Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Ροτόντα της Θεσσαλονίκης

Κωνσταντίνος Νίγδελης






Η Ροτόντα ανήκει στην κατηγορία των περίκεντρων κτισμάτων και οφείλει το όνομά της στο σχεδόν κυκλικό σχήμα της. Ιδρύθηκε γύρω στο 300 μ.Χ., πολύ κοντά στα ανατολικά τείχη της πόλης από το Ρωμαίο καίσαρα Γαλέριο, όταν αυτός επέλεξε τη Θεσσαλονίκη ως έδρα της διακυβέρνησής του. 

Το μνημείο ιδρύθηκε αρχικά ως ναός αφιερωμένος στο Δία ή στον Κάβειρο ή, σύμφωνα με μια λιγότερο πιθανή εκδοχή, προοριζόταν για μαυσωλείο του Γαλερίου. Το σημερινό του όνομα («Ροτόντα») είναι πολύ μεταγενέστερο και δόθηκε από τους περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα, λόγω του κυκλικού σχήματός του. 

Η θέση του εντοπίζεται στη βόρεια απόληξη μιας μεγαλοπρεπούς οδού με κιονοστοιχίες, η οποία συνέδεε τη θριαμβική αψίδα του Γαλερίου (σημερινή Καμάρα) με το συγκρότημα των ανακτόρων του στα νότια (σημερινές πλατείες Ναυαρίνου και Ιπποδρομίου). Το κτίριο είχε διάμετρο 24,5μ. και τοίχους πάχους 6,30μ. κατασκευασμένους από σειρές ακατέργαστων λίθων, συνδεδεμένων με ισχυρό κεραμεικό κονίαμα. Στο εσωτερικό του διαμορφωνόταν οχτώ μεγάλες ορθογώνιες κόγχες, από τις οποίες η νότια χρησίμευε ως κεντρική είσοδος. Το μνημείο στεγάστηκε με έναν τεραστίων διαστάσεων τρούλλο, χτισμένο αμιγώς από ψημένες πλίνθους, ο οποίος φτάνει σε ύψος τα 30μ. από τη στάθμη του εδάφους.

Τον 5ο αιώνα οι χριστιανοί μετέτρεψαν το κτίριο σε ναό της χριστιανικής λατρείας, αφιερωμένο στους Αγίους Ασωμάτους ή Αρχαγγέλους, αφού νωρίτερα πραγματοποίησαν ορισμένες μετασκευές και προσθήκες. Πιο συγκεκριμένα, γκρέμισαν εν μέρει την ανατολική ορθογώνια κόγχη και την μετέτρεψαν σε ημικυλινδρική αψίδα ιερού βήματος. Επιπλέον, προσέθεσαν γύρω από τον αρχικό πυρήνα του κτιρίου μια περιμετρική κυκλική στοά, ανοίγοντας ταυτόχρονα και τις υπόλοιπες επτά κόγχες, προκειμένου οι δύο χώροι να επικοινωνούν καλύτερα μεταξύ τους. Η στοά αυτή δυστυχώς δεν διατηρείται σήμερα. Στο χώρο όπου υπήρχε η δυτική κόγχη διαμορφώθηκε νέα είσοδος με νάρθηκα. Η νότια είσοδος τονίστηκε επίσης με την προσθήκη μεγαλοπρεπούς προπύλου, το οποίο πλαισίωναν δύο παρεκκλήσια, το ένα κυκλικού και το άλλο οκταγωνικού σχήματος. Τέλος, ο ναός διακοσμήθηκε με πολύχρωμα, εξαιρετικής πολυτέλειας ψηφιδωτά, ορισμένα από τα οποία διατηρούνται σήμερα στις καμάρες του ισογείου και στο θόλο του τρούλου.


Στα 1590/1 και ενώ η πόλη βρισκόταν υπό τουρκική κατοχή το κτίριο μετατράπηκε σε τζαμί από τον σεΐχη Σουλεϊμάν Χορτατζή Εφέντη, από τον οποίο και πήρε το όνομά του. Τη λειτουργία αυτή υπενθυμίζει σήμερα στους επισκέπτες ο πανύψηλος κυκλικός μιναρές στη νοτιοδυτική πλευρά του μνημείου, ο μοναδικός που σώζεται στη Θεσσαλονίκη από την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Από τα 1912 έως τα 1920, μετά την απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους, το μνημείο αποδόθηκε εκ νέου στη χριστιανική λατρεία και αφιερώθηκε στον Άγιο Γεώργιο από το μικρό εκκλησάκι που βρίσκεται απέναντι από το δυτικό περίβολό του.

 Αργότερα, μέχρι τους καταστροφικούς για τη Θεσσαλονίκη σεισμούς του 1978 χρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει συλλογές χριστιανικών γλυπτών. Μετά τους σεισμούς απαιτήθηκαν μεγάλες αναστηλωτικές εργασίες στο κτίριο, που σήμερα λειτουργεί κυρίως ως επισκέψιμος αρχαιολογικός χώρος, ενώ κατά τη διάρκεια του έτους πραγματοποιούνται και περιορισμένες σε αριθμό Θείες Λειτουργίες.




το κείμενο δημοσιεύθηκε στη σελίδα "παλιές φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου