Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

χρωματίζοντας τη νύχτα με παιχνίδια της φαντασίας!

photo Michalis Matzavinos
Ανησύχησα, καθώς κοιτούσα απέναντι στο βάθος της σκιάς . Κάτι πελώριο κρυβόταν ανάμεσα της, αλλά τα δένδρα μου έκρυβαν την εικόνα. 

Δεν είχα άλλη λύση από το να πλησιάσω περισσότερο. Βάδισα διστακτικά προς τα εκεί, ένιωσα τα βήματα μου μπερδεμένα, αβέβαιο κάθε πάτημα. Σε κάποιο σημείο γλίστρησα, κόντεψα να βρεθώ ξαπλωμένος στο έδαφος, αλλά συμπτωματικά κρατήθηκα από κάπου . Γύρισα και κοίταξα με περιέργεια, ήταν το μανίκι ενός απλωμένου ρούχου..

Παραξενεύτηκα, είχα την εντύπωση ότι ήταν ακατοίκητο το σπίτι, ποτέ δεν πρόσεξα αναμμένο φως, οι θόρυβοι που άκουγα κατά καιρούς ήμουν βέβαιος ότι ήταν απ’ τα ζώα .

Μήπως όλες αυτές ήταν υποθέσεις ;

Κίνησα να προχωρήσω κι άλλο αλλά τα βήματα μου έγιναν περισσότερο διστακτικά.  Ένα σύρσιμο έκανε τους χτύπους της καρδιάς μου ν’ αυξάνονται και να περνούν βιαστικά απ’ το μυαλό μου διάφορες περίεργες σκέψεις που επιδείνωναν τις ανησυχίες μου. Το σκοτάδι άρχισε να γίνεται πιο πυκνό, το περπάτημα μου πιο δύσκολο, το τοπίο γύρω μου τρομαχτικό. 

Οι σκέψεις που μαζεύτηκαν έγραψαν διάφορα σενάρια πλοκής και ο παραμικρός θόρυβος επιδείνωνε την θέση μου. Προσπάθησα να φέρω μπροστά μου την εικόνα του σημείου που βρισκόμουνα, για να προσαρμόσω ανάλογα τις κινήσεις μου. Μετάνιωσα φοβερά που δεν πήρα αρχικά ένα φως μαζί μου. Εγκατέλειψα γρήγορα αυτή την σκέψη εφ’ όσον πλέον δεν βοηθούσε, προσπάθησα να συγκεντρωθώ περισσότερο. Mε τα χέρια μου να ψαχουλεύουν στο σκοτάδι αναζητούσα ένα ξύλο κάτι που θα με βοηθούσε να το χρησιμοποιήσω σαν άμυνα.

 Όλες μου οι σκέψεις πλέον αρνητικές, ποτισμένες με φόβο.

Ένιωσα τα πόδια μου να τρέμουν, ένας κρύος ιδρώτας μ’ έλουσε ξαφνικά και οι σκέψεις πλέον γίνανε θολές. Έκανα μια τελευταία προσπάθεια να πιαστώ από κάπου. Φυλλωσιές γέμισαν τις παλάμες μου αλλά τίποτε πιο σταθερό για να συγκρατήσει το σώμα μου καθώς σωριαζόταν.

Ίσως πέρασαν πολλές ώρες απ’ εκείνη την στιγμή, τα ρούχα μου ήταν μούσκεμα. Tο νερό δυνατής βροχής ήταν αυτό που με ξύπνησε απ’ το βαθύ μου ταξίδι. Έκανα στιγμιαία την κίνηση να πιάσω το κεφάλι μου, καθώς πονούσε ανυπόφορα. Στο πίσω μέρος, ένιωσα τον πόνο να με γκρεμίζει στην άβυσσο. 

Εκείνη την μοναδική στιγμή ονειρεύτηκα  ζεστό κρεβάτι, αναμμένη φωτιά στο τζάκι κι ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Στιγμιαία μεταφέρθηκα στο δωμάτιο μου με καθαρά ρούχα, και μια γλυκιά άγνωστη φωνή να με καλεί απαλά στο κρεβάτι της. 

Ήταν η ίδια φωνή της μελαψής  κοπέλας που βρισκόταν γονατιστή δίπλα μου, προσπαθώντας να με συνεφέρει. Τα χέρια της κρατούσαν τα δικά μου, ενώ παράλληλα τα έτριβαν δυνατά . Μου έλεγε κάτι σιγανά με την απαλή γλυκιά φωνή της .Είναι αλήθεια ότι δεν καταλάβαινα λέξη, η γλώσσα που μιλούσε μου ήταν άγνωστη.

 Έκανα μια προσπάθεια να σηκωθώ αλλά μου ήταν αδύνατο. Το σώμα μου πονούσε παντού. Εκείνη έσκυψε πιο κοντά σε μένα, πήρε το ένα μου χέρι και το πέρασε από τους ώμους της, ενώ με το άλλο προσπάθησε να μ’ αγκαλιάσει για να με βοηθήσει να σηκωθώ . 

Ένιωσα κολλημένο  πάνω μου το τρυφερό της σώμα, τα στήθη της ακούμπησαν στο δικό μου, ενώ η ανάσα της αγκάλιαζε το λαιμό μου. Προσπάθησα να πατήσω γερά για να βοηθήσω .Περίεργο, οι δυνάμεις μου μ’ είχαν εγκαταλείψει. Κάθε προσπάθεια ήταν ανώφελη. Κάποια στιγμή μου έκανε νόημα να καταλάβω ότι θα φύγει για λίγο και θα επιστρέψει αμέσως. Έβγαλε χωρίς δισταγμό ένα πανωφόρι που είχε ριγμένο στους ώμους της και με σκέπασε για να με προστατέψει προσωρινά απ’ την υγρασία και την βροχή. Σηκώθηκε απαλά με χάρη, τίναξε τα μακριά μαλλιά της να διώξει τα νερά από πάνω της και κίνησε γρήγορα προς το σπίτι. 

Τα φώτα επέμεναν να παραμένουν κλειστά και οι θόρυβοι να έχουν σκεπαστεί απ’ την παρουσία της όμορφης κοπέλας. Προς στιγμή είχα ξεχάσει την δύσκολη θέση που βρισκόμουνα, προσπαθούσα μόνο να κρατήσω το άρωμα της. 

Ο χρόνος σ’ αυτές τις περιπτώσεις φαντάζομαι ότι είναι μακρύς, αλλά εμένα μου φάνηκε σύντομος, καθώς οι σκέψεις μου με ταξίδεψαν σε πλάνα μέρη να πλημμυρίζουν με μουσική και χορό. Με τα λεπτά της χέρια αγκάλιαζε τον λαιμό μου και τα πρόσωπα μας ακουμπούσαν το ένα στο άλλο. Τα δυο μου χέρια αγκάλιαζαν τη μέση της, ενώ τα πόδια της μπερδευόντουσαν ανάμεσα στα δικά μου, ακολουθώντας τον ρυθμό της μουσικής. Σε κάποιες φάσεις στροβιλιζόταν γύρω απ’ τον εαυτό της και τα μακριά της μαλλιά έπλεκαν στεφάνι με τις άκρες τους ν' ακουμπούν το πρόσωπο μου. 

Είχε μια άνεση στην κίνηση, αγκάλιαζε την μουσική σε κάθε νότα της. Γινότανε ένα με το τραγούδι, το κορμί της ερμήνευε τα λόγια με τις κινήσεις του και το βλέμμα της  μαγνήτιζε την ατμόσφαιρα. Τα μάτια των θαμώνων συγκεντρώθηκαν πάνω της, καθώς περιφερόταν ρυθμικά στο κέντρο της πίστας. Τα χέρια της με παρέσυραν στο ρυθμό της, ένιωσα τα πόδια μου να ακολουθούν τα βήματα της, ενώ τα χείλη μου είχαν στεγνώσει απ’ την αγωνία. Κάποια στιγμή καθώς περιστρέφονταν γύρω απ’ τον εαυτόν της βρέθηκε στην αγκαλιά μου, τα χείλη της σφράγισαν τα δικά μου.


Η φωνή της ήταν απαλή, ένα χάδι καθώς μιλούσε, δεν χρειαζόταν να καταλάβω τι έλεγε. Άπλωσε το χέρι της άγγιξε το δικό μου, χωρίς να το σφίξει. Έκανε απλά την κίνηση για να σηκωθώ, τα πόδια μου πάτησαν γερά στο έδαφος, η μέση μου διπλώθηκε, το στήθος μου πήρε δυο βαθιές ανάσες και στάθηκα όρθιος δίπλα της, χωρίς καν να το καταλάβω πως. 

Το γλυκό χαμόγελο της σφράγισε τη στιγμή, το χάδι της απλώθηκε σ’ όλο το κορμί μου, καθώς την αγκάλιαζε ένα φως. Όλα γίνανε φωτεινά, κάλυψαν το σκοτάδι. Την αναζήτησα ανάμεσα στο εκτυφλωτικό φως, θέλησα να διακρίνω τις λεπτομέρειες της. Ένα ελαφρύ αεράκι πέρασε πάνω μου, ένιωσα μια ανάσα στο μάγουλο μου. 

Το ξημέρωμα άνοιξε τις πόρτες του διάπλατες και η ξελογιάστρα νύχτα γλίστρησε αθόρυβα στο μονοπάτι της!

Η μέρα με υποδέχθηκε χαρούμενη.  

Τάσος Ορφανίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου