Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

ο μικρός μπαξές στο δρομάκι


Περπατώντας σ’ ένα από τα σοκάκια της πάνω πόλης, κοντά στο Γεντί κουλέ που 'ναι η γειτονιά μου, βρέθηκα συμπτωματικά μπροστά σ’ ένα μικρό κουκλίστικο σπίτι. Από εκείνα τα παλιά που τα βάφεις και τα φροντίζεις για να κρατήσουν τη λάμψη τους. Ένα χέρι βρέθηκε να τ΄ αγκαλιάσει με αγάπη, να το φροντίσει.  Αυτό φάνταζε πανέμορφο, έκρυβε τα χρόνια που πέρασαν πάνω του.

Το γαλάζιο έδεσε με το καφέ και οι γλάστρες γίνανε κόσμημα. Του 'καμε και μπαξέ, εκεί στο δρομάκι λόγω έλλειψης αυλής. Μάζεψε τα ντεπόζιτα που πετάχτηκαν, τα γέμισε χώμα κι έβαλε σπόρο για τα φυτά που θα βγουν, να του δώσουν ντομάτες, αγγουράκια και κάθε λογής μαναβικής. 

Τον θυμήθηκα, πουλούσε σε λαϊκές μαναβική. Τον είδα γερασμένο κι όταν του είπα το όνομα μου, ήταν σαν να χάρηκε που κάποτε πιτσιρικάς πήγα κι εγώ μαζί του να διαλαλώ την πραμάτεια του. Αλλά τότε δεν είχα στεντόρεια φωνή, δεν έφθανε, ήθελε να μαζεύω κόσμο ν' αγοράζει, δεν του έκανα, δεν μου έκανε, έφυγα.

Τα χρόνια πέρασαν, αλλά οι μνήμες δεν αφήνουν τις λεπτομέρειες να χαθούν ανελέητα .


Τάσος Ορφανίδης





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου