Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Μοιραία συνάντηση


φωτογραφία Θάνος Χαρίσης

Με το καπέλο στραβά, μαύρα γυαλιά, πανταλόνι τζιν και μπλούζα φοβερή, έδειχνε έτοιμος να καμακώσει κάθε θηλυκό περαστικό. 
Του προέκυψε η Ν.., γοητευτική, ναζιάρα, τον έφερνε απ’εδώ τον έφερνε απ’ εκεί, μέχρι τελικά να του κλέψει το χάδι. 
Εκείνος αναθάρρησε και το χάδι πολλαπλασιάστηκε, μέχρι που εκείνη κάθισε κάτω και κόλλησε πάνω του. 
Αυτό ήταν, ένας αιφνίδιος έρωτας γεννήθηκε.
Η μοίρα έπαιξε το δικό της παιχνίδι. 
Η βόλτα  την έφερε πάλι μπροστά του. Εκείνος την αναγνώρισε αμέσως, σήκωσε το χέρι του επιδεικτικά, δείχνοντας  την. 
Οι δυο τους έσμιξαν. 
Eκείνη απλώθηκε μπροστά του επιζητώντας τα χάδια του.
Εκείνος της έριξε πρώτα μια γοητευτική ματιά  και μετά την προσπέρασε,
ψάχνοντας το παιχνίδι του.


Τάσος Ορφανίδης

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Κα Γεωργία, η τελευταία από το σπίτι της Μαλαμάτως

Μου είναι δύσκολο κάθε φορά, ν'αποχαιρετώ αγαπημένα πρόσωπα.Το βαρύ χέρι της κρίσης, υπήρξε ανελέητο σε κάθε ηλικία. Όταν χτύπησε του νέους, παρέσυρε μαζί τους και τα βασανισμένα γηρατειά.
Έφυγε χθες  η τελευταία παλιά κάτοικος  από το σπίτι της Μαλαμάτως. Αναφέρομαι στο πέτρινο, που έχει περιέλθει στην ιδιοκτησία μου εδώ και 17 χρόνια. Κι όμως οι άνθρωποι αυτοί υπήρξαν κομμάτι αυτού του σπιτιού, θεμέλια πέτρα που το κρατούσε όρθιο. Τώρα έπεσε το βάρος σ΄ εμάς, τους τωρινούς κατοίκους του, να το φροντίσουμε για να συντηρεί τις μνήμες όσων πέρασαν απ’ αυτό, για δύο τουλάχιστον αιώνες.
    Η κα Γεωργία στυλοβάτης της οικογένειας της μέχρι τα τελευταία της, αυστηρή με τον εαυτόν της αλλά ανοιχτή αγκαλιά στους άλλους. Πριν απ’ αυτήν, έφυγε ο άντρας της ο κος Βασίλης, άνθρωπος μορφωμένος με το απολυτήριο του Δημοτικού. Όταν πρωτομπήκα στο σπίτι τους στον Πολύγυρο, βρέθηκα σε μια τεράστια ιδιωτική βιβλιοθήκη. Δεν υπήρχε έπιπλο, που να μη φιλοξενεί στη ράχη του, σωρό από βιβλία.Μαθητευόμενος, λογιστής, κτηνίατρος, φιλόσοφος και ότι άλλο θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει πάνω του. Πολυδιαβασμένος είχε γνώση για όλα. Πίσω απ’ αυτόν πάντα διακριτικά κρυμμένη θα έλεγα η κα Γεωργία, κρατούσε γερά και διόρθωνε τα λάθη του. Με δυο παιδιά και δυο εγγόνια, η ζωή τους φέρθηκε με πολύ αγάπη αλλά και με σκληρότητα. Δύσκολα τα χρόνια τους, ακόμη πιο δύσκολα τελευταία με την κρίση κατά πόδας στο πλατύσκαλο του σπιτιού, αχόρταγη να ζητάει να απομυζήσει και το τελευταίο μετερίζι.
Έγραφε σ' ένα σημείωμα του ο γιος της Δήμητρης όταν παρουσίαζε στο site του τις δημιουργίες του."Το δέντρο αναγνωρίζεται απ' τους καρπούς του, αλλά η ποιότητα των καρπών του καθορίζεται απ' τις ρίζες του." Θα το παραφράσω για τους γονείς του λέγοντας "οι ρίζες τους υπήρξαν θεμέλιο και οι καρποί που γέννησαν εύγευστοι με  ποιότητα."
Ένα καράβι περιμένει τον καθένα μας, να μας περάσει σε άγνωστα λιμάνια. Τα πανιά του ολοκαίνουργια και το σκαρί γερό.
Καλό ταξίδι αγαπημένη κυρία  Γεωργία .

Τάσος Ορφανίδης

προτίμησα να την αποχαιρετήσω μ' ένα εικαστικό έργο, δημιουργία του γιου της Δημήτρη Κυργιαφίνη



Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

μια σημαδιακή μέρα


Ήταν ηλιόλουστη μέρα και τα πουλιά ξεμύτισαν στα κλαδιά των δένδρων, με το φτερούγισμα τους να φέρνουν εικόνες ζευγαρώματος, χαράς, σε όλη την πλάση.  


Χάθηκα με το να χαζεύω πέρα δώθε τα κτίρια, τους ανθρώπους.Το βλέμμα μου σκαρφάλωσε σ' ένα ζευγάρι αρκετά γερασμένο, καθώς περπατούσε  χέρι χέρι, χωρίς να δίνουν την εντύπωση ότι στήριζε ο ένας τον άλλον, αλλά υπήρχε μια θαλπωρή οικειότητας στο βάδισμα τους. Η γυναίκα είχε μία χάρη παρά την προχωρημένη ηλικία της κι ο άντρας πρόσεχε το βήμα του,με σταθερή πατημασιά που κάθε τόσο γύριζε, της έριχνε μια τρυφερή ματιά κι έδινε συνέχεια στον παλμό τους. 

Πιο πέρα σταμάτησα με περιέργεια σε μια βιτρίνα, ένα ζευγάρι αγκαλιασμένο φιλιόταν επί ώρες, μα ήταν τόσο ζωντανό που αρχικά ξεγελάστηκα όπως και τόσος κόσμος που κοντοστέκοταν με περιέργεια. Ένα λεπτό χεράκι χώθηκε στη φούχτα μου και με τράβηξε από τις σκέψεις μου. Συνειδητοποίησα ότι ένα μικρό αγοράκι στεκόταν δίπλα μου με την Μάνα του και την αδελφή του, οι οποίες ήταν απορροφημένες από το θέμα της βιτρίνας. Μου έσκασε ένα χαμόγελο κι έτρεξε να χωθεί με ντροπή στην αγκαλιά της Μάνας του, που με υποδέχθηκε με το χαμόγελο της. 

Προχώρησα με κατεύθυνση τη θάλασσα, κοντοστάθηκα και πάλι μπροστά σ’ ένα παγωτατσίδικο, όπου γινότανε χαμός. Η εικόνα των παγωτών στην βιτρίνα, ήταν ένας κράχτης χωρίς αντίσταση. Περίμενα υπομονετικά στη σειρά μου, να πάρω το χωνάκι με το παγωτό της αρεσκείας μου. Ένα καρότσι σκόνταψε πάνω μου, λες και ήθελε να με προσπεράσει, αλλά του πρόσφερα ευγενικά τη σειρά μου. Μια Μάνα με τέσσερα μικρά, ίσως να ταν κοντά σε ηλικία μεταξύ τους, ζήτησε συγνώμη για την απροσεξία της, αλλά η λαχτάρα των μικρών ζιζανίων για παγωτό, δεν άφηνε αντιρρήσεις στη σειρά προτεραιότητας τους. Το γλυκό της χαμόγελο και τα τρυφερά της μάτια, ήταν η εικόνα της μέρας μου. 

Η γυναίκα μου έμεινε στο σπίτι, να φροντίζει τις μικρές κόρες μας Δέσποινα και  Λουκία, ενώ εγώ ως συνήθως είχα χαθεί στις εικόνες μου.
Κάπως έτσι ήρθε στα μάτια μου η δική της εικόνα πριν αρκετά χρόνια. Είχα φθάσει σ’ ένα παλιό κτίριο, δυο τετράγωνα παρακάτω από την στάση μου για παγωτό,, ανέβηκα στον πρώτο όροφο και κοντοστάθηκα για λίγο. Έστησα αυτί ακούγοντας ομιλίες, γέλια, φωνές χαρούμενες, παιχνιδιάρικες, ερχόντουσαν από μέσα. Η αρχική μου ιδέα να χτυπήσω την πόρτα , εγκαταλείφθηκε αμέσως. Γύρισα το χερούλι και μπήκα,πήρα το σοβαρό μου ύψος με το διακριτικό μου χαμόγελο και ρώτησα σχετικά αν είμαι στο σωστό μέρος. Μια μελαχρινή κοπέλα με μακριά μαλλιά κι ευγενικό πρόσωπο μου χαμογέλασε και μου επιβεβαίωσε ότι βρίσκομαι στο σωστό χώρο.Ήμασταν κάπου στα 18.

Η κοπέλα αυτή μεγάλωσε, έγινε γυναίκα, γέννησε τις δυο μου κόρες
Ήταν σημαδιακή μέρα, που συνάντησα την Μάνα των παιδιών μου, όπως το νερό που τρέχει στο ρυάκι, προσφέροντας την δροσιά του σε διψασμένα χείλη.

Τάσος Ορφανίδης  

για τη Μάνα μου



Το φως της μέρας χτύπησε στα μάτια μου, μ’ έσπρωχνε να σηκωθώ πιο νωρίς  . Συνήθως με ξυπνάει το σκυλί μου η Νίνα, αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά ,ένα μαγικό φως με χάιδευε το πρόσωπο.


Δεν ακολούθησα τίποτε από τις καθημερινές πρωινές συνήθειες , φόρεσα το μπουφάν μου και βγήκα έξω βιαστικά.

Τα βήματα μου με οδήγησαν έξω από την πόρτα της Μάνας μου. Χτύπησα το κουδούνι στο θυροτηλέφωνο δύο φορές, όπως συνηθίζω για να αφήνει τον Ίκαρο το μικρό της σκυλάκι να κατέβει για την βόλτα του. 

Αργούσε ,γι’ αυτό τον λόγο χτύπησα για δεύτερη φορά. Άκουσα το ξεκλείδωμα της πόρτας στον 2ο όροφο, ενώ ο Ίκαρος δεν σταμάτησε να γαβγίζει.

Ερχόμαστε,φώναξε από πάνω . Οι φωνές του Ίκαρου και το χαρακτηριστικό χτύπημα από το μπαστούνι της, ήταν μια μελωδία παράξενη αλλά γοητευτική.

Το σκυλάκι έφθασε σχεδόν αμέσως κάτω στην είσοδο της οικοδομής που περίμενα, για να του φορέσω το σαμαράκι του, κάνοντας ιδιαίτερη χαρά στα δύο πισινά του πόδια, ενώ ταυτόχρονα χτυπούσε τα μπροστινά σαν παλαμάκια.

Μετά από ώρα έφθασε και η Μάνα, με ένα χαμόγελο να διαγράφεται στο πρόσωπο της . Την είδα όμορφη, να λάμπει το πρόσωπο της, τα μαύρα της ρούχα δεν φορούσαν την ασπίδα τους .

Θα έρθω κι εγώ μαζί σας , καλημέρα

Δεν είχα να της προσφέρω λουλούδια, μου έδωσε όμως η ίδια την αγάπη της με την συντροφιά της.

Πήραμε τον δρόμο για το πάρκο, όπου συνήθως βγάζω βόλτα τον Ίκαρο. Το περπάτημα της, δεν είχε πλέον αυτή την φοβία η την διστακτικότητα, ήταν σταθερό, βέβαιο, χωρίς αμφιβολία η ταραχή, είχα την αίσθηση ότι δεν χρειαζόταν το μπαστούνι της.

Θέλω να έρχομαι κι εγώ μαζί σας, μου είπε αφήνοντας το γλυκό της χαμόγελο να ταξιδέψει πάνω μου.


Τάσος Ορφανίδης