Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Γιάννης Ρίτσος - Ρωμιοσύνη (ἀπὸ τὰ Ποιήματα 1930-1960, B´, Κέδρος 1961) I - II - III - IV - V - VI - VII

Ι
Ατ τ δέντρα δ βολεύονται μ λιγότερο ορανό, 
α
τς ο πέτρες δ βολεύονται κάτου π᾿ τ ξένα βήματα, 
α
τ τ πρόσωπα δ βολεύονται παρ μόνο στν λιο, 
α
τς ο καρδις δ βολεύονται παρ μόνο στ δίκιο.
τοτο τ τοπίο εναι σκληρ σν τ σιωπή, 
σφίγγει στ
ν κόρφο του τ πυρωμένα του λιθάρια, 
σφίγγει στ
φς τς ρφανς λιές του κα τ᾿ μπέλια του, 
σφίγγει τ
δόντια. Δν πάρχει νερό. Μονάχα φς. 
δρόμος χάνεται στ φς κι σκιος τς μάντρας εναι σίδερο. 
Μαρμάρωσαν τ
δέντρα, τ ποτάμια κ᾿ ο φωνς μς στν σβέστη το λιου. 
ρίζα σκοντάφτει στ μάρμαρο. Τ σκονισμένα σκοίνα. 
Τ
μουλάρι κι βράχος. Λαχανιάζουν. Δν πάρχει νερό. 
λοι διψνε. Χρόνια τώρα. λοι μασνε μία μπουκι οραν πάνου π᾿ τν πίκρα τους. 
Τ
μάτια τους εναι κόκκινα π᾿ τν γρύπνια, 
μία βαθει
χαρακι σφηνωμένη νάμεσα στ φρύδια τους 
σ
ν να κυπαρίσσι νάμεσα σ δυ βουν τ λιόγερμα.
Τ χέρι τους εναι κολλημένο στ ντουφέκι 
τ
ντουφέκι εναι συνέχεια το χεριο τους 
τ
χέρι τους εναι συνέχεια τς ψυχς τους - 
χουν στ χείλια τους πάνου τ θυμ 
κ
᾿ χουνε τν καημ βαθι-βαθι στ μάτια τους 
σ
ν να στέρι σ μία γοβα λάτι.
ταν σφίγγουν τ χέρι, λιος εναι βέβαιος γι τν κόσμο 
ταν χαμογελνε, να μικρ χελιδόνι φεύγει μς π᾿ τ᾿ γρια γένειά τους 
ταν κοιμονται, δώδεκα στρα πέφτουν π᾿ τς δειες τσέπες τους 
ταν σκοτώνονται, ζω τραβάει τν νηφόρα μ σημαες κα μ ταμπορλα.
Τόσα χρόνια λοι πειννε, λοι διψνε, λοι σκοτώνονται 
πολιορκημένοι
π στερι κα θάλασσα, 
φαγε κάψα τ χωράφια τους κ᾿ ρμύρα πότισε τ σπίτια τους 
γέρας ριξε τς πόρτες τους κα τς λίγες πασχαλις τς πλατείας 
π τς τρπες το πανωφοριο τους μπαινοβγαίνει θάνατος 
γλσσα τους εναι στυφ σν τ κυπαρισσόμηλο 
πέθαναν τ
σκυλιά τους τυλιγμένα στν σκιο τους 
βροχ χτυπάει στ κόκκαλά τους.
Πάνου στ καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τ σβουνι κα τ νύχτα 
βιγλίζοντας τ
μανιασμένο πέλαγο που βούλιαξε 
τ
σπασμένο κατάρτι το φεγγαριο.
Τo ψωμ σώθηκε, τ βόλια σώθηκαν, 
γεμίζουν τώρα τ
κανόνια τους μόνο μ τν καρδιά τους.
Τόσα χρόνια πολιορκημένοι π στερι κα θάλασσα 
λοι πειννε, λοι σκοτώνονται κα κανένας δν πέθανε - 
πάνου στ
καραούλια λάμπουνε τ μάτια τους, 
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτι
κατακόκκινη 
κα
κάθε αγ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν π᾿ τ χέρια τους 
γι
τς τέσσερις πόρτες το ρίζοντα.

II

Κάθε πο βραδιάζει μ τ θυμάρι τσουρουφλισμένο στν κόρφο τς πέτρας 
ε
ναι μία σταγόνα νερ πο σκάβει π παλι τ σιωπ ς τ μεδούλι 
ε
ναι μία καμπάνα κρεμασμένη στ γέρο-πλάτανο πο φωνάζει τ χρόνια.
Σπίθες λαγοκοιμονται στ χόβολη τς ρημις 
κ
᾿ ο στέγες συλλογιονται τ μαλαματένιο χνούδι στ πάνω χείλι το λωνάρη 
- κίτρινο χνούδι σ
ν τ φούντα το καλαμποκιο καπνισμένο π᾿ τν καημ τς δύσης.
Παναγία πλαγιάζει στς μυρτις μ τ φαρδειά της φοστα λεκιασμένη π᾿ τ σταφύλια. 
Στ
δρόμο κλαίει να παιδ κα το ποκρίνεται π᾿ τν κάμπο προβατίνα ποχει χάσει τ παιδιά της.
σκιος στ βρύση. Παγωμένο τ βαρέλι. 
κόρη το πεταλωτ μ μουσκεμένα πόδια. 
πάνου στ τραπέζι τ ψωμ κ᾿ λιά, 
μ
ς στν κληματαρι λύχνος το ποσπερίτη 
κα
κε ψηλά, γυρίζοντας στ σοβλα του, εωδάει γαλαξίας 
καμένο ξύγκι, σκόρδο κα
πιπέρι.
, τί μπρισίμι στέρι κόμα θ χρειαστε 
γι
ν κεντήσουν ο πευκοβελόνες στν καψαλισμένη μάντρα το καλοκαιριο «κι ατ θ περάσει» 
πόσο θ
στίψει κόμα μάνα τν καρδι τς πάνου π᾿ τ φτ σφαγμένα παλληκάρια της 
σπου ν βρε τ φς τ δρόμο του στν νηφόρα τς ψυχς της.
Τοτο τ κόκκαλο πο βγαίνει π τ γς 
μετράει
ργι-ργι τ γς κα τς κόρδες το λαγούτου 
κα
τ λαγοτο ποσπερς μ τ βιολ ς τ χάραμα 
καημό-καημ
τ λν στ δυοσμαρίνια κα στος πεύκους 
κα
ντιντινίζουν στ καράβια τ σκοινι σν κόρδες 
κι
ναύτης πίνει πικροθάλασσα στν κοπα το δυσσέα.
, ποις θ φράξει τότες τ μπασι κα ποι σπαθ θ κόψει τ κουράγιο 
κα
ποι κλειδ θ σο κλειδώσει τν καρδι πο μ τ δυ θυρόφυλλά της διάπλατα 
κοιτάει το
Θεο τ᾿ στροπερίχυτα περβόλια;
ρα μεγάλη σν τ Σαββατόβραδα το Μάη στ ναυτικ ταβέρνα 
νύχτα μεγάλη σ
ν ταψ στο γανωτζ τν τοχο 
μεγάλο τ
τραγούδι σν ψωμ στο σφουγγαρ τ δεπνο. 
Κα
ν πο ροβολάει τ τρόχαλα τ κρητικ φεγγάρι 
γκάπ, γκάπ, μ
εκοσι ράδες προκαδούρα στ στιβάλια του, 
κα
νάτοι ατο πο νεβοκατεβαίνουνε τ σκάλα το ναπλιο 
γεμίζοντας τ
ν πίπα τους χοντροκομμένα φύλλα π σκοτάδι, 
μ
τ μουστάκι τους θυμάρι ρουμελιώτικο πασπαλισμένο στέρι 
κα
μ τ δόντι τους πευκόρριζα στο Αγαίου τ βράχο κα τ λάτι. 
Μπ
καν στ σίδερα κα στ φωτιά, κουβέντιασαν μ τ λιθάρια, 
κεράσανε ρακ
τ θάνατο στ καύκαλο το παππουλ τους, 
στ
᾿ λώνια τ δια ντάμωσαν τ Διγεν κα στρώθηκαν στ δεπνο 
κόβοντας τ
ν καημ στ δυ τσι πο κόβανε στ γόνατο τ κριθαρένιο τους καρβέλι.
λα κυρ μ τ᾿ ρμυρ ματόκλαδα, μ φλωροκαπνισμένο χέρι 
π τν γνοια το φτωχο κι π᾿ τ πολλ τ χρόνια - 
γάπη σ περμένει μς στ σκονα, 
μ
ς στ σπηλιά του γλάρος σου κρεμάει τ μαρο κόνισμά σου 
κι
πικραμένος χινιός σου σπάζεται τ νύχι το ποδιο σου. 
Μέσα στ
μαύρη ργα το μπελιο κοχλάζει μοστος κατακόκκινος, 
κοχλάζει τ
ροδάμι στν καμένο πρνο, 
στ
χμα ρίζα το νεκρο ζητάει νερ γι ν τινάξει λάτι 
κ
᾿ μάνα κάτου π᾿ τ ρυτίδα της κρατάει γερ μαχαρι. 
λα κυρ πο τ χρυσ κλωσσς αγ το κεραυνο - 
πότε μία μέρα θαλασσι
θ βγάλεις τ τσεμπέρι κα θ πάρεις πάλι τ᾿ ρματα 
ν
σ χτυπήσει κατακούτελα μαγιάτικο χαλάζι 
ν
σπάσει ρόιδι λιος στν λατζαδένια σου ποδι 
ν
τν μοιράσεις μόνη σου σπυρί-σπυρ στ δώδεκα ρφανά σου, 
ν
λάμψει λόγυρα γιαλς ς λάμπει κόψη το σπαθιο κα τ᾿ πριλιο τ χιόνι 
κα
νάβγει στ χαλίκια κάβουρας γι ν λιαστε κα ν σταυρώσει τς δαγκάνες του.

III

Δ πέρα ορανς δ λιγοστεύει οτε στιγμ τ λάδι το ματιο μας 
δ
πέρα λιος παίρνει πάνω του τ μισ βάρος τς πέτρας πο σηκώνουμε πάντα στ ράχη μας 
σπ
νε τ κεραμίδια δίχως χ κάτου π᾿ τ γόνα το μεσημεριο 
ο
νθρωποι πν μπροστ π᾿ τν σκιο τους σν τ δελφίνια μπρς π᾿ τ σκιαθίτικα καΐκια 
στερα σκιος τους γίνεται νας ϊτς πο βάφει τ φτερά του στ λιόγερμα 
κα
πι στερα κουρνιάζει στ κεφάλι τους κα συλλογιέται τ᾿ στρα 
ταν ατο πλαγιάζουνε στ λιακωτ μ τ μαύρη σταφίδα.
Δ πέρα κάθε πόρτα χει πελεκημένο να νομα κάπου π τρες χιλιάδες τόσα χρόνια 
κάθε λιθάρι
χει ζωγραφισμένον ναν γιο μ᾿ γρια μάτια κα μαλλι σκοινένια 
κάθε
ντρας χει στ ζερβί του χέρι χαραγμένη βελονι τ βελονι μία κόκκινη γοργόνα 
κάθε κοπέλα
χει μία φοχτα λατισμένο φς κάτου π᾿ τ φοστα της 
κα
τ παιδι χουν πέντε-ξι σταυρουλάκια πίκρα πάνου στν καρδιά τους 
σ
ν τ χνάρια π᾿ τ βμα τν γλάρων στν μμουδι τ πόγευμα.
Δ χρειάζεται ν θυμηθες. Τ ξέρουμε. 
λα τ μονοπάτια βγάζουνε στ Ψηλαλώνια. O γέρας εναι ψς κε πάνου.
ταν ξεφτάει πόμακρα μινωικ τοιχογραφία τς δύσης 
κα
σβήνει πυρκαϊ στν χερνα τς κρογιαλις 
νηφορίζουν ς δ ο γρις π᾿ τ σκαμμένα στ βράχο σκαλοπάτια 
κάθουνται στ
Μεγάλη Πέτρα γνέθοντας μ τ μάτια τ θάλασσα 
κάθουνται κα
μετρν τ᾿ στέρια ς ν μετρνε τ προγονικ σημένια τους κουταλοπήρουνα 
κι
ργ κατηφορνε ν ταΐσουνε τ γγόνια τους μ τ μεσολογγίτικο μπαροτι.
Ναί, λήθεια, λκόμενος χει δυ χέρια τόσο λυπημένα μέσα στ θηλειά τους 
μως τ φρύδι του σαλεύει σν τ βράχο πο λο πάει ν ξεκολλήσει πάνου π᾿ τ πικρό του μάτι. 
π βαθι νεβαίνει ατ τ κμα πο δν ξέρει παρακάλια 
π ψηλ κυλάει ατς γέρας μ ρετσίνι φλέβα κα πλεμόνι λισφακιά.
χ, θ φυσήξει μία ν πάρει σβάρνα τς πορτοκαλιές της θύμησης 
χ, θ φυσήξει δυ ν βγάλει σπίθα σιδερένια πέτρα σν καψολι 
χ, θ φυσήξει τρες κα θ τρελλάνει τ λατόδασα στ Λιάκουρα 
θ
δώσει μία μ τ γροθιά του ν τινάξει τν τυράγνια στν γέρα 
κα
θ τραβήξει τς ρκούδας νύχτας τ χαλκ ν μς χορέψει τσάμικο καταμεσς στν τάπια 
κα
ντέφι τ φεγγάρι θ χτυπάει πο ν γεμίσουν τ νησιώτικα μπαλκόνια 
γουροξυπνημένο παιδολόι κα σουλιώτισσες μανάδες.
νας μαντατοφόρος φτάνει π᾿ τ Μεγάλη Λαγκαδι κάθε πρωιν 
στ
πρόσωπό του λάμπει δρωμένος λιος 
κάτου
π τ μασκάλη του κρατε σφιχτ τ ρωμιοσύνη 
πως κρατάει ργάτης τν τραγιάσκα του μέσα στν κκλησία. 
ρθε ρα, λέει. Νάμαστε τοιμοι. 
Κάθε
ρα εναι δικιά μας ρα.

IV

Τράβηξαν λόισια στν αγ μ τν καταδεξι το νθρώπου πο πεινάει, 
μέσα στ
᾿ σάλευτα μάτια τους εχε πήξει να στρο 
στ
ν μο τους κουβάλαγαν τ λαβωμένο καλοκαρι.
π δ πέρασε στρατς μ τ φλάμπουρα κατάσαρκα 
μ
τ πεσμα δαγκωμένο στ δόντια τους σν γουρο γκόρτσι 
μ
τν μμο το φεγγαριο μς στς ρβύλες τους 
κα
μ τν καρβουνόσκονη τς νύχτας κολλημένη μέσα στ ρουθούνια κα στ᾿ ατιά τους.
Δέντρο τ δέντρο, πέτρα-πέτρα πέρασαν τν κόσμο, 
μ
᾿ γκάθια προσκεφάλι πέρασαν τν πνο. 
Φέρναν τ
ζω στ δυ στεγνά τους χέρια σν ποτάμι.
Σ κάθε βμα κέρδιζαν μία ργι οραν - γι ν τν δώσουν. 
Πάνου στ
καραούλια πέτρωναν σν τ καψαλιασμένα δέντρα, 
κι
ταν χορεαν στν πλατεα, 
μέσα στ
σπίτια τρέμαν τ ταβάνια κα κουδούνιζαν τ γυαλικ στ ράφια.
, τί τραγούδι τράνταξε τ κορφοβούνια - 
νάμεσα στ γόνατά τους κράταγαν τ σκουτέλι το φεγγαριο κα δειπνοσαν, 
κα
σπάγαν τ χ μέσα στ φυλλοκάρδια τους 
σ
νάσπαγαν μία ψείρα νάμεσα στ δυ χοντρά τους νύχια.
Ποις θ σο φέρει τώρα τ ζεστ καρβέλι μς στ νύχτα ν ταΐσεις τ νειρα; 
Ποι
ς θ σταθε στν σκιο τς λις παρέα μ τ τζιτζίκι μ σωπάσει τ τζιτζίκι, 
τώρα πο
σβέστης το μεσημεριο βάφει τ μάντρα λόγυρα το ρίζοντα 
σβήνοντας τ
μεγάλα ντρίκια νόματά τους;
Τ χμα τοτο πο μοσκοβολοσε τ χαράματα 
τ
χμα πο ετανε δικό τους κα δικό μας - αμα τους - πς μύριζε τ χμα - 
κα
τώρα πς κλειδώσανε τν πόρτα τους τ᾿ μπέλια μας 
π
ς λίγνεψε τ φς στς στέγες κα στ δέντρα 
ποι
ς ν τ πε πς βρίσκονται ο μισο κάτου π᾿ τ χμα 
κ
᾿ ο λλοι μισο στ σίδερα;
Μ τόσα φύλλα ν σο γνέφει λιος καλημέρα 
μ
τόσα φλάμπουρα ν λάμπει ορανς 
κα
τοτοι μς στ σίδερα κα κενοι μς στ χμα.
Σώπα, που νναι θ σημάνουν ο καμπάνες. 
Α
τ τ χμα εναι δικό τους κα δικό μας. 
Κάτου
π᾿ τ χμα, μς στ σταυρωμένα χέρια τους 
κρατ
νε τς καμπάνας τ σκοιν - περμένουνε τν ρα, δν κοιμονται, 
περμένουν ν
σημάνουν τν νάσταση. Τοτο τ χμα 
ε
ναι δικό τους κα δικό μας - δ μπορε κανες ν μς τ πάρει.

V

Κάτσανε κάτου π᾿ τς λις τ πομεσήμερο 
κοσκινίζοντας τ
σταχτ φς μ τ χοντρά τους δάχτυλα 
βγάλανε τ
ς μπαλάσκες τους κα λογαριζαν πόσος μόχτος χώρεσε στ μονοπάτι τς νύχτας 
πόση πίκρα στ
ν κόμπο τς γριομολόχας 
πόσο κουράγιο μ
ς στ μάτια το ξυπόλυτου παιδιο πο κράταε τ σημαία.
Εχε πομείνει πάρωρα στν κάμπο τ στερν χελιδόνι 
ζυγιαζόταν στ
ν έρα σ μία μαύρη λουρίδα στ μανίκι το φθινοπώρου. 
Τίποτ
᾿ λλο δν μενε. Μονάχα κάπνιζαν κόμα τ καμένα σπίτια. 
Ο
λλοι μας φησαν π καιρ κάτου π᾿ τς πέτρες 
μ
τ σκισμένο τους πουκάμισο κα μ τν ρκο τους γραμμένο στν πεσμένη πόρτα. 
Δ
ν κλαψε κανείς. Δν εχαμε καιρό. Μόνο πο σιγαλι μεγάλωνε πολ 
κ
᾿ εταν τ φς συγυρισμένο κάτου στ γιαλ σν τ νοικοκυρι τς σκοτωμένης.
Τί θ γίνουν τώρα ταν θάρθει βροχ μς στ χμα μ τ σάπια πλατανόφυλλα 
τί θ
γίνουν ταν λιος στεγνώσει στ χράμι τς συγνεφις σ σπασμένος κορις στ χωριάτικο κρεββάτι 
ταν σταθε στν καμινάδα το πόβραδου μπαλσαμωμένο τ λελέκι το χιονιο; 
Ρίχνουνε
λάτι ο γρις μανάδες στ φωτιά, ρίχνουνε χμα στ μαλλιά τους 
ξερρίζωσαν τ
᾿ μπέλια τς Μονοβασις μ κα γλυκάνει μαύρη ρώγα τν χτρν τ στόμα, 
βάλαν σ
᾿ να σακκούλι τν παππούδων τους τ κόκκαλα μαζ μ τ μαχαιροπήρουνα 
κα
τριγυρννε ξω π᾿ τ τείχη τς πατρίδας τους ψάχνοντας τόπο ν ριζώσουνε στ νύχτα.
Θάναι δύσκολο τώρα ν βρομε μία γλσσα πι τς κερασις, λιγότερο δυνατή, λιγότερο πέτρινη - 
τ
χέρια κενα πο πομεναν στ χωράφια πάνου στ βουν κάτου π᾿ τ θάλασσα, δν ξεχννε - 
θάναι δύσκολο ν
ξεχάσουμε τ χέρια τους 
θάναι δύσκολο τ
χέρια πούβγαλαν κάλους στ σκανδάλη ν ρωτήσουν μία μαργαρίτα 
ν
πον εχαριστ πάνου στ γόνατό τους, πάνου στ βιβλίο μς στ μποστο τς στροφεγγις. 
Θ
χρειαστε καιρός. Κα πρέπει ν μιλήσουμε. σπου ν βρον τ ψωμ κα τ δίκιο τους.
Δυ κουπι καρφωμένα στν μμο τ χαράματα μ τ φουρτονα. Πούναι βάρκα; 
να λέτρι μπηγμένο στ χμα, κι γέρας ν φυσάει. Καμένο τ χμα. Πούναι ζευγολάτης; 
Στάχτη
λιά, τ᾿ μπέλι κα τ σπίτι. 
Βραδι
σπαγγοραμμένη μ τ᾿ στέρια της μς στ τσουράπι. 
Δάφνη ξερ
κα ρίγανη στ μεσοντούλαπο το τοίχου. Δν τ᾿ γγιξε φωτιά. 
Καπνισμένο τσουκάλι στ
τζάκι - κα ν κοχλάζει μόνο τ νερ στ κλειδωμένο σπίτι. Δν πρόφτασαν ν φνε.
πάνω στ καμένο τους πορτόφυλλο ο φλέβες το δάσους - τρέχει τ αμα μς στς φλέβες. 
Κα
ν τ βμα γνώριμο. Ποις εναι; 
Γνώριμο β
μα μ τς πρόκες στν νήφορο. 
Τ
σύρσιμο τς ρίζας μς στν πέτρα. Κάποιος ρχεται. 
Τ
σύνθημα, τ παρασύνθημα. δελφός. Καλησπέρα. 
Θ
βρε λοιπν τ φς τ δέντρα του, θ βρε μία μέρα κα τ δέντρο τν καρπό του. 
Το
σκοτωμένου τ παγορι χει νερ κα φς κόμα. 
Καλησπέρα,
δερφέ μου. Τ ξέρεις. Καλησπέρα.
Στν ξύλινη παράγκα τς πουλάει μπαχαρικ κα ντεμισέδες γρι δύση. 
Κανε
ς δν γοράζει. Τράβηξαν ψηλά. 
Δύσκολο πι
ν χαμηλώσουν. 
Δύσκολο κα
ν πον τ μπόι τους.
Μέσα στ᾿ λνι που δειπνσαν μία νυχτι τ παλληκάρια 
μένουνε τ
λιοκούκουτσα κα τ αμα τ ξερό του φεγγαριο 
κι
δεκαπεντασύλλαβος π᾿ τ᾿ ρματά τους. 
Τ
ν λλη μέρα τ σπουργίτια φάγανε τ ψίχουλα τς κουραμάνας τους, 
τ
παιδι φτιάξανε παιχνίδια μ τ σπίρτα τους πο νάψαν τ τσιγάρα τους κα τ᾿ γκάθια τν στρων.
Κ᾿ πέτρα που καθσαν κάτου π᾿ τς λις τ πομεσήμερο ντικρ στ θάλασσα 
α
ριο θ γίνει σβέστης στ καμίνι 
μεθαύριο θ
᾿ σβεστώσουμε τ σπίτια μας κα τ πεζολι τς γι-Σωτρας 
ντιμεθαύριο θ φυτέψουμε τ σπόρο κε πο ποκοιμήθηκαν 
κ
᾿ να μπουμποκι τς ροδις θ σκάσει πρτο γέλιο το μωρο στν κόρφο τς λιακάδας. 
Κ
᾿ στερα πι θ κάτσουμε στν πέτρα ν διαβάσουμε λη τν καρδιά τους 
σ
ν διαβάζουμε πρώτη φορ τν στορία το κόσμου.

VI

τσι μ τν λιο κατάστηθα στ πέλαγο πο σβεστώνει τν ντικρυν πλαγι τς μέρας 
λογαριάζεται διπλ
κα τρίδιπλα τ μαντάλωμα κα τ βάσανο τς δίψας 
λογαριάζεται
π᾿ τν ρχ παλι λαβωματι 
κ
᾿ καρδι ξεροψήνεται στν κάψα σν τ βατικιώτικα κρεμμύδια μπρς στς πόρτες.
σο πνε τ χέρια τους μοιάζουνε πιότερο τ χμα 
σο πνε τ μάτια τους μοιάζουνε πιότερο τν ορανό.
δείασε τ κιοπι μ τ λάδι. Λίγη μοργα στν πάτο. Κι ψόφιος ποντικός. 
δείασε τ κουράγιο τς μάνας μαζ μ τ πήλινο κανάτι κα τ στέρνα. 
Στυφίζουν τ
ολα της ρμις π᾿ τ μπαροτι.
Πο λάδι τώρα πι γι τ καντλι τς γι-Βαρβάρας 
πο
δυόσμος πι ν λιβανίσει τ μαλαματένιο κόνισμα το δειλινο 
πο
μία μπουκι ψωμ γι τ βραδιά-ζητιάνα ν σο παίξει τν στρομαντινάδα της στ λύρα.
Στ πάνου κάστρο το νησιο στοιχεισαν ο φραγκοσυκις κα τ σπερδούκλια. 
Τ
χμα νασκαμμένο π τ κανονίδι κα τος τάφους. 
Τ
γκρεμισμένο Διοικητήριο μπαλωμένο μ ορανό. Δν χει πι καθόλου τόπο 
γι
λλους νεκρούς. Δν χει τόπο λύπη ν σταθε ν πλέξει τ μαλλιά της.
Σπίτια καμένα πο γναντεύουν μ βγαλμένα μάτια τ μαρμαρωμένο πέλαγο 
κ
᾿ ο σφαρες σφηνωμένες στ τειχι 
σ
ν τ μαχαίρια στ παΐδια το γιου πο τν δέσανε στ κυπαρίσσι.
λη τ μέρα ο σκοτωμένοι λιάζονται νάσκελα στν λιο. 
Κα
μόνο σ βραδιάζει ο στρατιτες σέρνονται μ τν κοιλι στς καπνισμένες πέτρες 
ψάχνουν μ
τ ρουθούνια τν γέρα ξω π᾿ τ θάνατο 
ψάχνουνε τ
παπούτσια το φεγγαριο μασουλώντας να κομμάτι μεντζεσόλα 
χτυπ
ν μ τ γροθι τ βράχο μήπως τρέξει κόμπος το νερο 
μ
π᾿ τν λλη μερι τοχος εναι κούφιος 
κα
ξανακον τ χτύπημα μ τος πολλος γύρους πο κάνει βίδα πέφτοντας στ θάλασσα 
κι
κον κόμα μία φορ τ σκούξιμο τν λαβωμένων μπρς στν πύλη. 
Πο
ν τραβήξεις; Σ φωνάζει δερφός σου.
Χτισμένη νύχτα λόγυρα π᾿ τος σκιους ξένων καραβιν. 
Κλεισμένοι ο
δρόμοι π᾿ τ ντουβάρια. 
Μόνο γι
τ ψηλ εναι κόμα δρόμος. 
Κι α
το μουντζώνουν τ καράβια κα δαγκώνουνε τ γλσσα τους 
ν
᾿ κούσουνε τν πόνο τους πο δν γινε κόκκαλο.
πάνω στ μεντένια ο σκοτωμένοι καπετάνιοι ρθο φρουρον τ κάστρο. 
Κάτου
π᾿ τ ροχα τους λυώνουν τ κρέατά τους. ι, δέρφι, δν πόστασες; 
Μπουμπούκιασε τ
βόλι μέσα στν καρδιά σου 
πέντε ζουμπούλια ξεμυτίσαν στ
μασκάλη το ξερόβραχου, 
νάσα-νάσα μοσκοβόλια λέει τ παραμύθι - δ θυμσαι; 
δοντι
-δοντι λαβωματιά σου λέει τ ζωή, 
τ
χαμομήλι φυτρωμένο μς στ λίγδα το νυχιο σου στ μεγάλο δάχτυλο το ποδαριο 
σο
λέει τν μορφι το κόσμου.
Πιάνεις τ χέρι. Εναι δικό σου. Νοτισμένο π᾿ τν ρμύρα. 
Δικιά σου
θάλασσα. Σν ξερριζώνεις τρίχα π᾿ τ κεφάλι τς σιωπς 
στάζει πικρ
τ γάλα τς συκις. που κα νσαι ορανς σ βλέπει. 
Στρίβει στ
δάχτυλά του ποσπερίτης τν ψυχή σου σν τσιγάρο 
τσι ν τ φουμάρεις τν ψυχή σου νάσκελα 
βρέχοντας τ
ζερβί σου χέρι μς στν ξαστερι 
κα
στ δεξί σου κολλημένο τ ντουφέκι-ρραβωνιαστικιά σου 
ν
θυμηθες πς ορανς ποτέ του δ σ ξέχασε 
ταν θ βγάζεις π᾿ τ μέσα τσέπη τ παλιό του γράμμα 
κα
ξεδιπλώνοντας μ δάχτυλα καμένα τ φεγγάρι θ διαβάζεις λεβεντι κα δόξα.
στερα θ᾿ νεβες στ ψηλ καραολι το νησιο σου 
κα
βάζοντας καψολι τ στρο θ τραβήξεις μία στν έρα 
πάνου
π τ τειχι κα τ κατάρτια 
πάνου
π τ βουν πο σκύβουν σ φαντάροι πληγωμένοι 
τσι μόνο κα μόνο ν χουγιάξεις τ στοιχει κα ν τρυπώσουν στν κουβέρτα το σκιου - 
θ
ρίξεις μίαν σα στν κόρφο τ᾿ ορανο ν βρες τ γαλαν σημάδι 
σάμπως ν
βρίσκεις πάνου π᾿ τ πουκάμισο τ ρώγα τς γυναίκας πο αριο θ βυζαίνει τ παιδί σου 
σάμπως ν
βρίσκεις στερ᾿ π χρόνια τ χερολι τς ξώπορτας το πατρικο σπιτιο σου.

VII

Τ σπίτι, δρόμος, φραγκοσυκιά, τ φλούδια το λιου στν αλ πο τ τσιμπολογν ο κόττες. 
Τ
ξέρουμε, μς ξέρουνε. Δ χάμου νάμεσα στ βάτα 
χει δεντρογαλι παρατημένο τ κίτρινο πουκάμισό της. 
Δ
χάμου εναι καλύβα το μερμηγκιο κι πύργος τς σφήγκας μ τς πολλς πολεμίστρες, 
στ
ν δια λι τ τσόφλι το περσινο τζίτζικα κ᾿ φων το φετεινο τζίτζικα, 
στ
σκονα σκιος σου πο σ παίρνει π πίσω σ σκυλ μίλητο, πολ βασανισμένο, 
πιστ
σκυλ - τ μεσημέρια κάθεται δίπλα στ χωματένιον πνο σου μυρίζοντας τς πικροδάφνες 
τ
βράδια κουλουριάζεται στ πόδια σου κοιτάζοντας να στρο.
Εναι μία σιγαλι π χλάδια πο μεγαλώνουνε στ σκέλια το καλοκαιριο 
μία νύστα
π νερ πο χαζεύει στς ρίζες τς χαρουπις - 
νοιξη χει τρία ρφαν κοιμισμένα στν ποδιά της 
ναν ϊτ μισοπεθαμένο στ μάτια της 
κα
κε ψηλ πίσω π τ πευκόδασο 
στεγνώνει τ
ξωκκλήσι το η-Γιαννιο το Νηστευτ 
σ
ν σπρη κουτσουλι το σπουργιτιο σ᾿ να πλατ φύλλο μουρις πο τν ξεραίνει κάψα.
τοτος τσοπάνος τυλιγμένος τν προβιά του 
χει σ κάθε τρίχα το κορμιο να στεγν ποτάμι 
χει να δάσος βελανιδις σ κάθε τρπα τς φλογέρας του 
κα
τ ραβδί του χει τος διους ρόζους μ τ κουπ πο πρωτοχτύπησε τ γαλάζιο του λλήσποντου.
Δ χρειάζεται ν θυμηθες. φλέβα το πλάτανου 
χει τ αμα σου. Κα τ σπερδοκλι το νησιο κ᾿ κάπαρη. 
Τ
μίλητο πηγάδι νεβάζει στ καταμεσήμερο 
μία στρογγυλ
φων π μαρο γυαλ κι π σπρο νεμο 
στρογγυλ
σν τ παλι πιθάρια - δια πανάρχαιη φωνή. 
Κάθε νύχτα τ
φεγγάρι ναποδογυρίζει τος σκοτωμένους 
ψάχνει τ
πρόσωπά τους μ παγωμένα δάχτυλα ν βρε τ γιό του 
π᾿ τν κοψι το σαγονιο κι π᾿ τ πέτρινα φρύδια, 
ψάχνει τ
ς τσέπες τους. Πάντα κάτι θ βρε. Κάτι βρίσκουμε. 
να κλειδί, να γράμμα, να ρολόι σταματημένο στς φτά. Κουρντίζουμε πάλι τ ρολόι. Περπατνε ο ρες.
ταν μεθαύριο λυώσουνε τ ροχα τους κα μείνουνε γυμνο νάμεσα στ στρατιωτικ κουμπιά τους 
τσι πο μένουν τ κομμάτια τ᾿ ορανο νάμεσα π τ καλοκαιριάτικα στρα 
τότε μπορε
ν βρομε τ᾿ νομά τους κα μπορε ν τ φωνάξουμε: γαπ. 
Τότε. Μ
πάλι ατ τ πράγματα εναι λιγάκι σν πολ μακρινά. 
Ε
ναι λιγάκι σν πολ κοντινά, σν ταν πιάνεις στ σκοτάδι να χέρι κα λς καλησπέρα 
μ
τν πικρ καλογνωμι το ξενητεμένου ταν γυρνάει στ πατρικό του 
κα
δν τν γνωρίζουνε μήτε ο δικοί του, γιατ ατς χει γνωρίσει τ θάνατο 
κ
᾿ χει γνωρίσει τ ζω πρν π᾿ τ ζω κα πάνου π τ θάνατο 
κα
τος γνωρίζει. Δν πικραίνεται. Αριο, λέει. Κ᾿ εναι σίγουρος 
π
ς δρόμος πι μακρινς εναι πι κοντινς στν καρδι το Θεο. 
Κα
τν ρα πο τ φεγγάρι τν φιλάει στ λαιμ μ κάποια στεναχώρια, 
τινάζοντας τ
στάχτη το τσιγάρου του π᾿ τ κάγκελα το μπαλκονιο, μπορε ν κλάψει π τ σιγουριά του 
μπορε
ν κλάψει π τ σιγουρι τν δέντρων κα τν στρων κα τν δελφν
http://users.uoa.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου