, αν δεν άκουγε τον βήχα του θα νόμιζε ότι λείπει κι αυτός. Εκείνος τον υποδέχθηκε με χαρά. Kάθε φορά που τον αντικρίζει, του θυμίζει τον γιό του πού ‘χασε απο άδικο μαχαίρι . Νικόλα τον αποκαλεί και το χέρι του δεν φεύγει απ’ το δικό του.

Κάποια στιγμή όμως έφεξε το πρόσωπο και τον αποκάλεσε με το δικό του όνομα. Ταράχθηκε, το χέρι του έσφιξε το δικό του σαν να θυμήθηκε κάτι, σηκώθηκε με δυσκολία απ’ την πολυθρόνα του και πλησίασε το κομοδίνο. Πήρε ένα φάκελο και του τον παρέδωσε. Ήταν γραμμένος με τον γραφικό χαρακτήρα της μάνας. ¨Ηταν η μόνη που τα κατάφερνε με τα κολλυβογράμματα,γι αυτό είχε έντονη την επιθυμία να μάθει γράμματα ο γιός της ο Παναγής, μη χάσει τις ευκαιρίες του.  

Παναγή μου αν αυτό το γράμμα έρθει στα χέρια σου, θα ξέρεις ότι είσαι σε καλό δρόμο. Ζήτησε απ’ τον παππού να σου δώσει ένα κουτί που χω φυλαγμένο στην πέτρα, μέσα  στο εικονοστάσι. Εκεί θα σου έχω οδηγίες.

Πήρε τον παππού απ’ το χέρι και κίνησε προς το εικονοστάσι που ‘ χουν φυλαγμένο  στο μικρό μαντρί, όξω στην αυλή προφυλαγμένο από τους αντίχριστους. Πλησίασε στην πέτρα, την τράβηξε  και βρήκε μέσα στο εικονοστάσι ένα ξύλινο μικρό κουτί. Το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Είχε μέσα μια εικόνα της Παναγίας, ένα ρολόι και ένα σακούλι με 10 χρυσές λίρες. 

Στο σημείωμα που βρήκε μέσα, του ‘λεγε να μη χάσει χρόνο και να κατευθυνθεί προς το ξοκλήσι  γρήγορα. Εκεί με τις λίρες, θα μπορούσε να πληρώσει τον βαρκάρη που θα τον περνούσε απέναντι. Ο παπάς θα τον βοηθούσε, να μη φοβηθεί. Να ‘χει θάρρος για να τους συναντήσει. Ο παππούς δεν μπορεί να μετακινηθεί και αποφάσισε να μείνει στο νησί.

Φύλαξε καλά όσα σου άφησα και να ‘χεις πίστηαυτά ήταν τα τελευταία λόγια της που άφησε σαν ευχή στο χαρτί. Η μάνα δεν τα κατάφεραν με τον πατέρα αλλά ο Παναγής έμαθε γράμματα, για να μπορέσει να προσφέρει γιατριά σε ανήμπορούς .Ήθελε  να γράψει κάποτε την ιστορία του νησιού τους.Μεγάλη του επιθυμία ήταν ν'ακολουθήσει τα βήματα του συμπαθή γιατρού του νησιού, που κάποιος τον τραυμάτισε δήθεν άθελα του.
Να έχουν γαλήνιο τόπο οι δικοί του . Τα χέρια του σώζουν ζωές, το πέλαγος γέμισε από αδικοχαμένους.


Τάσος Ορφανίδης 

η φωτογραφία του Θάνου Χαρίση είναι από την πονεμένη Ίμβρο,η ιστορία είναι φανταστική επηρεασμένη από την φωτογραφία. 
Αφιερωμένη στα παιδιά , με την ευχή να μη αφήσουν ποτές τα γράμματα του σχολείου.  



 


1 σχόλιο: