Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Μαγιακόφσκι ,Ρώσος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, ένας από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του Ρωσικού Φουτουρισμού 14 Απριλίου 1930, σαν σήμερα αυτοπηροβολήθηκε


Ο Βλαντίμιρ Βλαντίμιροβιτς Μαγιακόφσκι (Влади́мир Влади́мирович Маяко́вский, ΔΦΑ [vlɐˈdʲimʲɪr mɐjˈkofskʲɪj]: 19 Ιουλίου 1893 – 14 Απριλίου, 1930) ήταν Ρώσος ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, ένας από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του Ρωσικού Φουτουρισμού στις αρχές του 20ου αιώνα.






Μαγιακόφσκι
Η σημασία της επίδρασης του Μαγιακόφσκι δεν περιορίζεται στη σοβιετική ποίηση. Ενώ από χρόνια θεωρείται ο κορυφαίος Σοβιετικός ποιητής, έχει αλλάξει επίσης τις παραδοχές για την ποίηση στην ευρύτερη κουλτούρα του 20ου αιώνα. Ο πολιτικός του ακτιβισμός ως καθοδηγητή προπαγάνδας σπάνια κατανοήθηκε και συχνά επικρίθηκε από τους συγχρόνους του, ακόμα και από στενούς του φίλους όπως ο Μπορίς Παστερνάκ. Κοντά στα τέλη του 1920, ο Μαγιακόφσκι απομυθοποίησε σε μεγάλο βαθμό την πορεία της Σοβιετικής Ένωσης υπό τον Ιωσήφ Στάλιν: τα σατιρικά του έργα Ο κοριός (ρωσικά: Клоп, 1929) και Το μπάνιο (ρωσικά: Баня, 1930), τα οποία πραγματεύονται τη σοβιετική απέχθεια για την τέχνη και τη γραφειοκρατία, αντανακλούν αυτή την εξέλιξη.

Το απόγευμα της 14ης Απριλίου, 1930, ο Μαγιακόφσκι αυτοπυροβολήθηκε. Το ημιτελές κείμενο του ποιήματος της αυτοκτονίας του σημείωνε, μεταξύ άλλων:

Το καράβι της αγάπης συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινή ρουτίνα. Εσύ κι εγώ, δεν χρωστάμε τίποτε ο ένας στον άλλον, και δεν έχει νόημα η απαρίθμηση αμοιβαίων πόνων, θλίψεων και πληγών.
Ο Μαγιακόφσκι ετάφη στη Μόσχα, στο Κοιμητήριο Νοβοντέβιτσι.
 
πηγή : Βικιπαίδεια

Ποιήματα του

Ξελασπώνοντας το μέλλον

Δεν είναι μόνον ο κομμουνισμός στη γη, στα κάθιδρα εργοστάσια εκείνα.

Είναι και μες στο σπίτι, στο τραπεζάκι μπρός, στις σχέσεις, στη φαμίλια, στην καθημερινή ρουτίνα.

Εκείνος κει, που ολημερίς τριζοβολάει βλαστήμιες σαν κάρο κακογρασωμένο, εκείνος που,σαν ολολύζει η μπαλαλάικα χλωμιάζει ευθύς, αυτός το μπόι του μέλλοντος δεν το ‘χει φτασμένο.

Πόλεμος δεν είναι μόνο, όπως θαρρείς εσύ, να λες ναι ναι, στα μέτωπα με βολές πολυβόλου. Της φαμίλιας, του σπιτικού, η επίθεση, για μας μικρότερη απειλή δεν είναι διόλου.

Εκείνος που υποτάχτηκε στην πίεση της φαμίλιας, κοιμάται μες στη μακαριότητα ρόδων φτιαγμένων με χαρτί, αυτός δεν έφτασε το μπόι της προσήλιας, της δυνατής ζωής εκείνης που θα ‘ρθει.

Σαν τη φλοκάτα και το χρόνο επίσης,ο σκόρος την καθημερνότητας τον κατατρώει στιγμή-στιγμή.


Το μεινεσμένο ρούχο των ημερών μας για ν’ αερίσεις ε, κομσομόλε, τίναξέ το εσύ.
Μετάφραση : Ρίτσος

Ελευθερία έκφρασης

Τη πρώτη νύχτα πλησιάζουνε
και κλέβουν ένα λουλούδι
από τον κήπο μας
και δε λέμε τίποτα.

Τη δεύτερη νύχτα δε κρύβονται πλέον
περπατούνε στα λουλούδια,
σκοτώνουν το σκυλί μας
και δε λέμε τίποτα.

Ώσπου μια μέρα
-την πιο διάφανη απ’ όλες-
μπαίνουν άνετα στο σπίτι μας
ληστεύουν το φεγγάρι μας
γιατί ξέρουνε το φόβο μας
που πνίγει τη φωνή στο λαιμό μας.

Κι επειδή δεν είπαμε τίποτα
πλέον δε μπορούμε να πούμε τίποτα


Καλώ στην απολογία

Χτυπάει ασταμάτητα το τύμπανο του πολέμου
Καλεί να μπήγουν σίδερο στους ζωντανούς.
Από τις διάφορες επικράτειες τους πολίτες
σαν σκλάβους πουλημένους
πετούν στην κόψη της λόγχης.

Για τι;

Τρέμει η γη
πεινασμένη,
απογυμνωμένη.
Ζεμάτισαν την ανθρωπότητα στο λουτρώνα αιματηρό
μόνο γιατί
κάποιος επιμένει
να κερδίσει την Αλβανία.
Αρπάχθηκε το μίσος των ανθρώπινων σκυλολογιών αιμόχαρο,
πέφτουν στο σώμα της γης χτυπήματα ανελέητα,
μόνο για να περάσουν
τον Βόσπορο
καράβια κάποια αφορολόγητα.
Σύντομα η γη
δε θα’ χει άσπαστο πλευρό.
Και την ψυχή θα βγάλουν
με τα χέρια απλωμένα στα δημόσια ταμεία,
μόνο για να
πάρει κάποιος
στα χέρια του
τη Μεσοποταμία.

Εν ονόματι ποιών συμφερόντων η αρβύλα
τη γη καταπατεί τρίζοντας άγρια;
Τι είναι εκεί στον ουρανό των μαχών;

Ελευθερία;

Θεός;

Δολάριο!

Πότε επιτέλους θα σηκωθείς με όλο σου τ’ ανάστημα εσύ,
που τη ζωή σου δίνεις ηλίθια;

Πότε θα πετάξεις στα μούτρα τους την ερώτηση
γιατί πολεμάμε, αλήθεια!

Επίκαιροι Αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες περί δημοκρατικής τάξης,

ανάμεσά μας οι αμίλητοι ζούνε.

Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,

οι ηγεμόνες δυναμώνουν,

ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,

των ανυπόταχτων τα μούτρα τσαλακώνουν.

Ετούτων των αμίλητων το πετσί,

περίεργα θα ’λεγες είναι φτιαγμένο.

Τους φτύνουνε καταπρόσωπο

κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το φτυμένο.

Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,

και που το παράπονό τους να πούνε;

Απ’ του μισθού τα ψίχουλα,

πώς να αποχωριστούνε;

Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,

μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.

Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!

Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,

άλλο δε μας μένει

πηγή :http://anarxes-skepseis.blogspot.gr/

Την σκέψη
στο πλαδαρό μυαλό σας που ονειρεύεται,
σαν υπηρέτης λαίμαργος σε καναπέ λιγδιάρικο
με την καρδιά κουρέλι ματωμένο θα ερεθίσω˙
χορταστικά χλευαστικός, ξεδιάντροπος και καυστικός.
Ούτε μια γκρίζα τρίχα δεν έχω στην ψυχή,
μήτε των γηρατειών την στοργή!
Μέγας ο κόσμος με της φωνής τη δύναμη
έρχομ' όμορφος,
στα εικοσιδυό μου χρόνια.
Τρυφεροί μου!
Αφήστε τον έρωτα στα βιολιά.
Είναι βάρβαρο στα τύμπανα να μένει.
Και δεν μπορείτε να φέρετε τα πάνω κάτω όπως εγώ,
ώστε να μείνουν μόνο τα χείλη.
Ελάτε να μάθετε -
απ' το βελούδινο σαλόνι
του τάγματος των αρχαγγέλων το πρωτόκολλο
που ήρεμα τα χείλη ξεφυλλίζει
όπως η μαγείρισσα το βιβλίο των συνταγών.
Πηγαίνετε -
Η σάρκα πάει να με τρελάνει
-κι όπως αλλάζει χρώμα ο ουρανός-
Πηγαίνετε -
θα είμαι άψογα τρυφερός,
δεν είμαι άντρας εγώ, είμαι ένα σύννεφο με παντελόνια!
Πώς η ολάνθιστη Νίκαια υπάρχει δεν πιστεύω!
Και πάλι θα υμνήσω
τους αραχτούς σα νοσοκομεία άντρες
και τις παλιές σαν παροιμίες γυναίκες.

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

(μετάφραση: Δημήτρης Τριανταφυλλίδης)

Από εσωτερική ανάγκη ορμώμενος: Ένα από τα πρώτα βιβλία που αγόρασα, με λεφτά από τα πρώτα μου μεροκάματα, σε ηλικία 14 χρόνων ήταν το  «ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΗ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ», 13η έκδοση, με πρόλογο και απόδοση του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ.
Ένα βιβλίο που δεν έβαλα απλά στο ράφι της βιβλιοθήκης μου, μα έζησα μαζί του πολλές σημαντικές -για μένα- στιγμές. Το «σύννεφα με παντελόνια» είναι ίσως το πιο αγαπημένο μου ποίημα του Β.Μ. Το γνώρισα, το διάβασα, το απήγγειλα, με ταξίδεψε, όπως τυπώθηκε στο χαρτί από την απόδοση του Γ.Ρ. Ο Ρίτσος και αυτό το βιβλίο του «Κέδρου» «ευθύνονται» που μετά τον ίδιο, αγάπησα και τον Μαγιακόφσκι.

Δεν έχω μεταφραστικές γνώσεις (πως θα μπορούσα άλλωστε) και δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω πόσοι και ποιοι μετέφρασαν Μαγιακόφσκι στα Ελληνικά, ποιοι τα κατάφεραν καλά και ποιοι λιγότερο. Μπορώ όμως να καταλάβω ποια είναι η διαφορά μιας απλής (έστω καλής) μετάφρασης από το μεγαλείο μιας  απόδοσης ενός μεγάλου ποιητή  από έναν επίσης μεγάλο. Έτσι κι αλλιώς, η απόδοση του Ρίτσου είναι η πιο σημαντική για μένα, για τους λόγους που προανέφερα.

Στην ανάρτηση λοιπόν, διάλεξα μια διαφορετική μετάφραση του ποιήματος, όχι σαν καλύτερη του Ρίτσου, απλά μια όχι συνηθισμένη, έχοντας κατά νου, στο μέλλον, και άλλες αναρτήσεις Μαγιακόφσκι σε απόδοση Ρίτσου. Όμως το σχόλιο του φίλου Anise με «υποχρεώνει» να προσθέσω, τώρα εδώ, και την  απόδοση του Γιάννη Ρίτσου, όπως μας τη μετέφερε ο ίδιος, και τον ευχαριστώ:


    "Τη σκέψη σας που νείρεται
    πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
    σάμπως ξιγκόθρεφτος λακές
    σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
    εγώ θα την τσιγκλάω
    επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου.
    Φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
    ως να χορτάσω χλευασμό.

    Εγώ δεν έχω ουδέ μιαν άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
    κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
    Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
    ωραίος τραβάω, τραβάω
    εικοσιδυό χρονώ λεβέντης.

    Εσείς οι αβροί!
    Επάνω στα βιολιά ξαπλώνετε τον έρωτα.
    Επάνω στα ταμπούρλα ο άξεστος τον έρωτα ξαπλώνει.
    Όμως εσείς,
    θα το μπορούσατε ποτέ καθώς εγώ,
    τον εαυτό σας να γυρίσετε τα μέσα του όξω,
    έτσι που να γενείτε ολάκεροι ένα στόμα;
    Ελάτε να σας δασκαλέψω,
    εσάς τη μπατιστένια απ' το σαλόνι,
    εσάς την άψογο υπάλληλο της κοινωνίας των αγγέλων
    κι εσάς που ξεφυλλίζετε ήρεμα-ήρεμα τα χείλη σας
    σα μια μαγείρισσα που ξεφυλλίζει τις σελίδες του οδηγού μαγειρικής.

    Θέλετε
    θα 'μαι ακέραιος, όλο κρέας λυσσασμένος
    -κι αλλάζοντας απόχρωση σαν ουρανός-
    θέλετε-
    θα 'μαι η άχραντη ευγένεια
    -όχι άντρας πια, μα σύννεφο με παντελόνια."

(απόδοση: Γιάννης Ρίτσος)
πηγή :http://stithaghi.blogspot.gr/













Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου