Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

«Θεσσαλονίκη, Ανασκαφή 1» θεατρικό στασίδι στη Ζώγια -βιβλίο τσάι και συμπάθεια φωτογραφίες & 3 video Τάσος Ορφανίδης


Αναλόγιο για την Θεσσαλονίκη και τις γειτονιές της, η «Θεσσαλονίκη. Ανασκαφή 1», αυτή η τόσο πετυχημένη πρωτοβουλία του ΚΘΒΕ ολοκληρώθηκε  με πανηγυρικό τρόπο στη Ζώγια συμμετέχοντας στις εκδηλώσεις της συμπλήρωσης 30 χρόνων.

Μάλιστα, ειδικά για την περίσταση, μαζί με τους ηθοποιούς Νάσια Γεωργίου,Χρήστο Μαστρογιαννίδη καί Ρούλα Παντελίδου διάβασαν κείμενα και η αναπληρώτρια διευθύντρια Μαρία Τσιμά. 

Κείμενα και ποιήματα, φώτισαν στο διάβα τους το χθές και το σήμερα στις γειτονιές της πόλης. Με μουσική και τραγούδια, περπάτησαν στα στενά και θύμισαν τις ιστορίες για το Καπάνι, τα παιδιά στην κατοχή, το Μεμετάκι που πουλάει τσιγάρα στου Παύλου Μελά, τη Σμαρώ από την Καλαμαριά, τον Μίμη τον Αρούκατο -τον ποδοσφαιριστή του Κορδελιού, τον Στέφανο Καρακώτα- τον εισαγγελέα που τρώει κρυφά μαλλί της γριάς στην παραλία, τον Σαλονικάι Τζάκο Σουλέμα, που επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη -τη γενέθλια πόλη- μετά από σαράντα χρόνια. 

Ανεκτίμητα λογοτεχνικά κείμενα των:

Γιάννη Τζανή "όνομα ερωτικό" από τον μύθο στο Μουσείο
Γιώργο Θέμελη "Τοπίο" ποιήματα
Νίκος Καββαδίας "Θεσσαλονίκη ΙΙ, Τραβέρσο
Φρίξος Μακρής"τα καβούρια, το τραμ 13/14 
Γ.Φ.Βαφόπουλος "η πολιτεία , άπαντα τα ποιητικά
Νίνα Κοκκαλίδου Ναχμία " thessaloniki bilder einer stadt 
Δημήτρης Μϊγγας "της Σαλονίκης μοναχά "
Ζωή Καρέλλη "το προρτοκάλι η χρυσόμηλον τα ποιήματα του 
Θεόδωρος Γρηγοριάδης "το παρτάλι"\Αλμπέρτος Ναρ Σαλονικαϊ άπαντα τα διηγήματα
Κωστής Μοσκώφ"για τον έρωτα και την επανάσταση 
Ντίνος Χριστιανόπουλος"στην Τρούμπα,το αιώνιο παράπονο
Κώστας Ταχτσής"τα ρέστα"
Ντίνος Χριστιανόπουλος" η αγκίδα, ποιήματα"
Χρόνης Μίσσιος " καλά , εσύ σκοκτώθηκες νωρίς"
Γιώργος Σκαμπαρδώνης"ο εισαγγελέας εν ομίχλη,η στενωπός των υφασμάτων 

Αλμπέτρος Ναρ "Σαλονικάζ , άπαντα τα διηγήματα"













































Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2016

Η φιλόζωη με τα πουλιά τα σκυλιά και τα γατιά της , Τάσος Ορφανίδης


 Γυροφέρνουν στα πόδια της, πετάνε πέρα δώθε, στα κεραμύδια απέναντι στο σχολειο,στο καμπαναριό της εκκλησίας, στα πλατάνια, στην πλατεία, στα κάστρα σμίγουν με αλλα της γειτονιάς κάνοντας θόρυβο με το πέταγμα τους.Γεμίζει ο ουρανός πουλιά και η προσοχή τεταμένη να μη εμφανισθεί κανένα γεράκι να τα κόψει στα δύο.Η προσγείωση τους είναι μοναδική, κάνοντας σβούρες κατευθείαν στην φωλιά τους η πάνω στα κουμάσια , μια μαγική εικόνα . Αυτή ρίχνει το σιτάρι για να τα ταΐσει κι αυτά μαζεύονται στα χέρια της, στους ώμους, στο κεφάλι,παντού. Τσιμπολογάνε στην άμμο και περιστρέφονται γύρω απο τον εαυτόν τους βγάζοντας διάφορους ήχους ανάλογα με την επιθυμία ζευγαρώματος η κυριαρχίας . Στις ταΐστρες, στις ποτίστρες το ένα πάνω στο άλλο. Πάντα στην αρχή γίνεται πανικός. Στην συνέχεια λες και συνειδητοποιούν ότι θα φθάσει για όλα η τροφή,γίνεται ησυχία και όλα παίρνουν την σειρά και την θέση τους.

 Τα έχει δόσει ονόματα,  τις περισσότερες φορές τα μπερδεύει αλλά το διασκεδάζει.Τελευταία, αναγκάζεται για να περιορίσει τον αριθμό τους να μαζεύει τα αυγά απ’ τις φωλιές τους, να μη επωάζονται.Οι περιστεράδες της γειτονιάς την πειράζουν ευγενικά κι αυτή αφήνει το χιούμορ της να ξεθυμάνει. 

 Ούτε καν το φανταζότανε, τι παιχνίδια παίζει η ζωή. Από παιδί ο πατέρας της, δεν  άφηνε αυτήν και τ’ αδέλφια της, να πλησιάσουν στα κουμάσια, «για να μη κολήσουνε την ψόρα» όπως έλεγε. Σήμερα λόγω ηλικίας, του είναι αδύνατο να τα φροντίσει .Τα ανέλαβε  με την σειρά της από αγάπη πρός τους γέροντες και τα ζωντανά τους. 

 Καθημερινή φροντίδα, μαζί και τα καναρίνια που έχει ο πατέρας της στο διπλανό σπιτάκι. Εκεί τον χειμώνα βάζει την θερμάστρα, για να κρατάει μια θερμοκρασία να μη παγώσουν απ’ το κρύο. Με το που μπαίνει μέσα, συναυλία απ’ τις φωνούλες και τα τραγούδια τους .Την περιμένουν,την υποδέχονται με τον τρόπο τους  κι αυτή μέσα στην κούραση της συγκινείται ,της αρέσει να τα φροντίζει.  Έχει μάθει να τα βάζει να ζευγαρώνουν, την ξεχωριστή τροφή  που χρειάζονται, τις αρρώστιες τους.Κι αυτά της ανταποδίδουν την φροντίδα, χαρίζοντας της μελωδίες. Δεν της κάνει καρδιά να φύγει

 Εξάλλου  είχε τα γατιά της και τα σκυλιά της, ξεχωριστή φροντίδα και γι' αυτά . Οι γάτες της γειτονιάς στειρώθηκαν με προσωπική της μέριμνα. Ένας γάτος  γλύτωσε μέσα απ' τα δόντια ενός σκύλου,μετά απο χειρουργείο με ένα μάτι έμεινε.Την προβλημάτισε το όνομα που θα του βγάλει. Ο γατούλης της το ανταποδίδει με χάδια στο μάγουλο και ιδιαίτερη ζεστασιά στην συμπεριφορά.Τον υιοθέτησε, τα έκανε δύο τα γατιά κι ένα σκύλο στο σπίτι που της τον άφησαν πρίν απο χρόνια μπροστά στην πόρτα, τόσο δα μικρούλη. Ο σκύλος του πατέρα της που τον υιοθέτησαν πρίν από καιρό, της έχει ιδιαίτερη αδυναμία, ξέρει την ώρα που έρχεται και την περιμένει για την καθημερινή του έξοδο.

 Τα Φώτα, οι πιστοί στην πλατεία περιμένανε να δούν όπως κάθε χρόνο, τα περιστέρια του μπαρμπα Κώστα στον αέρα.Φέτος, για πρώτη φορά η Ευαγγελία τα πέταξε για χατήρι τους, να κάνει την καρδιά του πατέρα της που έχει πιάσει πλέον τα 90. 


Τάσος Ορφανίδης






το ενοχλητικό χαμογελάκι, Τάσος Ορφανίδης


φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
Tην συνάντησα μια μέρα σ’ ένα καφενέ, εκεί που μπεκροπίναμε με την παρέα.Mε γλυκοκοίταξε, με πλάνεψε.
Στην διασταύρωση, εκεί στην γωνία δίπλα στο σουβλατζίδικο,
τα ίδια, το ίδιο βλέμμα, την ίδια ζαβολιά.
Την ώρα που αγόραζα ρούχα, χρειαζόμουν ένα μπουφανάκι που το στάμπαρα πριν απ’ τις εκπτώσεις, ένα ζευγάρι μποτάκια για τα βουνά και ισοθερμικά ρούχα.
Μπροστά στο μαγαζί με τα ηλεκτρονικά, με συνόδεψε σαν κυρία στον πάγκο για τα τάμπλετ και αργότερα στις φωτογραφικές μηχανές.
Στην οθόνη την ώρα που έψαχνα να βγάλω εισιτήρια, για ένα μακρινό ταξίδι που υποσχέθηκα στον εαυτόν μου.
Μου έκλεισε το μάτι πονηρά, πώς να της αντισταθώ.

Κάθε μέρα, με το που ανοίγω την πόρτα,να σου το χαμογελάκι.

Τις προάλλες βάδιζα με την φίλη μου στην παραλία,  αυτή τον χαβά της, αδιάκριτη εμφανίζεται και μου κλείνει το μάτι.
Κεντράρισε στα διάφορα σημεία πάνω στην φίλη μου.
Στα αυτιά της, δεν  άρεζαν τα σκουλαρίκια
Στον λαιμό, δεν της πήγαινε το κολιέ
Στην κρεμαστή τσάντα,  δεν έδενε με τα ρούχα
Και αυτό το παλτό, με αμφιβολίες αν ήταν η ποιότητα που αναγράφει, μάλλον ημιτασιόν ήταν.
Σταματάω με θυμό, την αρπάζω και την κλείνω μέσα στην τσάντα με διπλό κλειδί. Αμάν αυτή η σπατάλη.



Τάσος Ορφανίδης

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

τα πλεκτά της γιαγιάς Δέσποινας, Τάσος Ορφανίδης

η ζακέτα πλεγμένη απ' τα χεράκια της 

Η γιαγιά Δέσποινα,έχει στην φροντίδα της τον παππού . Έχουν περάσει χρόνια που έφυγαν τα παιδιά της,με τις δικές τους οικογένειες, τις δικές τους έννοιες. Της χάρισαν πολλά εγγόνια, που το καθένα πήρε τον δρόμο του.

Έμεινε να φροντίζει τον άντρα της κι αυτός να την κοιτά στα μάτια, να της παίρνει το χέρι ζεστά και να της σκάζει με την πρώτη ευκαιρία ένα φιλί. Από ευγνωμοσύνη; ποιος ξέρει ; Μπορεί να ξεχνά λόγω ανίας αλλά υπάρχουν μοναδικές στιγμές που είναι υπέροχος. Παρά την κούραση της, κάθε τόσο απευθύνεται σ'αυτόν " αγόρι μου , αγόρι μου" με τα μάτια δακρυσμένα.

Για να ξεπερνά την κούραση της, προτιμά αντί για το χαζοκούτι να πλέκει .Έπλεξε φορέματα, ζακέτες, μπλούζες, τα περισσότερα για τον εαυτόν της. Της αρέσει, ξεφεύγει το μυαλό και ξεχνά τους πόνους της. ΄Επλεξε και ένα ρουχαλάκι για το σκυλάκι της τον Ίκαρο και ένα για τον Ηρακλή τον φιλαράκο του. Κέντησε και στο καθένα το όνομα τους για να μη χάνονται. 

Το τερπνόν μετά του ωφελίμου,  μονολογεί καμιά φορά. Η ευχαρίστηση της πάει πακέτο με την φροντίδα των αγαπημένων της φίλων. Κάποτε είχε μια γατούλα, τι δεν της έκανε. Την θέση της εδώ και μερικά χρόνια  έχει πάρει ο Ίκαρος, ένα αδέσποτο που το μάζεψε ο παππούς όταν ήρθε και κούρνιασε στα πόδια του.Μεγάλη συντροφιά και παρηγοριά τις ώρες της μοναξιάς.

 Μη γελιόμαστε η μοναξιά είναι παρούσα, ακόμη και τις ώρες που δεν κοιμάται ο παππούς. Δύσκολα τα γεράματα, ας κυλούν τουλάχιστον με πολύ αγάπη και αρκετή αξιοπρέπεια.



Τάσος Ορφανίδης

το ρουχαλάκι του Ηρακλή με το όνομα του κεντημένο

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

ο ασπρούλης ο γατούλης, Τάσος Ορφανίδης

Foto  Jose Escobar

Έγειρε το κεφάλι στο προσκέφαλο της,τα μάτια της έκλεισαν κουρασμένα από τον κάματο της μέρας. Κάποια στιγμή ξύπνησε τρομαγμένη είχε μουσκέψει την μαξιλαροθήκη της με δάκρυα . Έκλαιγε γοερά στον ύπνο της,της πέρασαν πολλά μέσα απ' το όνειρο της.Τις κακουχίες δεν τις μετρούσε ποτές, πάντα τις προσπερνούσε, σαν να μη βάραιναν το κορμί της και το μυαλό της. 
 Ο Νικολάκης, μπάρκαρε για να βρει το μεροκάματα στα παγωμένα νερά της θάλασσας. Ο Γιώργης, παλεύει με τα βιβλία του το πρωί και το βράδυ νυχτοφύλακας στο εργοστάσιο. Η Μαρίνα μαράζωσε απ΄το πρωί μέχρι το βράδυ να γαζώνει τα κομμάτια, δύσκολο μεροκάματο και ο αχαίρευτος ο άντρας της να μπεκροπίνει. 
 Τι να κάνει έπρεπε να τα συμμαζέψει να τα διορθώσει αλλά δεν έφθανε το δικό της μερίδιο, δεν ήταν αρκετό.Σηκώθηκε πέταξε τα σκεπάσματα δίπλα στο άδειο κρεβάτι του άντρα της, φόρεσε τις παντούφλες της και κίνησε για να ετοιμάσει πρωινό. Σε λίγο θα είναι όλοι τους στο πόδι. 
 Κοντοστάθηκε, άκουσε ένα γνώριμο σύρσιμο  στο παραθύρι. Γύρισε προς τα εκεί και είδε τον καθημερινό της επισκέπτη τον ασπρούλη.Πλησιάσε προς το παράθυρο και άνοιξε. Μόλις μπήκε χώθηκε στην αγκαλιά της και γουργούρισε. Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε το κεφάλι, όπως έκανε κάθε φορά. 
 Αν δεν ειχε τον γατούλη της θα είχε ξεχάσει πως είναι το χάδι.Απο τον αχαίρευτο μόνο το ροχαλητό του της έχει μείνει.


Τάσος Ορφανίδης  

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

αδιάφορα, Τάσος Ορφανίδης

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
αδιάφορα

Μπέρδεψε τον βηματισμό του, ανασκουμπώθηκε κι έβαλε μπροστά την σκέψη. Δύσκολο φάνηκε το προβάδισμα, βρέθηκε ανάμεσα τους να περιφέρεται άσκοπα.

Αυτοσαρκάστηκε, στην στιγμή έλυσε την γραβάτα του,συνήθιζε τον μονό κόμπο του ήταν πιο εύκολο, τακτοποίησε την καρέκλα του μπροστά στο τραπέζι και απομακρύνθηκε με τον ίδιο τρόπο που φάνηκε. Τα μάτια όλων τον συνόδεψαν μέχρι την πόρτα ανάμεσα στο φως και την καταχνιά, ενώ η ομίχλη τον έντυσε με τα θολά χρώματα της. Είναι αλήθεια ότι δεν του πήγαινε η φουρτούνα γι’ αυτό αποχώρησε με νηνεμία, αφήνοντας πίσω του αναπάντητα ερωτήματα .

Το καπέλο του έμεινε μόνο στην κρεμάστρα, αυτή την φορά το άφησε πίσω του, όπως και τόσα άλλα που δεν θέλησε να κοιτάξει για δεύτερη φορά. Ήταν δύσκολος ο αποχαιρετισμός γι’ αυτό προτίμησε να αποχωριστεί τις συνήθειες του μέχρι σήμερα . Γύρισε διστακτικά και κλείνοντας τα μάτια νευρικά αρκετές φορές, προσπάθησε να σβήσει όλες τις εικόνες που τον έδεναν πίσω απ’ την κλειστή πόρτα. 

Έτσι απλά και αδιάφορα κίνησε να απομακρυνθεί γρήγορα .Ένιωσε την διαφορά όταν το κρύο χάιδεψε το γυμνό κρανίο του, του ΄λειπε το καπέλο Panama.

Τάσος Ορφανίδης



αφηρημένα, Τάσος Ορφανίδης


αφηρημένα

Το βήμα αφηρημένο και το βλέμμα αδιάφορο,διασταυρώθηκαν με το πέταγμα τους,προσπέρασαν το νευρικό φτερούγισμα τους.

Φάνηκε περίεργο ότι  πέρασαν χαμηλά πάνω απ’ τα κεφάλια,τα χάιδεψαν νωχελικά,ενώ η στιγμή αποτυπώθηκε στην νευρική κίνηση των ματιών.Κάποιος πέρασε το χέρι να χτενίσει τα μαλλιά και τα δάχτυλα του γέμισαν κουτσουλιές.

Ευτυχία, τύχη του φώναξαν οι άλλοι

Αυτός κοίταξε νοσταλγικά την παλάμη του και περιέφερε την ματιά του γύρω γεμάτη απορία . Άφησε διστακτικά το χαμόγελο του να πέσει κάτω, ενώ έμεινε να παρατηρεί  την πορεία του, φοβούμενος μήπως ποδοπατηθεί.



Τάσος Ορφανίδης

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

φευγαλέα, Τάσος Ορφανίδης


φευγαλέα

έτσι κάπως, έτρεχα κι εγώ για να προφθάσω το λεωφορείο στην στάση
κάπως έτσι, έπιασε την μπάλα όταν της την πέταξα για να παίξει
ίδια ακριβώς, μου φάνηκε η γκριμάτσα της κυρίας
όταν  κοντοστάθηκε στο παιχνίδι τους.

φευγαλέα ήταν η ματιά της 
όταν μου ‘ριξε το βλέμμα της, δεν την συγκράτησα ακριβώς. 
ήταν από εκείνες που δημιουργούν αμφιβολίες.
κι όμως έτσι ακριβώς ήταν η κίνηση των σκύλων στο κυνήγι τους
φευγαλέα, με δρασκελισμούς μεγάλους και με ταχύτητα.

κάπως έτσι έκανε την κίνηση να στρώσει τα μαλλιά της.
ήταν σαν να γλύστρισε η λεπτομέρεια, 
να  χάθηκε στο ρυάκι με τα τρεχούμενα νερά.
φευγαλέα,όπως πάντα

Τάσος Ορφανίδης

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

το παραθύρι , Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού 

το παραθύρι

την έπλεκε με το τσιγγελάκι ώρες, μέρες, μέχρι που βάραινε
το πήρε απ’ το χέρι της και το συνέχισε, μέχρι που κουράστηκε
το πήρε απ’ την κούραση της και το τέλειωσε.

έχει πάνω τρία ονόματα, της μάνας, της κόρης και της εγγόνας.

δεν τα’βαλε από καπρίτσιο μα για την μνήμη τους, όταν θα φύγουν .
το ‘ξερε ότι κάποτε θα ‘ρθει αυτή η ώρα κι είχε τα παραθύρια ανοιχτά,
τα παντζούρια δεμένα να μη τα χτυπά ο άνεμος.

δεν άργησε ν’ακούσει τον ταχυδρόμο να ‘ρχεται
ψηλός, ξανθός, με γαλανά μάτια
δεν είχε άγρια όψη μα  αγγελική, για να τις αγκαλιάσει.

το τσιγγελάκι , ήταν ακουμπισμένο δίπλα στο καλαθάκι με τις κλωστές
που ‘πλεκε η μάνα , το άφησε στην κόρη κι αυτή το 'δωσε στην εγγόνα.



Τάσος Ορφανίδης

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Ενδυμίων , Αριστομένης Λαγουβάρδος από την ποιητική συλλογή «Το τέλος της αθωότητας»


diana-ed-endimione-francesco-trevisani.jpg
Ενδυμίων                


Τελειώνοντας το μέγα φαγοπότι,
αποσταμένος πια να σαλαγάει
τα λάγια αρνιά και να κοιτάει,
τον Λέοντα, τον Ταύρο, τον Τοξότη

τον πήρε ο ύπνος· η ώρια νιότη
καθρέφτισε τους πόθους, ακουμπάει
στο κέλυφος τ' ονείρου, του μιλάει
η Θεά, για ίμερους, κι' αγνότη.

Λαμπρός, λιγνός, γυμνός στην κλίνη,
σε νέφη ονείρων μεθυσμένος,
πλέει απ' τον έρωτα μυρωμένος

ο Ενδυμίων. Ω! να, η έφηβη κλίνει
το μέτωπο, δαμάζοντας τα χείλη
και λάμπει το ανυμέναιο θήλυ.



Αριστομένης Λαγουβάρδος

Γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης.
Διπλωματούχος ΜΗΧ/ ΓΟΣ   ΜΗΧ/ΚΟΣ  του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας.
Ζεί στο Ηράκλειο Κρήτης.

                         ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ (ποίηση)

1) Το τέλος της αθωότητας                (Τυποκρέτα Καζανάκης Ηράκλειο)
2) Καθώς κυλά το ρόδινο ποτάμι.              ''             ''                    '' 

3) Στα απόκρυφα τοπία της μοναξιάς  ( υπό έκδοση )

Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

σε φόντο σκοτεινό, Τάσος Ορφανίδης

φωτογραφία Τάσος Ορφανίδης

Δεν το είχα καν φανταστεί, εκεί χάμω στα πεταμένα, ανάμεσα στα σκουπίδια και στα λαμπιόνια που γέμισαν αποθήκες και κάδους. Τα έλατα στα σοκάκια μαζί με τα σπασμένα στολίδια, ετοιμάζονται για τον γήινο προορισμό της επιθανάτιας διαδρομής τους. 

Όνειρα ραγισμένα ξέμειναν , από ανήμπορους ανθρώπους. Ραγισμένες κι οι καρδιές, που δεν κούμπωσαν γύρω απ’ το γιορταστικό τραπέζι. Θόλωσαν τα παραθύρια, με ανάσες που δεν ζεστάθηκαν απ’ την σβησμένη εστία.Τα βλέμματα παρέμειναν ακίνητα, ν'ακολουθούν το λαμπερό άστρο που φάνταζε μόνο του.  

Μπρατσομένα χέρια άρπαξαν τον σταυρό την τελευταία στιγμή , τελευταία ελπίδα. Άλλα αδύναμα  δεν πρόλαβαν να κρατηθούν απ’ την τελευταία σανίδα. Τελευταία φορά αγκαλιάστηκαν να μη ξεχαστούν.

Ευχές μοιράστηκαν γύρω με αγκαλιές και φιλιά, χρειάζεται δύναμη για μια τελευταία ματιά! Στεκότανε ακίνητη, σκιά σε φόντο σκοτεινό!

Τάσος Ορφανίδης

*φανταστική ιστορία

ο μαχαλάς των εγκαταλελειμμένων, Τάσος Ορφανίδης

Φωτογραφία Χριστίνα Σαραφιανού

Καθώς πήρα την ανηφόρα σκυφτός και μελαγχολικός, σκοντάφτω σε μια κοτρόνα. Τι είναι τούτο, αναρωτιέμαι, πως βρέθηκε εδώ .Σηκώνω τα μάτια και κοιτάζω γύρω μου. Βρισκόμουνα σ’ ένα μαχαλά γεμάτο γκρέμια, σπίτια παρατημένα στο πέρασμα του χρόνου, εγκαταλελειμμένα.

Φαίνεται πως η κοτρόνα κάτι θέλει να μου πει, σκέφτηκα. Έσκυψα με ευλάβεια την πήρα στα χέρια μου και σιγά την απόθεσα στο άνοιγμα του τοίχου που είχε το γκρέμι μπροστά μου. Χορταριασμένο απ’ τον χρόνο μου φάνηκε κάτι περίεργο. Δεν ένιωθα ότι κείτονταν εκεί μόνο του .Ποντίκια, γάτες, αδέσποτα σκυλιά και ότι άλλο ζωντανό, είχαν βρει την στέγη τους.

Κι όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Ανασήκωσα το βλέμμα μου και διέκρινα ένα άνθος από αναρριχόμενο που αγκάλιασε το γκρέμι όλα τα χρόνια της εγκατάλειψης. Λες και δεν ήθελε να το αφήσει απροστάτευτο και το άνθος ήταν το χαμόγελο υποδοχής των καλοπροαίρετων. Οι φύλακες με τις καλές νεράιδες δεν είναι μόνο στα παραμύθια, αλλά στην ίδια την ζωή. Η εγκατάλειψη βρίσκει νέους ενοίκους.

Ήμουνα βέβαιος ότι σε κάθε γκρέμι συναντάται ζωή, που κρύβεται ανάμεσα στα ντουβάρια, στα δοκάρια, στις αγκριδιές και στα σινάζια, στα ξύλινα πατώματα, στις πόρτες και τα παραθύρια. Το μάνταλο στην πόρτα έχει μοιράσει αντικλείδια για τους νέους ενοίκους. Κι οι επισκέπτες μπορούν να βρουν μοσχολούλουδα για το μπουκέτο που θέλουν να φτιάξουν . Η ομορφιά είναι χαρισμένη και δεν μένει κλειδωμένη σε σεντούκια . Κάθε ζωντανή ύπαρξη διαλαλεί την ευτυχία της κι οι παροικούντες μένουν εντυπωσιασμένοι από την αρμονία της συγκατοίκησης.

Γεμίζει το καλάθι των εκπλήξεων με μυρωδάτα λουλούδια και οι αγκαλιές φορτώνονται άνθη και φρούτα για να χορτάσουν την πείνα και να ξεδιψάσουν την αναμονή. Γεμάτοι θόρυβοι αναστατώνουν το σύμπαν και η ψυχή αγαλλιάζει στην διαδρομή των αναμνήσεων.

Τάσος Ορφανίδης

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

πως να ξεχάσω, Τάσος Ορφανίδης


φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος



πώς να ξεχάσω

πώς να ξεχάσω,
ακόμη και να ήθελα δεν θα μπορούσα,
δεν μ’αφήνουν τ’ αθώα του μάτια,
το μελαγχολικό του βλέμμα.

πώς να ξεχάσω,
όταν κρατώ  στα χέρια μου το δικό του χάδι,
όταν το δικό του φιλί, δροσίζει  ακόμη το μάγουλο μου.

πώς να ξεχάσω,

με ένα δάκρυ μια ψυχή !

το μεθύσι , Τάσος Ορφανίδης


φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

το μεθύσι

μια στάλα από φαρμάκι είναι  γουλιά από πικρό καφέ,
πόση ακόμη αναμονή , βαρέθηκα

να φανταστείς ότι,
τίποτε δεν κάνει δυο παράδες,
έγραψα μόνο δυο αράδες.

εκεί στο στέκι το γνωστό περίμενα όλη μέρα,
τρεις καφέδες, είκοσι μπύρες και αμέτρητα σφηνάκια.

ήτανε δύσκολο για μένα να μετρήσω,

δεν μπόρεσα ακόμη να μεθύσω.

το τρένο , Τάσος Ορφανίδης


φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος
το τρένο 

άργησε σήμερα το τρένο, έχασε τις λεπτομέρειες 
δεν φάνηκε το μαντήλι σου να χαιρετά απ’ το παράθυρο
ούτε χέρια απλωμένα να ψάχνουν τον δικό τους άνθρωπο,
δεν ακούστηκε η κόρνα, ούτε τα φρένα να στριγλίζουν άγρια.

ήταν όλα ήρεμα, ακριβώς την ώρα της άφιξης
ήταν όλα στην θέση τους,  στις τέσσερις και είκοσι πέντε ακριβώς

τα καρότσια έτοιμα να πάρουν τις βαλίτσες,
ο σταθμάρχης με το κόκκινο καπέλο,
τα χαμογελαστά πρόσωπα δίπλα μου
τα παιδιά να τρέχουν πέρα δώθε 
και η μαυροφορεμένη κυρία με το μαντήλι κολλημένο στο πρόσωπο



ήταν όλα σε τάξη, μόνο εσύ έλειπες.
άργησε σήμερα το τρένο, έχασε τις λεπτομέρειες και λάθεψε τον δρόμο

η δική μας γωνιά, Τάσος Ορφανίδης

φωτογραφία Μιχάλης Ματζαβίνος

η δική μας γωνιά 

εκεί που περίμενα θυμήθηκα την δική μας γωνιά, 
αυτή που έτρεχες  να πιάσεις πρώτα,
μη προλάβει η άνοιξη και μετά το καλοκαίρι. 
είναι η δική μας γωνιά 
αυτή του φθινόπωρου και του χειμώνα  

αυτή η γωνιά 
που δεν πρόκειται να αφήσω να στέκει μόνη,
μέχρι να γυρίσεις με τα μανίκια μαζεμένα, 
το χαμόγελο λαμπερό
και τα γαλανά σου μάτια να δείχνουν την θάλασσα .