Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Φθινοπώριασε, γράφει η Παρασκευή Κηπουρίδου


Φθινοπώριασε.

Αν και σήμερα ο ήλιος έκανε μεγαλόπρεπα την εμφάνισή του κι η πλάση μοιάζει ανανεωμένη, το χαμόγελό του είναι ψεύτικο.Τα φύλλα της καρυδιάς έχασαν τη ζωντάνια τους κι ετοιμάζονται να ψάλλουν το κύκνειο άσμα τους, σε χρυσοκίτρινους και καφεκόκκινους τόνους. 

Σήμερα το Φθινόπωρο φόρεσε απλά τη μάσκα του καλοκαιριού, μα δε με ξεγελάει. Κάποια σύννεφα αιωρούνται εκεί μακριά πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα.Ξέρω καλά πως κάποια στιγμή θα καλύψουν το φωτεινό γαλάζιο και το τοπίο θ’ αλλάξει ξαφνικά

Ας είναι.Καιρός του είναι. Έχει και το Φθινόπωρο τις ομορφιές του. Καθισμένη στο μπαλκόνι γεμίζω τα μάτια με όμορφες εικόνες.Τα φύλλα της κερασιάς, στο παραμικρό φύσημα του ανέμου, στροβιλίζονται για λίγο και πέφτουν στο έδαφος.
Ο αέρας, καθώς ανακατεύει τα φύλλα της καρυδιάς, όλο και ρίχνει στο έδαφος κάποιο καρύδι, που μέσα στην ησυχία σκάει κάτω, κάνοντας έναν χαρακτηριστικό ήχο.

Η ροδιά στο διπλανό κήπο λυγίζει από το φορτίο της.Τα ρόδια κατακόκκινα, γυαλιστερά, αστράφτουν σαν πολύτιμα πετράδια κάτω από το φως του ήλιου.
Παραδίπλα τα κλαδιά της κυδωνιάς κοντεύουν ν’ αγγίξουν το χώμα από το βάρος.
Οι κατακίτρινοι, χνουδάτοι καρποί ετοιμάζονται να γεμίσουν ευωδιά και γεύση την κουζίνα. Για λίγο χάνομαι μέσα σ’ αυτές τις εικόνες.

Είναι η στιγμή που η σκέψη επαναστατεί κι αποφασίζει να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο.Ανοίγει το μπαούλο με τις αναμνήσεις κι αρχίζει να βολτάρει ανέμελα δεκαετίες πίσω. Στα σοκάκια ενός μικρού χωριού στους πρόποδες του Βερμίου, ενός χωριού που δεν υπάρχει πια παρά μέσα στις αποθήκες του νου, όπου υπάρχουν στοιβαγμένες οι πολύτιμες σελίδες των αναμνήσεων.

Το Φθινόπωρο εκεί είχε άλλη γλύκα.Ένα πανηγύρι ήταν. Λουσμένο από τη μια στον κόπο και τον ιδρώτα των απλών ανθρώπων κι από την άλλη στη γλύκα των σταφυλιών και του μούστου.Είχε την μοσχοβολιά από το πετιμέζι που ετοιμάζονταν και γλύκαινε τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Ο τρύγος ήταν γιορτή. Το ίδιο και το πάτημα των σταφυλιών. Όλα με το τραγούδι και το γέλιο να ηχεί στ’ αμπέλια και στις αυλές κι ας μην τα είχαμε όλα. Μας έλειπαν πολλά, αλλά η αγάπη περίσσευε.

Τα υπόγεια γεμάτα πεπόνια, κυδώνια, σταφύλια, ρόδια,μήλα, αχλάδια, βαρέλια με μούστο κι ό,τι άλλο βάζει ο νους.

Οι αυλές ευωδίαζαν χρυσάνθεμο, ολάνθιστες.

Παρέες σε κάθε σπίτι ετοίμαζαν ολημερίς γελώντας και τραγουδώντας τους τραχανάδες και τις χυλοπίτες για όλο το χειμώνα.Τα γλυκά του κουταλιού από κυδώνι έδιναν κι έπαιρναν. Τα ριτσέλια και το πετιμέζι ετοιμάζονταν σε καζάνια κι αποθηκεύονταν για το χειμώνα.

Νυχτέρια γινόταν πότε στο ένα σπίτι πότε στο άλλο για να καθαριστούν και να τριφτούν τα καλαμπόκια κι οι ηλιόσποροι. Χωρίς ηλεκτρικό, με το φως της γκαζόλαμπας ακούσαμε τις πιο όμορφες ιστορίες και τα πιο μαγικά παραμύθια της ζωής μας.

Μ’ ένα ξαφνικό ρεσάλτο του νου βλέπω εκείνες τις εικόνες να περνούν σαν σκηνές από κινηματογραφική ταινία μπροστά στα μάτια μου.Αφήνω έναν βαθύ αναστεναγμό. Τα μάτια θολώνουν ξαφνικά. Επανέρχομαι στην πραγματικότητα.

Το μόνο που νιώθω είναι απέραντη ευγνωμοσύνη που με αξίωσε η ζωή να έχω τέτοιες εμπειρίες και αναμνήσεις.Ικανές να μου προσφέρουν ένα γλυκό καταφύγιο, όταν η καθημερινότητα μοιάζει αφόρητη.


Παρασκευή Αδαμίδου Κηπουρίδου


2 σχόλια: