Τρίτη, 1 Απριλίου 2014

Γιώτα Αργυροπούλου, «Ποιητών και Αγίων Πάντων»

Το ΟΞΥΓΟΝΟ και οι εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ

σας προσκαλούν σε μια βραδιά ποiησης

αφιερωμένη στην ποιήτρια Γιωτα Αργυροπούλου

και την τελευταία της ποιητική συλλογή

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

την Παρασκευή, 11 Απριλιου 2014, στις 7:30 μ.μ.,

στο ΟΞΥΓΟΝΟ (Ολύμπου 81, Θεσσαλονίκη).

Για τη Γιώτα Αργυροπούλου και το έργο της θα μιλήσουν

οι ποιήτριες Ελένη Κοφτερού και Αλεξάνδρα Μπακονικα

και ο Ιωάννης Τζανης, Πρόεδρος του Συλλογου

Αποφοίτων Φιλοσοφικής Σχολής «ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ».

Ποιήματα από τη συλλογή θα απαγγείλουν

η Γιώτα Αργυροπουλου και η συγγραφέας  Αρχοντουλα Διαβάτη.

Τη βραδιά θα πλαισιώσει με παραδοσιακά και έντεχνα τραγούδια

ο μουσικός Γιάννης Παπαγεωργίου.



Γιώτα Αργυροπούλου, «Ποιητών και Αγίων Πάντων», εκδ. Μεταίχμιο 2013

Κατηγορία: Αφίξεις, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκαςhttp://www.poiein.gr/

*
Ακολουθώ τις νύχτες
το φεγγάρι, τις σκιές
παίρνω από πίσω τη σκιά μου.
Γιατί τι είναι
ο ποιητής;
Ένα υπάκουο σκυλί
που ιχνεύει τη σκιά του
ψάχνει τα θηράματα
που χτύπησε ο Θεός
να του τα πάει.
*
Μεταποίηση
Καθώς τις νύχτες καθρεφτίζομαι
στις σελίδες με τα παλιά μου ποιήματα
-δεν είναι παρά λίγοι επίμονοι στίχοι-
βλέπω πως η σκιά μου μεγάλωσε
και δε χωρώ στο ποίημα
περισσεύω.
Τότε έγραφα στις αμμουδιές με ήλιο τη σκιά μου
και όπως είπε ο ζωγράφος-χρόνια θήτευε στο φως
το φεγγάρι γεννά τις μεγάλες σκιές
ο ήλιος τις επίμονες.
Μεγάλωσαν οι νύχτες μου
τα σύνεργα πανάλαφρα, βγαίνω με το φεγγάρι
κι όλο προβάρω και φορώ
παλιά, καινούργια ποιήματα
μακριές μεγάλες νύχτες.
*
Μια βραδιά ποίησης
Σε σχολική γιορτή μαθήτρια μεγαλύτερη
απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Nα πω τολμηρά άστραψε φως
και είδα την ψυχή μου;
Το βράδυ στο μπαλκόνι μας
την ώρα που η μάννα μου ξέχναγε σιγά σιγά
την κούραση της μέρας,
πήρα να της διηγηθώ της ιστορίας τα καθέκαστα.
H μάννα για λίγο μ’ άφησε.
-Το είπα και εγώ το πήμα αυτό στην Τετάρτη τάξη.
Στην Πέμπτη μας βρήκε ο πόλεμος
και δε με ξαναστείλανε σχολείο.
Έλα, μου λέει, να στο πω και γω για να το μάθεις.
Κι εκεί στο ξύλινο μπαλκόνι μας εκείνη τη γλυκιά βραδιά
αρχές καλοκαιριού κάτω απ’ τ’ αστέρια
με λίγα φώτα αχνά μπροστά μας από τα σπίτια του χωριού
και γύρω μας καλαμωτά με τρυφερά μουρόφυλλα
και τους μεταξοσκώληκες να θρέφονται
και να θροΐζουν νύχτα μέρα
η μάννα μου απάγγειλε το τραγούδι του νεκρού αδερφού.
Και όταν αγκαλιάστηκαν και πέθαναν κι οι δύο
έπεσαν στάλες τα δάκρια από τα μάτια της
για τη μάννα και την Αρετή
και τη δική της μάννα
που τελευταία φορά τη φίλησε έξι χρονών.
Αργότερα στο Γυμνάσιο
δεν μαθαίναμε πια απέξω τα ποιήματα
-άν έχει κανείς άλλο μ’ αυτά να κάνει .
Σχεδόν σε κάθε στίχο, στην ερώτηση
τί εννοεί εδώ ο ποιητής,
ολονών οι γνώμες υψώνονταν
σαν χαρταετοί στον ουρανό της Καθαρής Δευτέρας.
Στις μέρες μας όμως συχνά δεν ξέρω
τί εννοεί ο ποιητής.
Λες κι έπαψαν οι πιο πολλοί να μιλούν ανθρωπινή ομιλία
αυτήν, που, αφήνοντας μελωδικό κελάηδημα
μιλήσαν ως και τα πουλιά
στο γυρισμό της Αρετής με τον αποθαμένο.
Όσο για τις βραδιές ποίησης
στην πιο ατμοσφαιρική αίθουσα να βρεθώ
και στην ευλογημένη περίπτωση
που νιώθω τί λέει ο ποιητής
δεν μπορώ παρά να νοσταλγώ εκείνη τη βραδιά
στο αστροφώτιστο μπαλκόνι μας.
Τότε, ο καλπασμός του Κωσταντή
σκέπασε το θρόισμα του μεταξοσκώληκα
πάνω στα φρέσκα φύλλα.
*
Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση
μόνο οι ειδικοί.
Δεν πιστεύουν στο Θεό
μονάχα οι θεολόγοι.
*
Ποιητών και αγίων πάντων
Μας δίναν εικονίτσες
που παρίσταναν αγίους και του Χριστού τα θαύματα.
Μάζευα προσεχτικά τις χάρτινες εικόνες
και τις βαστούσα στην παλάμη μου.
Παρηγορούσα κάθε πίκρα.
Αργότερα στη νιότη μου, όταν γύριζα βράδυ
στο άδειο μου δωμάτιο με παγωμένη την καρδιά,
ως χαλεπόν η νεότης,
άνοιγα για συντροφιά εγκόλπια με ποιήματα.
Τί ζεστασιά.Τί βάλσαμο μου τόνωνε τα σπλάχνα.
Τώρα έχω παρέα στο κονάκι μου όλους μαζί
τους παρηγορητές και τους προστάτες.
Προσεύχομαι στη χάρη τους και λέω
ευλογημένο το όνομά τους.
Καμμιά φορά συγχέω τα ονόματα, βλάσφημο δεν είναι
αφού ο ίδιος ο Θεός, Ποιητής εκλήθη.
Ο Κώστας Καρυωτάκης, μυροβλήτης.
Νικόλαος Εγγονόπουλος, τροπαιοφόρος
Κωνσταντίνος Καβάφης, ομολογητής.
Η Σαπφώ, γλυκοφιλούσα,γοργοεπήκοος.
Των δημοτικών μας τραγουδιών οι ανώνυμοι
άγιοι πάντες.
Αθλοφόροι, ιαματικοί και ελεήμονες,
τόσοι ακόμα ποιητές να με παρηγορούν
τόσοι ακόμα ποιητές να με συντρέχουν.
*
Συχώρεσέ με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.
Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο
πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου