Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

Πελαγία Κουκίδου/Ερεθίσματα της ψυχής/Αναμνήσεις2 /τέσσερα ποιήματα




« ά ρ ν η σ η »
 
την αρνηθηκες τρεις, δε την γνωριζες ειπες
και με νοημα εκλεισες ματι
υστερα εσκυψες τ`αδειο κεφαλι σου
δώδεκα εγραφε η ωρα και κατι

το μαντηλι σου πηρε τα πρωτα
τα φτηνα των χειλιων κοκκιναδια
κι ενα ριγος την πλατη διαπερασε
πολεμωντας να διωξει τα χαδια

το τσιγαρο ν`αναψεις δε βιαστηκες
αλλωστ` επιασε λιγο να βρεχει
τη ντροπη ποιος την βρηκε που εχασε
αλλα η τσίπα σου χασκει ως εχει

την αρνηθηκες τρεις, δε την γνωριζες ειπες
μηπως μεινει απανω σου η σταμπα
μα λεκες ματωμενος τα χούγια σου
δε ξεπλενεται ουτε στο τζαμπα..


« Λ α τ έ ρ ν α »
 
χτες το βράδυ μια λατέρνα κι ένα όνειρο
και στεντόρεια η φωνή του λατερνιάρη
σε σεντούκι της ζωής μου το υπόλοιπο
ξεγελάω τον καιρό τον φουκαριάρη

με σκηνές από ταινίες μου ασπρόμαυρες
σε καρέ καρέ γονάτισαν τα χρόνια
θεατρίνοι που περάσαν και χαθήκανε
στην ανάμνηση γυρεύουν τη συμπόνια

γάμο κάνουν στο κουτί χαμένα κέρματα
η παλάμη υποφέρει στο να δώσει
σπαρταρά η ευαισθησία μέσ`τα ψέμματα
όταν είναι η λογική να ασημώσει

κι εγώ στέκομαι χαμένη μέσα στ`όνειρο
στη στεντόρεια φωνή του λατερνιάρη
και ρεμβάζω στης καρδιάς μου το φιλότιμο
προσκυνώντας ένα χρόνο κατεργάρη..


« τ ρ α γ ο υ δ ί σ τ ρ ι α »
 
έλαμψε το χάραμα, όλη η ομορφιά
τρίζουν τα σανίδια απ`το πάλκο
έρωτα ζητιάνεψα, πέλαγα πλατιά
πάμε για το επόμενο το μπάρκο

στην υγειά σου ρε ελπίδα
στην καρδιά μου είσαι ακίδα
μ`έχουν φάει τα θηρία τα ξενύχτια
τα στενά μου τα παπούτσια
και του καθενός τα γούστα
και τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια

πάλι ξημερώθηκα, λούσα δανεικά
έκλεψα της πίκρας μαύρο χρώμα
για να μπογιαντίσω κάτι σερνικά
που μου κάναν τη ζωή μου χώμα

στην υγειά σου ρε ελπίδα
σε διαβάζω εφημερίδα
και σ`ακούω στο ραδιόφωνο να κλαις
τα στερνά μου τα κακά μου
τον σακάτη έρωτα μου
και τα ίδια και τα ίδια να μου λες..

odalisque-in-red-trousers-1921


« κ α τ ά λ η ξ η »
 
γύρεψε μόνη της να μείνει στο δωμάτιο
κι όλοι υπάκουσαν σ`αυτή την διαταγή
ματιές αλλάξανε με νόημα παράταιρο
κι ύστερα απλώθηκε μια πένθιμη σιγή

σήμερα βγάζει από πάνω της την ούγια
δεν θα την λένε στο χωριό γεροντοκόρη
και ένα είδωλο με κάτι παλιοχούγια
πικρογελάει στον καθρέφτη με το ζόρι

ρυτίδες σμίλεψαν τ`αλάβαστρο με τέχνη
σαραντατρία τα χρονάκια στον εξώστη
κλαίει βουβά, αλλά δε θα`ναι πια 'η καημένη'
δεν πήγαν στράφι τα κεριά στον άγιο Σώστη

άλλον αγάπησε και σ`άλλονε αράζει
άλλος θ`ακούει τις πνιχτές της τις κραυγές
στην εκκλησιά τώρα η έσχατη η πράξη
χείλη σφιγμένα σε ηλίθιες ενοχές

γάζες τα τούλια να στεγνώσουνε τον πόνο
στο χωλ γελάκια μεθυσμένα λικεράκι
χαράς σενάριο, κραυγάζει από μόνο
και του Ησαία το κρασί, γλυκό φαρμάκι..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου