Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

οι μπεκρήδες της γειτονιάς

Ο οίνος τίποτε δεν εφευρίσκει, μόνο φλυαρεί.(Σίλλερ)


Μέρες Αποκριάς. Μόλις χθες τσικνίστηκε όλη η πόλη , τα στενά της σοκάκια γέμισαν από κόσμο, ευκαιρία και αφορμή για ένα ξεφάντωμα μακριά από τα καθημερινά. Το ποτό έρεε, οι ταβέρνες που κάποιες θύμιζαν παλιά καπηλειά με ρετσίνα βαρελίσια. Παλαιότερα την έβρισκες παντού στο μπακάλικο, στην ταβέρνα , στον καφενέ, στο μαγέρικο ακόμη και σε καρβουνιάρικα. 
Σε όλο αυτό το σκηνικό πώς να λείψουν οι γραφικοί μπεκρήδες, άλλοι με αφορμή τη μέρα και άλλοι που το 'χαν συνήθειο.

Θυμάμαι στον καφενέ της γειτονιάς και στο μπακάλικο πιο πέρα, ρετσίνα με κάνα δυο ελιές, κανένα κρεμμύδι, ίσως ένας ψευτομεζές πάνω στο τραπέζι στη γωνιά. Εκεί κάθε μέρα συναντούσα τις γραφικές φιγούρες, απόμερα να μη ενοχλούν κανέναν, σιγοπίνανε, μουρμούριζαν τα δικά τους, άλλοτε έπιαναν κανένα «άσμα», πετούσανε καμιά κουβέντα στο πείραγμα των άλλων. Εκεί δίπλα στα βαρέλια με τη χαρακτηριστική κόκκινη μύτη. Όταν ανταμώναμε στον δρόμο κάναμε πέρα για να περάσουν, αλλά τα οχτάρια τους μπορεί να τους έφερναν καταπάνω μας.
Γειτονιά χωρίς καπηλειό και μπεκρήδες δεν γινότανε. Οι μπεκρήδες δεν ήταν κακοί άνθρωποι, πονεμένοι ήτανε.

Ένα απόσπασμα από τους στίχους του Φίλιππου Γράψα για το Γεντί Κουλέ πιάνει τα βήματα τους

Στη γειτονιά μου πορνευόταν η αλήθεια
κουβεντιαστά από ταβέρνα σε ταβέρνα.
Και μια μικρή καμπαρετζού μ’ ωραία στήθια
γύριζε πάντοτε στο σπίτι της παρθένα.

Είχε μπεκρήδες και με τ’ όνομα ξενύχτες
που βρίζαν ψάχνοντας να βρουν τα βήματά τους
και κάτι μάγκες φτωχοδιάβολους αλήτες
που μπλέκαν σ’ έρωτες και βρίσκαν τον μπελά τους.

Κάπως έτσι έφερα στη θύμηση μου και τον καλό μπεκρή του ελληνικού κινηματογράφου τον Ορέστη Μακρή. Αγαπημένη η ερμηνεία του και η φωνή του έδενε με την φιγούρα του μπεκρή, σαν να ‘ταν ο μοναδικός του ρόλος.



Τάσος Ορφανίδης 


Την ετοιμολογία της  λέξης "Μπεκρής" τη συναντάμε  στο βιβλίο του ΖΑΧΟΥ η Πιάτσα, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα 1980, σελ. 231, 32:

"... Στους μουσουλμάνους βιοτέχνες και εμπόρους του Παζαριού, τη μεγαλύτερη διάδοση είχαν οι αιρέσεις των μπεκρήδων και των μπεκτασήδων, που επέτρεπαν στους οπαδούς τους την κατανάλωση του κρασιού και των άλλων οινοπνευματωδών ποτών. Έτσι οι μουσουλμάνοι, που απαξιούσαν να πιούν κρασί, ταύτισαν τους θαμώνες της Ταβέρνας με τους μπεκρήδες, τους οπαδούς της αίρεσης και του μοναχικού τάγματος των Μπεκρί, που λάτρευαν τον Αμπού Μπεκρ, τον πεθερό του προφήτη Μωάμεθ και πρώτο χαλίφη του Ισλάμ. "Μπεκρής" κατάντησε να σημαίνει "ταβερνόβιος", "μέθυσος", και μ΄ αυτή τη σημασία έμεινε η λέξη στην ελληνική γλώσσα και παράδοση, χωρίς καμιά ανάμνηση της πρώτης ιερατικής της σημασίας".( από το διαδίκτυο)


2 σχόλια: